Σοκαράς, 17 Αυγούστου 1944
Σπηλιάρα Σοκαρά, Δευτέρα 17 Αυγούστου 2026. Από δεξιά : Νικόλαος Μπιμπάκης, Ιωάννα Χαλκιαδάκη, κόρη του Γιάννη Χαλκιαδάκη, ενός από τα πέντε αδέρφια που δολοφόνησαν οι γερμανοί στις 17 Αυγούστου 1944, Γεώργιος Καλογεράκης, Γεώργιος Καρτσωνάκης με τη σύζυγό του Αναστασία

Ο Σοκαράς μαρτυρικό, χωριό και πληγωμένο

κι είδενε στα σοκάκια ντου, το αίμα γουρνιασμένο.

Σοκαριανά μου χώματα, η δόξα σας περίσσα

γιατί βαστάτε τσ’ήρωες ολόρθα κυπαρίσσα.

Τέσσερις στίχοι που αντικατοπτρίζουν τη θυσία των 27 παλικαριών του μαρτυρικού  χωριού Σοκαρά και τη θέση της Πέμπτης, 17 Αυγούστου 1944 στην ιστορική μνήμη.

Για να κατανοήσουμε τα γεγονότα του Αυγούστου στον Σοκαρά, με δύο ενδεικτικά παραδείγματα παρουσιάζουμε την κυρίαρχη αντίληψη των αξιωματούχων του κατοχικού στρατού για την Κρήτη και τους Κρητικούς, που καθ’όλη τη διάρκεια της τετράχρονης κατοχής οδηγούσε τα βήματά τους στα εκατοντάδες εγκλήματα πολέμου που διέπραξαν στο  νησί μας.

Την 1η Ιουνίου 1941, οι γερμανοί αλεξιπτωτιστές κατέλαβαν την Κρήτη μετά από τη δεκαήμερη μάχη που έμεινε ορόσημο στην παγκόσμια ιστορία. Στις 3 Ιουνίου πυρπολούν την Κάντανο και δολοφονούν κατοίκους της. Στο τέλος του ανοσιουργήματός τους, τοποθετούν τρεις πινακίδες στην είσοδο του κατεστραμμένου χωριού.

Στη μία απ’αυτές διαβάζουμε :  «Δια την κτηνώδη δολοφονίαν Γερμανών αλεξιπτωτιστών, αλπινιστών και του Μηχανικού από άνδρας γυναίκας παιδιά και παπάδες μαζύ και  διότι ετόλμησαν να αντισταθούν κατά του Μεγάλου Ράιχ, κατεστράφη την 3η  – 6  – 1941 η Κάνδανος εκ θεμελίων δια να μη επαναοικοδομηθεί πλέον ποτέ». Η Κάντανος καταστράφηκε γιατί οι κάτοικοί της ετόλμησαν να αντισταθούν στον μεγάλο ράιχ.

Στις 13 Σεπτεμβρίου 1941, τρεις μήνες μετά την κατάληψη της Κρήτης, ο Πρόεδρος της Κοινότητας Σμαρίου Πεδιάδος με έγγραφό του ζητά από τον κατοχικό στρατό να αποφυλακιστεί ο συγχωριανός του Χρήστος Δαβάκης που ήταν αιχμάλωτος στο Καπετανάκειο, επειδή οι γονείς του Ιωάννης και Μαρία καθώς και η αδερφή του Αικατερίνη ήταν ανίκανοι να εργαστούν.

Το γερμανικό φρουραρχείο, μετά από δύο μήνες, στις 11 Νοεμβρίου 1941, απάντησε ότι «η απόλυσις του Χρήστου Ιωάννου  Δαβάκη είναι αδύνατος επί του παρόντος καθ’ό  Κρης». Ο Φρούραρχος Ηρακλείου αποφάσισε ότι επειδή ο Χρήστος Δαβάκης είναι Κρητικός, δεν θα υπογράψει την απόλυσή του.

Το μίσος που καθόρισε την αντιμετώπιση του πληθυσμού της Κρήτης από τους κατακτητές τα χρόνια 1941-1944, ξεκίνησε από την πρώτη ημέρα της Μάχης της Κρήτης, βλέποντας την παλλαϊκή και σθεναρή αντίσταση των κατοίκων στην επιχείρηση κατάληψής της, που είχε ως αποτέλεσμα χιλιάδες νεκρούς γερμανούς αλεξιπτωτιστές.

…………………

Την Πέμπτη 17 Αυγούστου 1944, στη θέση «Σπηλιάρα» του Σοκαρά, δολοφονήθηκαν άνανδρα από άνδρες του τακτικού και φασιστικού γερμανικού στρατού, 27 κάτοικοι του χωριού. Για το έγκλημα αυτό κατά της ανθρωπότητας, στοιχεία αντλούμε από το παρακάτω κείμενο του δικηγόρου και αξιόλογου ιστορικού ερευνητή της κατοχικής αντίστασης της Κρήτης Γεωργίου Καρτσωνάκη, που εμπεριέχεται στο ανέκδοτο βιβλίο του «Εν Σωκαρά εγένετο».

Σπηλιάρα Σοκαρά, το μνημείο πεσόντων

Και είναι σημαντική η αναφορά μας στο βιβλίο, γιατί μαζί με τα γεγονότα, ο συγγραφέας  παραθέτει χωρίς ενδοιασμούς και αστερίσκους, όλα τα ονόματα που συνέθεσαν το ιστορικό της 17ης Αυγούστου 1944 στον Σοκαρά, και των θυμάτων και των θυτών και  φίλων του ναζιστικού μορφώματος που είχε καταλάβει την Κρήτη. Διαβάζουμε :

«…το γραφείο Χάρτμαν με πληροφορίες φυσικά Ελλήνων δοσιλόγων, είχε ετοιμάσει πλέον τον κατάλογο, που περιείχε 60 ονόματα Σοκαριανών.

Ο κατάλογος αυτός γνωστοποιήθηκε στον Διοικητή του Φρουρίου Κρήτης, τον Στρατηγό Μίλερ και αντίγραφό της μετέφερε ο Ανθυπολοχαγός Μπούνεμαν, που ήταν Αξιωματικός του Χάρτμαν, στον Φρούραρχο Πύργου Βίλλυ Κούκλερ και τον επικεφαλής της Γερμανικής Αστυνομίας Μονοφατσίου Τίτο Σπρέγκερ, μαζί με τη διαταγή του Στρατηγού Μίλερ για την άμεση σύλληψη και εκτέλεση των 60 Σοκαριανών και την καταστροφή του Σοκαρά.

Τη διαταγή αυτή, της καταστροφής του Σοκαρά και της εκτέλεσης των 60 Σοκαριανών, καθώς και τις άλλες πράξεις που τέλεσε σε βάρος των Κρητικών, καθόλη τη διάρκεια της Διοίκησης του Φρουρίου Κρήτης, ο Στρατηγός Μίλερ και μαζί του ο Φρούραρχος της ΓΚΕΣΤΑΠΟ Μοιρών Τίτο Σπρέγκερ καταδικάστηκαν σε θάνατο με την με αριθμό 3/9-12-1946 απόφαση του Ειδικού Δικαστηρίου Εγκληματιών Πολέμου και εκτελέστηκαν στις 20-5-1947.

Ήταν οι τρεις, μαζί με τον Στρατηγό Μπρούνο Μπρόγερ, από τους οκτώ Γερμανούς αξιωματικούς, που η Συμμαχική Επιτροπή ενέκρινε να συλληφθούν και να δικαστούν στην Ελλάδα, από τον ονομαστικό κατάλογοι των 1127 Γερμανών αξιωματικών και στρατιωτών, που είχε συντάξει η Ελληνική Αντιπροσωπεία, αποτελούμενη από τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημήτριο Κιουσόπουλο, τον Συνταγματάρχη Τσιγάντε και τον Αντιπρόεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας Τσαμαδό.

Επικεφαλής του Γερμανικού Εκτελεστικού Αποσπάσματος για την εκτέλεση των 60 Σοκαριανών, ορίστηκε ο Στρατιωτικός Διοικητής Μονοφατσίου Ταγματάρχης Κόχεν Άουζεν.

Οι Σοκαριανοί είχαν τις πληροφορίες ότι κινδυνεύουν να συλληφθούν, γι’αυτό μέσα στο χωριό εκινούντο με προφυλάξεις, τις νύκτες όμως, διανυκτέρευαν στην εξοχή, στα βουνά και στα σπηλιάρια.

Την παραμονή – 16 Αυγούστου 1944 – ο τότε Πρόεδρος της Κοινότητας Ασημίου, (Καλιτσουνάκης Εμμανουήλ), περιφερόμενος στον Σοκαρά, δήλωνε στους Σοκαριανούς να μην διανυκτερεύουν έξω από τα σπίτια τους, διότι εάν τα περίπολα ανεύρουν στην εξοχή άτομα που διανυκτερεύουν και κρύβονται θα εκτελούνται, ενώ όσοι ευρίσκονται στα σπίτια τους εγγυάται για την ασφάλειά τους και τη ζωή τους. Έτσι οι Σοκαριανοί πείστηκαν στις διαβεβαιώσεις του και εκείνο το βράδυ οι περισσότεροι κοιμήθηκαν στα σπίτια τους.

Την νύκτα της 16ης προς 17η Αυγούστου 1944, ο Νικόλαος Βασιλείου Μαγιάσης, διερμηνέας της Γερμανικής Αστυνομίας Μοιρών, διανυκτέρευσε στο σπίτι του Προέδρου του Ασημίου με το πρόγραμμα της επόμενης ημέρας, συνοδεύοντας τον Φρούραρχο Μοιρών Τίτο Σπρέγκερ.

Μαζί τους, το πρωί, ο Φρούραρχος Πύργου Βίλλυ Κούκλερ, συνοδευόμενος από τους διερμηνείς του, έφθασαν στον Σοκαρά, για να  εκτελέσουν την διαταγή του Στρατηγού Μίλερ. Την νύκτα ο Σοκαράς είχε περικυκλωθεί από δυνάμεις δύο λόχων του Γερμανικού στρατού και με την ανατολή οι Σοκαριανοί (άνδρες και γυναίκες) κλήθηκαν να συγκεντρωθούν σε αίθουσα του Δημοτικού Σχολείου.

Εκεί έγινε η αναγνώριση των ταυτοτήτων τους. Από τους 60 Σοκαριανούς που ήταν εγγεγραμμένοι στον κατάλογοι ανευρέθησαν και συνελήφθησαν 29 άντρες. Εξ’αυτών οι δύο, ο Αριστείδης Γυπαράκης και ο γιος του Νικόλαος μεταφέρθηκαν στις Μοίρες, όπου υπέστησαν μύριους εξευτελισμούς και βασανιστήρια, έως ότου αφεθούν ελεύθεροι μετά από 22 ημέρες.

Ο εκ των συλληφθέντων  Γεώργιος Κυριακάκης, προσκλήθηκε από τον Τίτο Σπρέγκερ να παραδώσει το όπλο που κατείχε, εκείνος αρνήθηκε ότι είχε όπλο και υφιστάμενος εξευτελισμούς και ξυλοδαρμό μεταφέρθηκε με συνοδεία στο σπίτι του, προκειμένου να γίνει έρευνα.

Στην επίμονη άρνησή του έγινε επισταμένη έρευνα και το όπλο ανευρέθη μέσα στα άχυρα. Αιμόφυρτος μεταφέρθηκε στην ΣΠΗΛΙΑΡΑ, όπου είχαν μεταφερθεί εν τω μεταξύ και οι υπόλοιποι 26 άνδρες, αλυσοδεμένοι ανά τρεις.

Έτσι όλοι μαζί οδηγήθηκαν από τον βάρβαρο κατακτητή στο στάδιο του τελευταίου αγώνα, στο τότε ανώνυμο μέρος, τη «ΣΠΗΛΙΑΡΑ», με αξιοπρέπεια, με σεμνότητα και εθνική υπερηφάνεια, για να ακουμπήσουν την ιστορία. Τους έστησαν μπροστά στα πολυβόλα, χωρίς δίκη, χωρίς απολογία.

Ο Δημήτριος Βασιλείου Σαρρής, ένα από τα 27 παλικάρια του Σοκαρά που δολοφονήθηκαν από τους άντρες του τακτικού γερμανικού στρατού στις 17 Αυγούστου 1944

Ο αντρίκιος χορός της λευτεριάς έχει αρχίσει. Ο θάνατος σέρνει το χορό. Ακολουθούν πίσω του χορεύοντας κάτω από τις ομοβροντίες του Εκτελεστικού αποσπάσματος απροσκύνητοι οι 27 Γενναίοι Σοκαριανοί…».

Η δολοφονία των 27 ηρώων του Σοκαρά, καταγράφηκε στην ιστορική μνήμη ως ένα από τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας του φασιστικού και ναζιστικού τακτικού γερμανικού στρατού και των αξιωματούχων του.

Η αφετηρία αυτής της αποτρόπαιας πράξης, είναι η κυρίαρχη αντίληψη των γερμανών αξιωματούχων για την Κρήτη και το μίσος που έτρεφαν για τους κρητικούς. Δεν ήταν δυνατόν, κατά την αντίληψή τους, οι υπόδουλοι να αντιστέκονται στον μεγάλο ράιχ, όπως κατέγραψαν στην στήλη της Καντάνου. Να επαναλάβουμε τη φράση.

Διότι ετόλμησαν να αντισταθούν κατά του Μεγάλου Ράιχ. Εκκωφαντικά, οι Σοκαριανοί όμως αντιστάθηκαν στον κατοχικό στρατό, υπερασπίζοντας με τους αγώνες τους τις ιδέες της ελευθερίας, της ανεξαρτησίας και της αξιοπρέπειας.

Δεν υπάρχει προηγούμενη ιστορική καταγραφή στην παγκόσμια ιστορία, όπου ένας απάνθρωπος κατοχικός στρατός να στήνει στο εκτελεστικό απόσπασμα έναν πατέρα και πέντε γιους. Και στο ίδιο απόσπασμα ακόμη τέσσερις αδερφούς. Για να έρθει η λαϊκή ποιήτρια Άννα Σκανδαλάκη να το καταγράψει με τους στίχους της :

Τση μάνας τση Σοκαριανής, εμαύρισ’η ψυχή τση

το ταίρι τζη όντεν έμπαινε στη γη κι οι πέντε γιοι τζη.

Η μάνα αυτή ήταν η  Χαρκιδογιώργαινα που σε μια στιγμή έχασε τον άντρα και τους πέντε γιους της. Και στο ίδιο απόσπασμα τέσσερις αδερφοί. Και ένας χαροκαμένος πατέρας, ο Νικόλαος Ορφανός, που έχασε κι αυτός σε μια στιγμή τα τέσσερα παιδιά του. Η μητέρα τους Εργίνα δεν ζούσε τότε. Και μας τονίζει ο στίχος ότι ήταν :

…τέσσερις γιοι του Ορφανού του γέρο Νικολάκη…

Για κάθε έναν νεκρό ήρωα του Σοκαρά, αξίζει ένα στεφάνι. Εδώ στη Σπηλιάρα σήμερα, που οι συγχωριανοί τους και όλες οι αρχές του τόπου επιτελούν το οφειλόμενο χρέος. Χρέος προς τα 27 παλικάρια, χρέος προς την ιστορία.

Τα παλικάρια του Σοκαρά που έδωσαν το αίμα τους για τη λευτεριά, την ανεξαρτησία της χώρας μας και την αξιοπρέπεια των ανθρώπων

Η σημερινή τελετή εδώ στη Σπηλιάρα, αναπόσπαστο κομμάτι της δημόσιας ιστορίας και της διαμόρφωσης της ιστορικής μνήμης του τόπου, γίνεται φραγμός και στους διάφορους αναθεωρητές που προσπαθούν να παραγράψουν, να αλλοιώσουν, να πλαστογραφήσουν και να λογοκρίνουν τα γεγονότα. Λησμονούν όμως μία γενική αρχή της ιστορικής επιστήμης. Ότι τελικά, η αλήθεια πάντοτε αποκαλύπτεται.

Σ’αυτούς όλους που εργάζονται να επέλθει η λήθη και που δυστυχώς αρκετοί απ’αυτούς δεν βρίσκονται μόνο σε πανεπιστημιακές έδρες αλλά και ανάμεσά μας, αφιερώνουμε τους παρακάτω στίχους :

Στην Κρήτη απάνω αθύμιαστο, χώμα να μη μπομένει

γιατί σε κάθε πατουχιά, ειν’ήρωες θαμμένοι.

Αγίοι τη φυλάσσουνε, την Κρήτη κι αντρειωμένοι

κι εύκολα εις το χώμα τζη, τ’άγιο εχθρός δε μπαίνει.

…………………

Από το μνημόσυνο των 27 Σοκαριακών, που τελέστηκε στον ναό των Αγίων Δέκα Μαρτύρων, τη Δευτέρα 17 Αυγούστου 2026

Η δολοφονία των 27 Σοκαριανών την Πέμπτη 17 Αυγούστου 1944, εντάσσεται στις εκατοντάδες αποτρόπαιες ομαδικές εκτελέσεις που έγιναν με διαταγές των Διοικητών του “Φρουρίου Κρήτη” Στούντεντ, Αντρέ, Μπρόγερ, Μίλερ και Μπέντακ. Η έναρξή τους οριοθετείται από την πρώτη ημέρα της Μάχης της Κρήτης, την Τρίτη 20 Μαΐου 1941 ως το Σάββατο 26 Μαΐου 1945, λίγες ημέρες πριν την αποχώρησή τους από την “Οχυρά Θέση Χανίων”.

Στην τοποθεσία “Σταυρωμένος” Ρεθύμνου,  οι Γερμανοί αλεξιπτωτιστές ξεκίνησαν τον χορό του θανάτου, δολοφονώντας ομαδικά εννέα πατριώτες, το δειλινό της πρώτης ημέρας της Μάχης της Κρήτης.  Ως το πρώτο δεκαήμερο του Σεπτεμβρίου 1941, με το αφήγημα των αντιποίνων, της συμμετοχής του πληθυσμού στη Μάχη της Κρήτης, σε ολόκληρο το νησί πραγματοποιήθηκαν  32 ομαδικές εκτελέσεις και δολοφονήθηκαν εκατοντάδες πατριώτες.

Από τον Σεπτέμβριο του 1941 ως τις τελευταίες ημέρες της ναζιστικής κατοχής στις αρχές Ιουλίου 1945,  διενεργήθηκαν δύο εκατοντάδες εκτελέσεις με χιλιάδες θύματα.

Η αντίστροφη μέτρηση για την απελευθέρωση της Κρήτης ξεκίνησε τον Σεπτέμβριο του 1944 με την αποχώρηση των κατοχικών δυνάμεων από τον νομό Λασιθίου και την ύπαιθρο του νομού Ηρακλείου. Στις 11 Οκτωβρίου 1944 αποχώρησαν από την πόλη του Ηρακλείου και τον νομό Ρεθύμνου, με προορισμό τα Χανιά.

Εκεί δημιούργησαν μια ζώνη που ξεκινούσε από τα Χανιά ως τον Αλικιανό δυτικά και ως τις Καλύβες Αποκορώνου ανατολικά, ονομάζοντάς την «Οχυρά Θέση Χανίων». 17.000 Γερμανοί στρατιώτες, το πολεμικό υλικό και τα μηχανοκίνητα μέσα τους, μια ικανή πολεμική δύναμη, με Διοικητή τον Στρατηγό Χανς Μπέντακ.

Τρεις νεκροί κι ένας τραυματίας ήταν ο επίλογος για την Κρήτη τα χρόνια 1941-1945, από έναν βάρβαρο κατοχικό στρατό.  Νεκροί ήταν ο Βουραδάκης Αναστάσιος, ο Κατσιγαράκης Εμμανουήλ και ο Χανιωτάκης Γεώργιος. Τραυματίας ο Αποθηκιανάκης Αναστάσιος, όλοι από το χωριό Αλικιανός Χανίων.

Για τον Βουραδάκη Αναστάσιο, ο Σχολικός Σύμβουλος Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης και Αλικιανιώτης Εμμανουήλ Νικολακάκης θυμάται  : «Στο χωριό μας οι Γερμανοί διατηρούσαν ένα φυλάκιο, μια δύναμη στρατιωτών. Λίγο πριν εγκαταλείψουν τα Χανιά,  κάποιοι θερμόαιμοι χωριανοί μας σκέφτηκαν κα πήγαν και πυροβόλησαν τον σκοπό του φυλακίου και τον σκότωσαν.

Οι Γερμανοί εξαγριώθηκαν και ήθελαν να πάρουν εκδίκηση. Από το Μετόχι του Ησυχάκη, στην άκρη του Αλικιανού φάνηκε απέναντι ο Αναστάσης Βουραδάκης με το σκαπέτι στον ώμο του. Μόλις είχε τελειώσει τη δουλειά στο περβόλι του. Τον πυροβόλησε ένας Γερμανός και τον χτύπησε στα πόδια.

Ο Αναστάσης έπεσε κάτω και ο Γερμανός τον πλησίασε. Στις παρακλήσεις του Αναστάση να μην τον σκοτώσει, ο γερμανός τον εκτέλεσε με μια σφαίρα στο κεφάλι. Το Σάββατο 26 Μαΐου 1945».

Για τον Κατσιγαράκη Μανόλη και τον Αποθηκιανάκη Αναστάσιο η κόρη του πρώτου Μανολία Κατσιγαράκη διηγείται : «Ο πατέρας μου είχε πολεμήσει στη Μικρά Ασία. Και τραυματίστηκε στο Μαύρο Βράχο (σημ. στη μάχη του Καλέ Γκρότο). Εγύρισε από τη Μικρά Ασία και παντρεύτηκε. Λίγο πριν τον πόλεμο.

Όταν επέφτανε οι Γερμανοί στην Κρήτη η μάνα μου είχε ένα παιδί μωρό κι ήτανε δεκαοκτώ χρονών.  Όταν εφεύγανε οι γερμανοί από τα Χανιά κι είχανε ανατινάξει τα πυρομαχικά ντως, ο πατέρας μου εσίμωσε να δει τι γίνεται. Πήγαν μαζί  με έναν άλλο χωριανό, τον Αναστάση Αποθηκιανάκη.

Η μάνα μου εγκυμονούσε εμένα. Έγκυος και εικοσιδυό χρονών κοπελιά. Τους είδε ένας και τους πυροβόλησε. Ο πατέρας μου δεν εβλάφτηκε από τσι σφαίρες και μπήκε σ’ένα σπίτι να κρυφτεί. Τον Αναστάση τον πήρε μια σφαίρα στον ώμο αλλά αυτός κατάφερε να ξεφύγει. Τον βρήκε τον πατέρα μου στο σπίτι που κρύφτηκε ο Γερμανός και με μια ριπή τόνε σκότωσε. Η μάνα μου άκουσε τους πυροβολισμούς και ανησύχησε.

Ο μικρός μου αδερφός τεσσάρων χρονών, της έλεγε ότι το μπαμπά μου τον σκότωσαν οι Γερμανοί. Αυτή τον χτύπησε στο στόμα. Μη λες τέτοια πράματα, του είπε. Και βγήκε να τον γυρέψει. Είδε ένα αμάξι να περνά και να έχει στη καρότσα μια πόρτα μ’έναν άντρα σκεπασμένο με σεντόνι.

Ένας χωριανός πάνω από την καρότσα του φορτηγού τις είπε ότι δεν είναι σοβαρά χτυπημένος. Ήτανε έγκυος και φοβήθηκε να της πει την αλήθεια. Κοπελιά η μάνα μου έσυρε ένα σάλτο και ανέβηκε στην  καρότσα. Έριξε πέρα το σεντόνι κι είδε τον πατέρα μου. Εγώ γεννήθηκα μετά και πήρα το όνομά του. Μανόλης ο πατέρας μου, Μανολία εγώ.  Αργότερα που μεγάλωσα μου έλεγε ο αδερφός μου ότι ήμουν τυχερή που δεν τον γνώρισα.

Γιατί ; του έλεγα. Γιατί εμένα μου δείξανε ένα κεφάλι του πατέρα μου και το προσκύνησα. Και ήμουνα τεσσάρων χρονώ. Από τις σφαίρες του πολυβόλου είχε κοπεί το κεφάλι του πατέρα μου. Η μάνα μου έβαλε ένα μαύρο μαντήλι στα εικοσιδυό της χρόνια και δεν το’βγαλε ποτέ ως το θάνατό της. Τον πατέρα μου σκοτώσανε οι Γερμανοί το Σάββατο 26 Μαΐου 1945».

Για τον Χανιωτάκη Γεώργιο, ο γιος του Χανιωτάκης Γεώργιος  λέει : «Ο πατέρας μου ο Γιώργης πολέμησε στην Αλβανία με τσι Ιταλούς. Η μάνα μου η Μαρία ήταν έγκυος εμένα και αποφασίσανε το παιδί που θα γεννηθεί να το βγάλουνε Γιώργη, αν ήθελε σκοτωθεί στον πόλεμο να μείνει το όνομά του.

Ο Γιώργης Χαλκιαδάκης, γιος του Μανόλη Χαλκιαδάκη, ενός από τα πέντε αδέλφια Χαλικιαδάκηδες που δολοφόνησαν οι γερμανοί την Πέμπτη 17 Αυγούστου 1944 στην τοποθεσία Σπηλιάρα του Σοκαρά

Και εγεννήθηκα εγώ. Και με βγάλανε Γιώργη. Είχε ο πατέρας μου δυο αγελάδες, δυο μοσχάρια κι ένα άλογο και κάθε μέρα τα πήγαινε σ’ένα χωράφι που είχαμε δίπλα στον ποταμό Κερίτη. Και όταν εφεύγανε οι Γερμανοί από τα Χανιά, εμαζώξανε τα πυρομαχικά σ’ένα μέρος και εβάλανέ ντως φωτιά να μη πέσουνε στα χέρια των ανταρτών. Ένα βλήμα έκοψε τα σύρματα του ρεύματος που παίρνανε ρεύμα οι Γερμανοί στα φυλάκια ντως στον Αλικιανό και έπεσε κάτω. Δεν εδώσανε καμιά εντολή να κόψουνε το ρεύμα.

Ο πατέρας μου το ήξερε το πεσμένο σύρμα. Κι επρόσεχε, δεν επερνούσε κοντά του. Το έλεγε και στσι χωριανούς. Να μη περνούνε από εκεί. Αλλά μια μέρα καθώς έβγαζε τα ζώα να τα πάει στο χωράφι, η μια αγελάδα μυγιάστηκε. Τότε δεν είχανε σκοινιά αλλά τις δένανε με αλυσίδες.

Και όλα τα ζώα επηγαίνανε προς το κομμένο σύρμα. Έκανε προσπάθειες ο πατέρας μου να τα σώσει αλλά στη προσπάθειά του επέσανε τα οζά στο σύρμα. Και γίνανε κάρβουνο. Το ίδιο και ο πατέρας μου. Η μάνα μου η Μαρία επειδή αργούσε εκείνη την ημέρα, πήρε τη μάνα της τη Χρυσούλα να πάνε να δούνε τι εγίνηκε και αργεί. Εκακοβάλανε με το μυαλό ντως. Και πραγματικά τον είδανε από μακριά πεσμένο κάτω και τα ζώα καρβουνιασμένα.

Έτρεξε πάει κοντά του και ευτυχώς την επρόλαβε η μάνα της και την έσυρε. Εφορούσε λαλήνια, ξύλινα παπούτσια κι έτσι εσώθηκε η μάνα μου και δεν σκοτώθηκε κι αυτή.  Πώς να τον πάρουνε ύστερα τον πατέρα μου ; Ποιος ήθελα σιμώσει ; Επήγανε δυο χωριανοί, ο Γεωργιακάκης Γιώργης και ο Μουζουράκης Νικόλαος, μ’ένα όπλο.

Και έβαλε ο ένας τον ώμο του και ο άλλος ακούμπησε το όπλο πάνω του και με δυο σφαίρες έκοψε το υπόλοιπο σύρμα και τον επήρανε. Εφέρανέ ντονε στο σπίτι μας απάνω σε ένα σεντόνι. Έτσι επήγε ο πατέρας μου ο Γιώργης Χανιωτάκης. Από τα ηλεκτροφόρα σύρματα τω Γερμανώ. Το Σάββατο 2 του Ιούνη 1945».

Ο Γεώργιος Α. Καλογεράκης είναι Δρ. Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, Διευθυντής Δημοτικού Σχολείου Καστελλίου