Υπάρχουν στιγμές στη σκέψη του Αποστόλου Παύλου όπου ο άνθρωπος φαίνεται να κινείται ανάμεσα σε δύο κατευθύνσεις, να ψάχνει προς τα μέσα, αναζητώντας το θεμέλιο που τον κρατά, και να στρέφεται προς τον χρόνο που έρχεται απροειδοποίητα.

Αυτή η διπλή στάση δεν αποτελεί αντίφαση, αλλά τον τρόπο με τον οποίο ο Παύλος κατανοεί την ανθρώπινη σταθερότητα, μόνο όποιος γνωρίζει τον εσωτερικό του κόσμο και ξέρει πώς να τον ενισχύει μπορεί να παραμένει άγρυπνος χωρίς φόβο. Ο Απόστολος αρθρώνει έτσι μια ανθρωπολογία που στηρίζεται σε δύο άξονες: την εσωτερική ενδυνάμωση και την εγρήγορση απέναντι στον χρόνο.

Η πρώτη κίνηση σχετίζεται άρρηκτα με τον «ἐσωτερικὸν ἄνθρωπον», ο οποίος καλείται να ενισχυθεί ψυχικά, ώστε η παρουσία του Χριστού να κατοικήσει στην καρδιά του και να τον καταστήσει «ἐρριζωμένον καὶ τεθεμελιωμένον ἐν ἀγάπῃ» (Εφ. 3, 16-17). Η αγάπη εδώ δεν λειτουργεί ως απλό συναίσθημα, αλλά ως το βαθύ θεμέλιο από το οποίο ο άνθρωπος αντλεί αντοχή.

Αυτή η εσωτερική θεμελίωση, ωστόσο, απειλείται διαρκώς από εξωτερικές παραμορφώσεις. Ο Παύλος προειδοποιεί αυστηρά απέναντι σε σχήματα σκέψης που υπόσχονται σοφία, αλλά τελικά αιχμαλωτίζουν τον άνθρωπο: «Βλέπετε μή τις ὑμᾶς ἔσται ὁ συλαγωγῶν διὰ τῆς φιλοσοφίας καὶ κενῆς ἀπάτης, κατὰ τὴν παράδοσιν τῶν ἀνθρώπων, κατὰ τὰ στοιχεῖα τοῦ κόσμου καὶ οὐ κατὰ Χριστόν» (Κολ. 2, 8).

Η αληθινή εσωτερική σταθερότητα δεν χτίζεται πάνω σε αφηρημένες ανθρώπινες κατασκευές ή ιδεολογικές βεβαιότητες που «συλαγωγούν» (συλούν και αιχμαλωτίζουν) το πνεύμα. Αντίθετα, η βεβαιότητα του πιστού εδράζεται στο ότι στο πρόσωπο του Χριστού «κατοικεῖ πᾶν τὸ πλήρωμα τῆς θεότητος σωματικῶς» (Κολ. 2, 9). Η εσωτερική ενδυνάμωση, επομένως, δεν είναι μια αόριστη αυτοβελτίωση, αλλά η σύνδεση του ανθρώπου με την αληθινή πηγή της ζωής.

Η εσωτερική αυτή πληρότητα δεν μένει θεωρητική· μεταφράζεται αναπόδραστα σε στάση ζωής και πράξη. Όπως σημειώνει ο Απόστολος, η «δόξα δὲ καὶ τιμὴ καὶ εἰρήνη» ανήκει «παντὶ τῷ ἐργαζομένῳ τὸ ἀγαθόν» (Ρωμ. 2, 10). Η ειρήνη της ψυχής δεν χαρίζεται ως παθητική κατάσταση, αλλά ως καρπός της ενεργού επιλογής του αγαθού. Η πράξη του αγαθού είναι η εξωτερική εκδήλωση του ριζωμένου εσωτερικού ανθρώπου.

Η δεύτερη κίνηση στρέφεται προς το μέλλον. Η «ἡμέρα τοῦ Κυρίου» δεν θα αναγγελθεί, αλλά θα φτάσει «ὡς κλέπτης ἐν νυκτί»· γι’ αυτό, ο άνθρωπος δεν καλείται να την προβλέψει, αλλά να βρίσκεται σε διαρκή επαγρύπνηση (Α΄ Θεσ. 5, 2-6). Η εγρήγορση δεν σημαίνει φόβο, αλλά τρόπον ύπαρξης. Όποιος διαθέτει ένα σταθερό εσωτερικό κέντρο, προστατευμένο από την «κενή απάτη» και τρεφόμενο από το αγαθό, δεν παραδίδεται στην αδιαφορία ούτε στη νάρκη μιας ψευδούς ασφάλειας.

Η δύναμη που περιγράφει ο Παύλος δεν είναι εξουσιαστική, αλλά δύναμη υπομονής και αντοχής. Ο άνθρωπος που έχει ριζώσει στην αγάπη δεν χρειάζεται να γνωρίζει πότε θα έρθει η κρίσιμη στιγμή· αρκεί να βρίσκεται σε κατάσταση ετοιμότητας. Γι’ αυτό οι «υἱοὶ φωτός» και «υἱοὶ ἡμέρας» (Α΄ Θεσ. 5, 5) δεν ορίζονται από τη γνώση, αλλά από τη στάση ζωής τους.

Αυτό σημαίνει ότι η αγάπη, η πίστη και η ελπίδα δεν αποτελούν αφηρημένες αρετές, αλλά βιωματικούς τρόπους ύπαρξης: η αγάπη ριζώνει τον άνθρωπο, η πίστη τον στηρίζει και η ελπίδα τον κρατά σε εγρήγορση (Εφ. 3, 17· Α΄ Θεσ. 5, 8).

Η παύλεια διδασκαλία καταλήγει σε κάτι απλό και βαθύ: ο άνθρωπος καλείται να θεμελιώσει τόσο γερά μέσα του το φως -μακριά από κοσμικές απάτες και μέσα από την εργασία του αγαθού- ώστε όταν έρθει η ώρα της δοκιμασίας να μη χρειαστεί να το αναζητήσει έξω από τον εαυτό του.

Ο Γεώργιος Η. Ορφανός είναι φιλόλογος, Msc Διαχ/σης Πολιτιστικής Κληρονομιάς & Διαχ/σης Πληροφ/κων Συστημάτων