Η Τουρκία δεν κρύβει πλέον τον αναθεωρητικό χαρακτήρα της πολιτικής της. Η συστηματική αμφισβήτηση των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων, οι μονομερείς διεκδικήσεις και οι προσπάθειες δημιουργίας τετελεσμένων στην Ανατολική Μεσόγειο και το Αιγαίο δεν είναι τυχαία ή μεμονωμένα περιστατικά.
Αποτελούν μέρος μιας σταθερής στρατηγικής, με έναν σαφή στόχο, να μεταβληθούν οι ισορροπίες στην περιοχή και να περιοριστούν στην πράξη τα δικαιώματα της Ελλάδας. Απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα, η Αθήνα δεν μπορεί να απαντά διαρκώς με διαπιστώσεις, διαβήματα και δηλώσεις.
Η διπλωματική αντίδραση είναι απαραίτητη, αλλά από μόνη της δεν αρκεί. Χρειάζεται πρωτοβουλία, σχέδιο και κυρίως πολιτική βούληση να υπερασπιστούμε στην πράξη όσα δικαιούμαστε.
Η Ελλάδα έχει στα χέρια της ένα ισχυρό όπλο, το Διεθνές Δίκαιο και ειδικότερα το Δίκαιο της Θάλασσας. Δεν αρκεί να επικαλούμαστε τα δικαιώματά μας. Πρέπει να τα ασκούμε, όταν οι συνθήκες το επιτρέπουν και όταν αυτό υπηρετεί τον εθνικό σχεδιασμό.
Η οριοθέτηση ΑΟΖ και η επέκταση της αιγιαλίτιδας ζώνης μέχρι τα 12 ναυτικά μίλια, όπου και όταν κρίνεται ότι εξυπηρετεί τα ελληνικά συμφέροντα, δεν μπορεί να παραμένουν διαρκώς αντικείμενο συζήτησης χωρίς συγκεκριμένο σχεδιασμό. Χρειάζεται μια ολοκληρωμένη εθνική στρατηγική, η οποία θα συνδυάζει το Διεθνές Δίκαιο, τη διπλωματία, την οικονομία και την αποτρεπτική ισχύ της χώρας.
Όμως, η τουρκική αναθεωρητική πολιτική δεν αφορά μόνο τις σχέσεις Αθήνας και Άγκυρας. Αφορά άμεσα και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Όταν αμφισβητούνται δικαιώματα ενός κράτους-μέλους, η Ευρώπη δεν μπορεί να παραμένει θεατής. Η Ελλάδα οφείλει να θέσει το ζήτημα με μεγαλύτερη ένταση και συνέπεια στους ευρωπαϊκούς θεσμούς και να απαιτήσει έμπρακτη αλληλεγγύη.
Η προστασία των εξωτερικών συνόρων της Ένωσης, η ασφάλεια στην Ανατολική Μεσόγειο και το Αιγαίο και ο σεβασμός του Διεθνούς Δικαίου δεν είναι μόνο ελληνική υπόθεση, είναι και ευρωπαϊκή υπόθεση.
Και τελικά, εκεί θα κριθεί και η ίδια η αξιοπιστία της Ευρώπης, αν πράγματι αντιλαμβάνεται τον εαυτό της ως κοινότητα ασφάλειας ή αν περιορίζεται στον ρόλο μιας οικονομικής ένωσης που αντιδρά μόνο όταν η κρίση έχει ήδη ξεσπάσει. Η Ελλάδα έχει δημιουργήσει τα τελευταία χρόνια ένα σημαντικό δίκτυο διμερών και πολυμερών συνεργασιών.
Οι σχέσεις με τη Γαλλία, το Ισραήλ και άλλους στρατηγικούς εταίρους αποτελούν σημαντικό κεφάλαιο. Όμως, οι συμμαχίες δεν κρίνονται μόνο στις υπογραφές και στις κοινές δηλώσεις. Κρίνονται στην πράξη, στις κοινές ασκήσεις, στη διαλειτουργικότητα των Ενόπλων Δυνάμεων, στην ανταλλαγή πληροφοριών, στον συντονισμό σε πραγματικές κρίσεις, καθώς και την κοινή αντίληψη για τις απειλές που διαμορφώνονται στην περιοχή.
Εκεί πρέπει να επενδύσει η Ελλάδα, στη δημιουργία πραγματικού επιχειρησιακού βάθους και όχι απλώς ενός εντυπωσιακού διπλωματικού δικτύου.
Το σημαντικότερο, όμως, είναι να αλλάξει η ίδια η αντίληψη για την αποτροπή. Αποτροπή δεν σημαίνει υψηλούς τόνους. Δεν σημαίνει καθημερινές δηλώσεις και επικοινωνιακές αντιπαραθέσεις. Αποτροπή σημαίνει να γνωρίζει ο αντίπαλος ότι μια επιθετική ή προκλητική ενέργεια θα έχει κόστος και ότι η Ελλάδα διαθέτει τη δυνατότητα, την προετοιμασία και την πολιτική βούληση να αντιδράσει.
Αυτό απαιτεί διαρκή επιχειρησιακή ετοιμότητα, αξιόπιστη επιτήρηση της περιοχής, σαφή σχέδια αντίδρασης για διαφορετικά σενάρια, αποτελεσματικό συντονισμό πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας, αξιοποίηση των συμμαχικών δυνατοτήτων και πάνω απ’ όλα, ξεκάθαρες κόκκινες γραμμές.
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται να αναζητήσει τη σύγκρουση με την Τουρκία. Χρειάζεται όμως να καταστήσει απολύτως σαφές ότι δεν πρόκειται να αποδεχθεί τετελεσμένα. Το μήνυμα πρέπει να είναι απλό και χωρίς υπερβολές. Η Ελλάδα δεν επιδιώκει την ένταση. Δεν φοβάται όμως να υπερασπιστεί τα δικαιώματά της.
Αυτό είναι το πραγματικό νόημα της αποτροπής. Η χώρα δεν μπορεί να βρίσκεται διαρκώς ένα βήμα πίσω από τις εξελίξεις, περιμένοντας την επόμενη τουρκική κίνηση για να αντιδράσει.
Χρειάζεται να αποκτήσει η ίδια την πρωτοβουλία των κινήσεων. Γιατί η αξιοπιστία μιας χώρας δεν κρίνεται από το πόσο δυνατά διατυπώνει τις θέσεις της. Κρίνεται από το αν έχει τη δυνατότητα και τη βούληση να τις υπερασπιστεί.
Η εποχή της παθητικής διαχείρισης πρέπει να τελειώσει. Η Ελλάδα χρειάζεται στρατηγική, πρωτοβουλία και αποφασιστικότητα.