Τσι Γερμανούς δε τσι θέλω γιατί εσκοτώσανε τον αδερφό μου…
Καστέλλι Πεδιάδος, από δεξιά : Μιχάλης Σταυρακάκης, Βάσω Μειμάρογλου, Τιτίκα Καρίπη – Μαλαγαρδή, Γεωργία Σταυρακάκη, αδελφή του Μιχάλη) (αρχείο Ιωάννας Μαλαγαρδή, από τη συλλογή της μητέρας της Τιτίκας Καρίπη – Μαλαγαρδή. Η Ιωάννα Μαλαγαρδή σημειώνει ότι : η μητέρα μου ήταν πολύ φίλη με την αδελφή του Μιχάλη. Χαρούμενες στιγμές στο Καστέλλι πριν την εκτέλεση του Ήρωα)

Πολλά ήταν τα εγκλήματα του γερμανικού τακτικού στρατού στην Κρήτη που έμειναν άγνωστα και σημάδεψαν τις ψυχές των συγγενών των θυμάτων. Δεν αναφερόμαστε στις ομαδικές εκτελέσεις, αλλά σε μεμονωμένες δολοφονίες Κρητών πατριωτών, χωρίς κανένα λόγο και καμιά αιτία. Δολοφονίες από έναν κατοχικό στρατό που υπηρετούσε το δόγμα του ναζισμού και του φασισμού.

Τέσσερις αδερφές επαναφέρουν στη μνήμη τους τη δολοφονία των αδερφών τους τα χρόνια 1941-1944. Η Ροδάνθη Σαββάκη από τον Κρουσώνα Ηρακλείου μιλά για τον αδερφό της τον Δημήτρη. Η Βασιλική Κουνδουράκη – Κατσιβελάκη από τον Άγιο Ιωάννη Ρεθύμνου, θυμάται τον αδερφό της τον Σταμάτη.

Η Ελένη Σταυρακάκη – Κουμαντάκη από το Καστέλλι Πεδιάδος, αφηγείται τον ηρωικό θάνατο του αδερφού της και αναπήρου Μιχάλη Σταυρακάκη. Τέλος, η Χριστίνη Μαρκάκη – Σεργάκη από τον Εμπρόσνερο Αποκορώνου Χανίων, περιγράφει την άνανδρη δολοφονία των αδερφών της Γιώργη και Μιχάλη.

Η Ροδάνθη Γεωργίου Σαββάκη – Βαμβουκάκη, για τον αδερφό της Δημήτρη.

«Τσι Γερμανούς δε τσι θέλω γιατί εσκοτώσανε τον αδερφό μου το Δημήτρη. Ήτανε στο βουνό κοντά στην Αγιά Ειρήνη κι είχε μερικά πρόβατα. Μας είπε αποσπέρας κιανείς, δε θυμούμαι, ότι αύριο θα βγούνε Γερμανοί στο βουνό. Και πέμπομε τον άλλο μου αδερφό το Νίκο και του’δωσε η μάνα μου φαί και του λέει άμε να πας να βρεις το Δημήτρη να του πεις ότι θα βγούνε οι Γερμανοί μόνο νά’χει το νου του.

Ο Νίκος είχε γεννηθεί το 33, ήτανε δέκα χρονών. Και το’δανε οι Γερμανοί ότι πάει να φύγει από το χωριό για τα όρη και του παίξανε άλλα δεν τόνε σκοτώσανε. Εμείς με τη μάνα μου είμαστε στο δώμα του σπιθιού και είδαμε τσι Γερμανούς να πυροβολούνε το Νίκο.  Ωστόσο δεν ήπαθε αυτός πράμα κι εκατέβαινε από τη πάνω μπάντα τσ’αγοράς. Και ήρθε για δεν εμπόριε να προχωρήσει στο βουνό.

Αν ήτανε άλλος μεγάλος εμπόριε να βρει άλλο τρόπο να πάει, αυτό επήγαινε δρόμο δρόμο. Και δεν τσι ειδοποιήσαμε δα ύστερα. Το βράδυ είδε ο πατέρας μου από τα όρη ένα τσιγάρο και λέει του αδερφού μου του Δημήτρη ότι τσιγάρο είδα και πρέπει να’ναι Γερμανοί μόνο να’χετε τ’αμέντε σας όπου θέσετε το πρωί που θα σηκωθείτε.

Το’πε του Δημήτρη κι ενούς άλλου παιδιού συγγενή μας, Ζουμπουλάκη Νικόλαου. Φεύγει ο πατέρας μου και βγαίνει παραπάνω στη κορφή. Το πρωί ξυπνούνε τα κοπέλια και βλέπουνε από κάτω γεμάτο γερμανούς. Ο τόπος τέτοιος και δεν εμπορούσανε να φύγουνε. Τα κοπέλια ήτανε σ’ένα σπηλιαράκι.

Ο πατέρας μου δεν το περίμενε ότι θα βγούνε οι γερμανοί να ερευνούνε τα σπηλιάρια, ανέ το’βανε ο νους του ήθελα να τα πάρει τα κοπέλια μαζί του. Θωρούνε τα κοπέλια τσι γερμανούς και λένε ότι από δω δε κουνούμε. Οι γερμανοί είχανε ένα σκύλο κι ετρυγύριζε κοντά στο σπηλιάρι. Κι ήπηρε ένας μελαχροινός απάνω. Και βγαίνει απάνω στη κορφή που είχε κρυφτεί ο πατέρας μου σ’ένα κλαδί και σφυρολόγανε ο Γερμανός.

Και δεν είδε ο γερμανός το πατέρα μου. Και παίρνει κάτω τα ίδια ζάλα. Και πήγε ο Γερμανός στο σπηλιάρι κι είδε τα κοπέλια. Και πιάνει μια μεγάλη πέτρα και τη ρίχνει του αδερφού μου. Και τόνε χτύπησε στη πλάτη. Και φήνει τον αδερφό μου εκειά και παίρνει τον άλλο. Άμα εφύγανε οι Γερμανοί, ο Ζουμπουλάκης μας είπε το σκηνικό με τη πέτρα. Και παίρνομαι με τη μάνα μου απάνω να πάμε να βρούμε το Δημήτρη.

Και το Δημήτρη τον είχανε σκοτωμένο μα που το ξέραμε εμείς. Κι ο πατέρας μου επήγε και τον εγύρεψε μα δε τόνε βρήκε.  Πάμε στην Αγιά Ειρήνη, η μάνα μου εγώ κι ο Νίκος ο μικρός μου αδερφός, φωνάζουμε, φωνάζουμε τίποτα. Μας ε γροικά ο πατέρας μου από τον Αη Γιάννη.

Σε μια στιγμή  να’τονε μπροστά μας. Μας ε λέει γιάντα φωνιάζετε, κάνει να φωνιάζετε ; Λέμε πως θα βρούμε το Δημήτρη ; Μας ε λέει ότι επέρασε από το σπηλιάρι που ήτανε ο Δημήτρης μα δεν είναι εκειά. Επεράσανε οι Γερμανοί απάνω και τόνε πήρανε μα δε στένεται αυτός, θα τόσε φύγει και θα τόνε σκοτώσουνε μας ε λέει. Κι αυτός ήτονε σκοτωμένος μα εμείς δεν το κατέχαμε ακόμη.  Τόνε βρήκαμε ύστερα σκοτωμένο αλλού.

Ήτανε η σπηλιά και πως επροχώρησε κι ήτανε ένας δέτης κι από κάτω από το δέτη ήτονε σκοτωμένος.  Τόνε γυρεύγαμε έξε μέρες και μετά έξε μέρες τόνε βρήκαμε. Εγώ με τη μάνα μου  κι ένας Νίκος Νικηφοράκης, ήτανε μικρός.  Και ένας φίλος του Δημήτρη Ο Γιώργης του Κάτσουνα ο γιος. Δε φεύγει ποτέ από το μυαλό μου ο Δημήτρης. Τον είδαμε αμπούμπουρα και σα το χιόνι άσπρος, στα χαράκια απάνω. 

Είχαμε προχωρήσει από την Αγιά Ειρήνη και τόνε γυρεύγαμε. Φωνιάζαμε, εγυρεύγαμε τσι ποταμούς, τσι δέτες. Βγαίνουνε απάνω από το σπηλιάρι που ήτανε ο αδερφός μου, ο Γιώργης με το Νίκο. Και προβαίρνουνε από το δέτη και ξανοίγουνε κάτω. Και ποκρεμιούνται και οι δυο και θωρούνε τη κάτω μεριά του δέτη.

Η μάνα μου θωρεί τη σκηνή πως εποκρεμαστήκανε και ξανοίγανε. Τα κοπέλια εγυρίσανε και μας ελέγανε να φύγομε, να φύγομε. Η μάνα μου τα ρωτά μη είδανε πράμα ; Μη είναι κειδά, γιάντα το κάνετε και ποκρεμαστήκετε και ξανοίγετε. Όχι να φύγομε ελέγανε αυτά. Λέει η μάνα μου δε φεύγω. 

Δεν ήθελε να φύγει. Αλλά εμείς τη πήραμε με το ζόρε και φύγαμε. Κι όντεν εξεπροβαίρναμε στο χαρουπίδι τόσε λέω του Νίκου με το Γιώργη μη μπα είναι κειδά που ξανοίγετε ; Η μάνα μου ήτανε σκολαρισμένη ομπρός και λένε εκειά’ναι σκοτωμένος. Ήντα κουμάντο θα κάνομε ; Εγώ εντάκαρα κι ήκλαιγα, δεν εμπόρουνα. Και μαθαίνει κι η μάνα μου ότι εβρήκανε τα κοπέλια το Δημήτρη μα δε το’πανε. Κι ύστερα δα έπρεπε να τόνε φέρομε στο χωριό.

Μα εσιμώνανε οι αθρώποι ; Δεν εσιμώνανε. Και έρχουνται κάμποσες γυναίκες συγγενείς τση μάνας μου και πάμε. Αλλά οι γυναίκες  εμπορούσαμε να τόνε φέρομε ; Και πήραμε δυο κουβέρτες να τόνε βάλομε. Τη μάνα μου δε τη φήκαμε να’ρθει. Και τον είδα το αδερφό μου σκοτωμένο.

Και δε φεύγει από το μυαλό μου ποτέ αυτή η εικόνα. Εσιμώσαμε αλλά δεν εμπορούσαμε να τόνε σηκώσομε. Του βάλαμε τσι κουβέρτες από πάνω και τόνε σκεπάσαμε με πέτρες. Και τον εφήκαμε εκειά. Μετά το’μαθε ο πατέρας μου και πήγε μοναχός του και του’χτισε γύρω γύρω πέτρες για να μη πάνε να τόνε φάνε οι σκύλοι.

Στσι εννιά μήνες επήγανε και τόνε πήρανε και τονε φέραμε στο νεκροταφείο. Τον αδερφό μου τόνε σκοτώσανε οι Γερμανοί στσι 15 Αυγούστου το 1944. Τη μέρα τση Παναγίας».

……………………………………

Η Βασιλική Κυριάκου Κουνδουράκη – Κατσιβελάκη, για τον αδερφό της Σταμάτη.

Η Βασιλική Κουνδουράκη – Κατσιβελάκη από το χωριό Άγιος Ιωάννης Ρεθύμνου. Η Βασιλική διηγείται τη δολοφονία του αδερφού της Σταμάτη από τα κατοχικά στρατεύματα και τα ανδρείκελα του Σούμπερτ

Στις 4 Οκτωβρίου 1943, ομάδα 17 γερμανοϊταλών έφτασε στο οροπέδιο Τσιλίβδικα μεταξύ των χωριών Καλλικράτη Χανίων και Καλής Συκιάς Ρεθύμνου. Ο Καπετάν Μανόλης Μπαντουβάς με πολλούς άντρες της Αντίστασης βρίσκονταν σ’αυτό το μέρος, περιμένοντας πλωτό μέσον για τη μετάβασή τους στη Μέση Ανατολή.

Οι άντρες του Καπετάν Μανόλη Μπαντουβά είχαν ενισχυθεί και από αντάρτες των νομών Χανίων και Ρεθύμνου. Άντρες από τον Καλλικράτη, το Ροδάκινο, την Ασή Γωνιά, του Φωτεινού, το Βιλανδρέδο, τη Σκαλωτή, από το Μουρί Αποκορώνου, από Μαρουλού, Αρολίθι, Εμπρόσνερο. Στα Τσιλίβδικα βρίσκονταν και όλοι οι Βρετανοί Αξιωματικού Σύνδεσμοι της Κρήτης, Τομ Ταμπάμπιν, Ζαν Φήλντιγκ, Άλεξ Ρέντελ, Ραλφ Στόκμπριτζ με τους υπαξιωματικούς ασυρματιστές τους.

Στις 4 Οκτωβρίου 1943, δόθηκε σκληρή μάχη μεταξύ των ανταρτών και της ομάδας των 17 Γερμανοϊταλών.  Όλοι οι εχθροί εξουδετερώθηκαν, εκτός από έναν, που κατάφερε να διαφύγει. Η διαφυγή του Γερμανού είχε τραγικά αποτελέσματα για το χωριό Καλή Συκιά.

Μετά την ενημέρωση των ανωτέρων του, γερμανικός λόχος από 250 στρατιώτες, αξιωματικούς και υπαξιωματικούς, έφτασαν το πρωινό της 6ης Οκτωβρίου 1943 στο χωριό Άγιος Ιωάννης. Το γερμανικό τάγμα ακολουθούσε ομάδα είκοσι εφτά (27) δοσίλογων του Σούμπερτ.

Στη θέση «Χαλασέ- Παπαδονικολή τ’αμπέλι», οι δοσίλογοι  συνάντησαν τον Σταμάτη Κατσιβελάκη του Κυριάκου και τον Παντελή Κουμεντάκη του Ιωάννου. Χωρίς λόγο και αιτία τους εκτέλεσαν.

Η Βασιλικής Κουνδουράκη Κατσιβελάκη, αδερφή του Σταμάτη Κατσιβελάκη από τον Άγιο Ιωάννη Αγίου Βασιλείου, 91ετών το έτος 2017, αφηγείται :

«Ο αδερφός μου ήφυγε πρωί πρωί να πάει στ’αμπέλι. Είχαμε κι ένα χωράφι κοντά κι ήθελε να δει πότε θα το σπείρει. Εκεί εσυναντήθηκε με το Χάρο. Ακουστήκανε μπαλωθιές κι εμάθαμε πως τον αδερφό μου το Σταμάτη μαζί με το Παντελή το Κουμεντάκη τσι σκοτώσανε Σουμπερίτες από το Ηράκλειο. Κι ένας που ελέγουντανε Σούμπερης».                                                                                                                                                                                                                                         Το έτος 2001, ο Πολιτιστικός Σύλλογος Αγίου Ιωάννη εξέδωσε ημερολόγιο. Αφιέρωσε δύο σελίδες του ημερολογίου στους ήρωες Σταμάτη Κατσιβελάκη και Παντελή Κουμεντάκη. Ο επιμελητής του ημερολογίου, γράφει για τον Σταμάτη Κατσιβελάκη :

Κατσιβελάκης Σταμάτιος του Κυριάκου : Νέος, ωραίος, στρογγυλοπρόσωπος, ελαφρώς υπόξανθος, δυνατός, με στριφτά χέρια και πόδια, ευγενικός, με λόγο πάντοτε σεμνό. Εξασκούσε με συνέπεια πολλή την τέχνη του υποδηματοποιού και υποδηματοδιορθωτή. Εντιμότατος στις συναλλαγές του με τους χωριανούς, που τον υπεραγαπούσαν.

Εφονεύθη άνανδρα από “Έλληνες” γερμανοπροδότες το 1944, έξω από του Παπαδονικολή τ’αμπέλι, εκεί στην τοποθεσία “Χαλασέ”. Έτσι έπαψε για πάντα να φτιάχνει τα στιβαρά για τους άνδρες στιβάνια και τα παπούτσια – κομψοτεχνήματα για τις λυγερές του χωριού μας.

Ο Σταμάτης Κατσιβελάκης δολοφονήθηκε την Τετάρτη 6 Οκτωβρίου 1943.

Ο Σταμάτης Κυριάκου Κατσιβελάκης. Την Τετάρτη 6 Οκτωβρίου 1943 έδωσε το αίμα του για την πατρίδα στην τοποθεσία του χωριού του “Χαλασέ- Παπαδονικολή τ’αμπέλι”

………………………………

Η Ελένη Στυλιανού Σταυρακάκη – Κουμεντάκη, για τον αδελφό της Μιχάλη

Στις 6 Ιουλίου 1943, ο Μιχάλης Σταυρακάκης, φοιτητής του Πολυτεχνείου Αθηνών, μετά το β΄ σαμποτάζ του αεροδρομίου Καστελλίου, (4-5 Ιουλίου 1943), εκτελείται στο Μετόχι Βιστάκη στη θέση Ξηροπόταμος Ηρακλείου με άλλους 18 πατριώτες. Ο Γερμανός Διοικητής Κρήτης είχε διατάξει την εκτέλεση 50 ανδρών (20 από τον νομό Ηρακλείου, 10 από τον νομό Ρεθύμνου και 20 από τον νομό Χανίων). Ως αιτία της εκτέλεσης για τον 25ετή Μιχάλη Σταυρακάκη, στο έγγραφο της εκτέλεσης αναγράφεται : «Σταυρακάκης Μιχαήλ, του Στυλιανού γεννηθείς το 1917 στο Καστέλλι,  κάτοικος  εκεί, ανύπαντρος, ζωηρή εχθρική προπαγάνδα, ύποπτος κατασκοπείας».

Ο Μιχάλης Σταυρακάκης ήταν γιος του Στυλιανού (από τα Πεζά) και της Αικατερίνης (το γένος Σακορράφου) ανιψιάς του Γεωργίου Σακορράφου από τον Άγιο Κωνσταντίνο Ρεθύμνου. Ο Γεώργιος Σακόρραφος ήταν Γενικός Αρχηγός Ρεθύμνου, στη Μεγάλη Ελληνική Επανάσταση 1821-1828.

Ο Μιχάλης Στραυρακάκης στήθηκε στο εκτελεστικό απόσπασμα την αυγή της 6ης Ιουλίου 1943. Για να σταθεί όρθιος, δείχνοντας στους βάρβαρους εκτελεστές του ότι δεν τον έχει καταλάβει ο φόβος, πέταξε το δεκανίκι που χρησιμοποιούσε για να βαδίζει, (είχε ατροφία στο αριστερό πόδι).

Έτσι τον βρήκαν οι σφαίρες. Κι έπεσε ο Μιχάλης αιμόφυρτος στο ιερό χώμα της Κρητικής γης. Δίπλα στο δεκανίκι του. Μπροστά από τους στρατιώτες της Βέρμαχτ. Που δεν λογάριαζαν ούτε γυναίκες ούτε παιδιά ούτε γέροντος ούτε ανάπηρους…

Η αδελφή του Μιχάλη  +Ελένη Σταυρακάκη – Κουμεντάκη, κάτοικος Ρεθύμνου, μας απέστειλε επιστολή για τον αδελφό της Μιχάλη και για τη δράση της οικογενείας της τα χρόνια της κατοχής. Η Ελένη Σταυρακάκη γράφει :

«Ήταν Ιούλιος, αρχές Ιουλίου 1943. Ήμουν ήδη διορισμένη δασκάλα στο μονοθέσιο  Δημοτικό Σχολείο Πατσού Αμαρίου Ρεθύμνου. Μικρό ορεινό χωριό με 200-250  κατοίκους. Διένυα το 3ο έτος του διορισμού μου. Τον Ιούλιο ως φυσικό, βρισκόμουν  για διακοπές στον τόπο της καταγωγής μου με την οικογένειά μου. Οι Γερμανοί  αλώνιζαν τον τόπο (Καστέλλι Πεδιάδος), σκορπώντας τον τρόμο και τον θάνατο.

Από τους οικείους μου έλειπε μόνο ο μεγάλος μου αδελφός ο Σοφοκλής, γιατρός  στην Αθήνα. Όλοι οι άλλοι στο σπίτι. Η μάνα μου, τα δυο μου αδέλφια ο Ιάσων και ο  Μιχάλης και οι αδελφές μου Μαρία και Γεωργία. Τα αγόρια τελειόφοιτοι Γυμνασίου  και λόγω του πολέμου σταμάτησαν τις σπουδές τους.

Ο Μιχάλης 25 ετών είχε κάνει  εγγραφή στο Πολυτεχνείο Αθηνών με την ελπίδα ότι κάποτε θα συνέχιζε. Τότε  επιτρέπετο αυτός ο τρόπος εισαγωγής στο Πανεπιστήμιο. Ο μικρός ο Ιάσων ήταν  μόλις 18 ετών. Και οι δυο άριστοι μαθητές και τώρα λιοντάρια στο κλουβί.

Ο Μιχάλης σε λίγο χρονικό διάστημα έμαθε τη γερμανική γλώσσα και οι Γερμανοί  τον χρησιμοποίησαν για ένα μικρό διάστημα ως διερμηνέα. Από το πόστο αυτό  βοήθησε πάρα πολλούς ντόπιους σε πολλές περιπτώσεις και τους έσωσε τη ζωή.

Ήταν ανάπηρος και δεν μπορούσε να φύγει. Είχε όμως μια φωτογραφική μηχανή,  φωτογράφιζε κρυφά τα πάντα κατά των Γερμανών και το υλικό το παρέδιδε στο  μικρό αδερφό Ιάσονα που είχε διασυνδέσεις με τους αντάρτες. Όμως κάποιος τους  πρόδωσε και από Κει άρχισε ο δικός μας οικογενειακός πόλεμος με τους κατακτητές  Γερμανούς.

Το πρωί της Κυριακής 5 Ιουλίου του 1943, ξαφνικά μπήκαν Γερμανοί οπλισμένοι  στο σπίτι και συνέλαβαν το Μιχάλη. Μέσα ήταν και ο Ιάσων που όμως πρόλαβε και  έφυγε από την πίσω πόρτα του σπιτιού που έβγαινε στα χωράφια. 

Τον Μιχάλη τον πήραν με μερικούς άλλους χωριανούς ως καμουφλάζ και έφυγαν για  το Ηράκλειο. Τρέξαμε ως του Δοξαστάκη την πλατεία και τον είδαμε και μας είδε  για τελευταία φορά πάνω σ’ένα φορτηγό. Έβγαλε το ρολόι του και μας το πέταξε.  Ήταν ο αποχαιρετισμός του. Έκτοτε δεν τον ξαναείδαμε. Τον εκτέλεσαν όπως  μάθαμε αργότερα κάπου έξω από το Ηράκλειο, την επόμενη ημέρα 6 Ιουλίου 1943. Δεν μάθαμε ποτέ που. Όλοι οι άλλοι γύρισαν πίσω».

………………………………

Η Χριστίνη Μανούσου Μαρκάκη – Σεργάκη, για τους αδερφούς της Γιώργη και Μιχάλη.

«Εγώ εγεννήθηκα στο Μπρόνιερο (Εμπρόσνερο) το 1920 όταν επήγανε οι δικοί μας στρατιώτες στη Μικρά Ασία. Ο πατέρας του ο Μανούσος ήτανε Μακεδονομάχος, επολέμησε στη Μακεδονία. Επαντρεύτηκε και η γυναίκα ελέγουντανε Δέσποινα Αποστολάκη. Εκάμανε τέσσερα παιδιά. Το Γιάννη, τη Μαρία, το Γιώργη και το Μιχάλη.

Ο Γεώργιος Μανούσου Μαρκάκης, 1908 – 1944 με την αρραβωνιαστικιά του. Δολοφονήθηκε σε ηλικία 36 ετών από τους γερμανούς στο χωριό Άγιος Ανδρέας Ρεθύμνου, στις 26 Φεβρουαρίου 1944

Ο Γιάννης επήγε σε δυο πολέμους. Στον Ευρωπαϊκό και στο Μικρασιατικό. Εκατάφερε κι εγύρισε. Θυμούμαι και μου’λεγε ότι είχε τραυματιστεί τρεις – τέσσερις φορές, αλλά εκατάφερε και εγύρισε οπίσω.  Η Δέσποινα, η μάνα ντως, επόθανε στη γρίπη του δεκαοκτώ.

Τα δε ύστερα ο Μανούσος εξαναπατρεύτηκε με την Κατερίνη Φραγκιαδάκη κι εκάμανε εμένα, τη Χριστίνη. Όταν ήμουνε πέντε – έξε χρονών εσκοτώσανε τον πατέρα μου οι Χωροφυλάκοι ένα βράδυ από λάθος γνώρα. Εγυρεύγανε ένα ζωοκλέφτη κι επέσανε απάνω στον πα΄τερα μου και τον επυροβολήσανε.

Μέσα στη νύχτα δεν του δώκανε γνώρα για να καταλάβουνε ότι άλλο γυρεύγανε. Η μάνα μου η Κατερίνη από κεια και ύστερα έζησε λίγα χρόνια. Κι επέθανε κι αυτή από τη λύπη τση. Εγώ πρέπει να’μουνε δεκατεσσάρω χρονώ. Και με πήρε ένας θείος μου, ο Τζαμπράκος, στο σπίτι ντου.

Ο Γιάννης ήτονε ακόλουθος του Βεντζέλου, ο Βεντζέλος τον είχε μαζί του όπου και να πήγαινε, ήτονε ο σωματοφύλακάς του. Το Γιάννη τόνε σκότωσε ο Καραθανάσης τον Ιούνη του 33 όταν έκανε την απόπειρα του Βεντζέλου. Ο Γιώργης και ο Μιχάλης, με παντρέψανε μ’ένα καλό παιδί, το Στελιανό το Σεργάκη από τη Λιτσάρδα και επήγαμε και εμείναμε στη Λιτσάρδα. Δεκαπέντε χρονώ επαντρεύτηκα.

Ύστερα δα εκηρύχτηκε ο πόλεμος με τσι Ιταλούς. Ο άντρας μου ο Στελής επήγε στο πόλεμο. Είχαμε κάνει ένα παιδί αρσενικό, το βάφτισε ένας δικηγόρος από τσι Βρύσες, ο Αντρέας ο Πολέντας. Το σύντεκνο τον Αντρέα τόνε σκοτώσανε δα ύστερα τη κατοχή οι Γερμανοί.

Ο Μιχάλης Μανούσου Μαρκάκης, 1910 – 1944. Σκοτώθηκε τον Μάιο του 1944 στην περιοχή “Ρολόι” των Χανίων, όταν χτυπήθηκε με δόλο από ένα γερμανικό αυτοκίνητο

Όντεν επήγε ο Στελής στον πόλεμο ήμουνε βαρεμένη. Και μου παράγγειλε ότι το παιδί που θα κάνω, αν είναι αγόρι, να το βγάλω κι αυτό Στελή γιατί μπορεί να μην εγυάγιερνε αυτός από το πόλεμο, μπορεί να σκοτωνόντανε. Κι έκανα ασερνικό παιδί και το’βγαλα Στελή. Και γύρισε κι ο άντρας μου από τον πόλεμο.

Μια μέρα πού’βρεχε, ήρθε στη Λιτσάρδα στο σπίτι μας ο αδερφός μου ο Γιώργης. Με ένα άσπρο μουλάρι. Τόνε κρατήξαμε με τον άντρα μου για φαί και το μεσημέρι μας ε λέει ότι θα πάει στο Ρέθεμνο στον Άγιο Αντρέ, να δει την αρραβωνιάρα ντου. Είχαμε μια θεία, αδερφή της μάνας του Δέσποινας στο χωριό Άγιος Αντρέας στο Ρέθεμνο. Είχε παντρευτεί ένα Χατζηδάκη και πρέπει να του βρήκε αυτή τη κοπελιά.

Και λέει του Γιώργη ο άντρας μου να μη πηγαίνει δρόμο δρόμο αλλά από τα χωράφια γιατί στσι δρόμους είναι Γερμανοί. Ο Γιώργης του’δειξε ένα πιστόλι που το’χε βάλει μέσα στο στιβάνι. Ο άντρας μου τόνε παρακάλεσε χίλιες φορές να τ’αφήσει στο σπίτι κι άμα γυιαγύρει να περάσει να το πάρει.

Ο Γιώργης ήβαλε το γέλια και μας είπε ότι δεν τσι φοβάται στσι Γερμανούς. Κι επήγε στον Άγιο Αντρέ. Και την άλλη μέρα μας ήρθενε το μαντάτο. Ότι έπεσε σε ενέδρα τω Γερμανώ στον Άγιο Αντρέ και τόνε σκοτώσανε. Εκειά, στο χωριό, τόνε θάψανε. Ήρθανε δα ύστερα οι συγγενείς μας από τον Άγιο Αντρέ και μας είπανε ήντα γίνηκε.

Δε θέλω να θυμούμαι αυτά μου μας είπανε. Ο Φλεβάρης είχε 22. Και σε τρεις μήνες, το Μάη του 1944 εσκοτώθηκε και ο άλλος μου αδερφός ο Μιχάλης στα Χανιά. Τόνε κουτούλησε ένα γερμανικό αυτοκίνητο, επίτηδες μας είπανε αυτοί που ήτανε μπροστά κι είδανε το Μιχάλη από κάτω από το αυτοκίνητο.

Άστα, πολύ στενοχώρια. Κι εφόρουνα πέντε χρόνια τα μαύρα. Δεν ήθελα να τα βγάλω. Τρεις αδερφούς είχα, κι οι τρεις σκοτωμένοι. Δε θέλω να θυμούμαι τσι Γερμανούς…».   

Γεώργιος Α. Καλογεράκης Δρ. Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, Διευθυντής Δημοτικού Σχολείου Καστελλίου