(Φιλίππω, 3.8.1941)*

*Πρώτη δημοσίευση: Μανουκάκη, Άννα 2017. «Το Α΄ Πρωτόκολλο της αντιστασιακής οργάνωσης «Κρητική Επαναστατική Επιτροπή» (Φιλίππω, 03/08/1941)». Στο: Κ. Δ. Μουτζούρης (επιμ.), Τα Αστερούσια της Παράδοσης και της Ιστορίας: Πρακτικά Συνεδρίου (Πύργος 14-15, Χάρακας 15 και Εθιά 16-17 Ιουλίου 2016). Ηράκλειο: Κέντρο Κρητικής Λογοτεχνίας, σ. 195-206.

Α΄. Σχετικά με την οργάνωση «Κρητική Εθνική Επαναστατική Επιτροπή» (ΚΕΕΕ)

Η αντιστασιακή οργάνωση «Κρητική Επαναστατική Επιτροπή» (ΚΕΕ), που ονομάστηκε από την Ελληνική Κυβέρνηση της Μέσης Ανατολής «Κρητική Εθνική Επαναστατική Επιτροπή» (ΚΕΕΕ), δημιουργήθηκε αμέσως τις πρώτες μέρες που ακολούθησαν την κατάληψη της Κρήτης από τους Γερμανούς.

[1] Δημιουργήθηκε, όπως φαίνεται στο πρώτο της Πρωτόκολλο, το οποίο με την εργασία αυτή παρουσιάζομε, από αξιωματικούς του Ελληνικού Στρατού:

α) από τρεις (3) έφεδρους ανθυπολοχαγούς και από έναν (1) μόνιμο υπολοχαγό, οι οποίοι ήρθαν από την ηπειρωτική Ελλάδα και πολέμησαν ως εθελοντές στις δεκαήμερες μάχες κατά των αλεξιπτωτιστών (20 29/05/1941),[2] και

β) από τέσσερις (4) ταγματάρχες, από τους οποίους οι δύο (2) ήταν μόνιμοι εν ενεργεία και οι άλλοι δύο (2) σε πολεμική διαθεσιμότητα.[3]

Οι πρώτοι τέσσερις (4) ήταν μέλη της ομάδας των αξιωματικών που αρνήθηκαν να παραδώσουν τα όπλα τους στους Γερμανούς στα Πεζά της Πεδιάδας στις 30/05/1941.

Είναι σκόπιμο να δοθούν κάποια στοιχεία για τους πρωτεργάτες αυτής της Οργάνωσης αλλά και για την ίδια, επειδή εξαρθρώθηκε γρήγορα, την Άνοιξη κιόλας του 1942, τα μέλη της πέρασαν σε άλλες οργανώσεις και η ίδια επί αρκετά χρόνια στη λήθη.

Οι πρώτοι τέσσερις (4) αξιωματικοί, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, ήταν μέλη της ομάδας των ένδεκα (11) αξιωματικών, που αρνήθηκαν να παραδώσουν τα όπλα τους στις 30/05/1941, όταν έγινε η παράδοση των όπλων μέσα στη μισοτελειωμένη εκκλησία του Αγίου Νικολάου, στο χωριό Πεζά.

Ο τριτοετής εύελπις ανθυπολοχαγός Δημήτρης Σιγανός, εκπροσωπώντας τους, μπροστά στον υποστράτηγο Μιχαήλ Λιναρδάκη, στρατιωτικό διοικητή των Ελληνικών Δυνάμεων της Ανατολικής Κρήτης, και στον αλεξιπτωτιστή ταγματάρχη που εκπροσωπούσε τους Γερμανούς, δήλωσε: «Εμείς δεν θα παραδώσομε τα όπλα μας και θα συνεχίσομε μέχρι την απελευθέρωση της Πατρίδας». Το ίδιο επανέλαβε και ο Αντώνης Φάκαρος.[4]

Εκτός από τον Βιαννίτη ταγματάρχη, ανάπηρο σε πολεμική διαθεσιμότητα Αλέξανδρο Ραπτόπουλο,[5] που ήταν παρών στα διαδραματισθέντα,[6] και τον Γεώργιο Φωκέα,[7] οι οποίοι έφυγαν για τη Βιάννο, ένα μέρος της ομάδας, με τον Αντώνη Φάκαρο, ακολουθώντας τις οδηγίες του Αλέξανδρου Ραπτόπουλου, τράβηξαν προς τον Τσούτσουρο, πύλη για τη Μέση Ανατολή. Σταματώντας στη Μονή Επανωσήφη, την οποία γνώριζαν, επειδή στη δεκαήμερη μάχη χρησιμοποιήθηκε ως νοσοκομείο, συνάντησαν τον Γεώργιο Δουνδουλάκη[8] μαζί με τον Νίκο Σουρή,[9] τον Βασίλη Χατζηκώστα και έναν Αθηναίο ναύτη.[10]

Όλοι μαζί ήρθαν στον όρμο του Τσουτσούρου, στις σπηλιές του οποίου επί μήνες, μαζί με άλλους φυγάδες που κατέφυγαν εκεί, έζησαν συντηρούμενοι αρχικά από τον Αλέξανδρο Ραπτόπουλο και ύστερα από τα βιαννίτικα χωριά, τα χωριά του Ανατολικού Μονοφατσίου και τους κτηνοτρόφους των Αστερουσίων. Εδώ συνέρρευσαν εκατοντάδες φυγάδες, Βρετανοί, Αυστραλοί, Κύπριοι και Έλληνες, όλοι καταδιωκόμενοι από τους Γερμανούς. Ήθελαν να περάσουν με την πρώτη ευκαιρία στην Αίγυπτο και να ενταχθούν στις Συμμαχικές Δυνάμεις.

Την οργάνωση και συντήρηση αυτού του συρφετού ανέλαβε ο έμπειρος σε αυτά Αντώνης Φάκαρος, στενός συνεργάτης και φίλος του Αλέξανδρου Ραπτόπουλου, μαζί με τον δικηγόρο Γεώργιο Κουτεντάκη από τα Καστελλιανά Μονοφατσίου.[11] Τον ρόλο αυτό, του Γιώργη Κουτεντάκη, πλήρωσε ακριβά η οικογένειά του με τη συνεχή καταδίωξή της στην Κατοχή και με την εκτέλεση τριών (3) μελών της στις 14 Ιουνίου 1942, μαζί με τους πενήντα (50) Εθνομάρτυρες, που εκτελέστηκαν ως αντίποινα για το σαμποτάζ των αεροδρομίων Ηρακλείου και Καστελλίου.

Ο Αντώνης Φάκαρος και ο Γιώργης Κουτεντάκης με τα θαυμάσια Ημερολόγιά τους μας έδωσαν σοβαρότατα ιστορικά στοιχεία για την περιοχή, την εποχή, και την Οργάνωση.[12]

Όμως, στόχος δεν ήταν μόνον η διαφυγή αλλά και η συνέχιση του Αγώνα. Γι’ αυτό, παράλληλα με την οργάνωση των φυγάδων, ξεκινά από τους πρωτεργάτες του εγχειρήματος με την έμπνευση του Αλέξανδρου Ραπτόπουλου και στελεχώνεται από επίλεκτα μέλη της περιοχής ο πυρήνας της οργάνωσης «Κρητική Επαναστατική Επιτροπή» (ΚΕΕ). Τα πρώτα της μέλη είναι πολίτες της κοινωνίας της Βιάννου, του Ανατολικού Μονοφατσίου και της Πεδιάδας και, λίγον καιρό μετά, των νομών Λασιθίου και Χανίων.

Μετά την υπογραφή του Α΄ Πρωτοκόλλου (03/08/1941), ο Αντώνης Φάκαρος, στις 17/09/1941, μαζί με δέκα (10) συνεπιβάτες, μεταξύ των οποίων και ο έμπειρος ναυτικός Στέφανος Δεληβασίλης ή Βοριάς,[13] με μια ψαρόβαρκα (την ΑΡΓΩ ΙΙ), που μόνοι τους είχαν επισκευάσει, ξεκινούν για την Αίγυπτο και περισυλλέγονται σαράντα (40) μίλια έξω από το Τομπρούκ από την αρχηγίδα των αντιτορπιλικών «Κιμπερλέρ», ύστερα από σήμα που έστειλε από τον Άγιο Νικήτα στο Συμμαχικό Στρατηγείο ο Νίκος Σουρής.[14]

Από την Ελληνική Κυβέρνηση του Καΐρου, στην οποία ο Φάκαρος παρουσίασε το Πρωτόκολλο της 3ης Αυγούστου, χάρτες, σχέδια και προτάσεις, πήρε οδηγίες, έγγραφα, επιστολές προς τον Αλέξανδρο Ραπτόπουλο, όπλα και πυρομαχικά για τη συνέχιση του Αγώνα.[15] Η Οργάνωση χαρακτηρίστηκε από την Ελληνική Κυβέρνηση «Ένοπλος Οργάνωσις Αντιστάσεως», που εκπροσωπούσε την Ελληνική Κυβέρνηση σε όλη την Κρήτη.

Αρχηγός της συνεχίζει να είναι ο Αλέξανδρος Ραπτόπουλος, υπεύθυνος των Οικονομικών ο Γεώργιος Κουτεντάκης, ενώ ο Αντώνης Φάκαρος είναι ο σύνδεσμος της Ελληνικής Κυβέρνησης με την Οργάνωση, η οποία ονομάζεται πια «Κρητική Εθνική Επαναστατική Επιτροπή» (ΚΕΕΕ).

Η πρώτη επιδρομή ενός τάγματος πάνοπλων Γερμανών στα Αστερούσια, και ιδιαίτερα στον Τσούτσουρο, στις 18/09/1941 είχε αποτύχει, γιατί τα χωριά της Ανατολικής Μεσσαράς διά των βοσκών ειδοποίησαν. Έτσι, οι φυγάδες και ο ασύρματος εξαφανίστηκαν. Επίσης, όλοι οι λιγοστοί κάτοικοι του Τσουτσούρου στις ανακρίσεις δήλωναν: «Δεν είδα, δεν ξέρω τίποτε».[16]

Στις 9 Οκτωβρίου ήρθε το υποβρύχιο και αποβίβασε τον Αντώνη Γρηγοράκη και τον Άγγλο λοχαγό Σμιθ Χιουζ, ο οποίος, ουσιαστικά, αρνήθηκε τη συνεργασία της αγγλικής υπηρεσίας με την Οργάνωση.[17]

Στις 18 Οκτωβρίου οι Γερμανοί κυκλώνουν πάλι τα Αστερούσια. Ο Χιουζ παίρνει τον ασύρματο και φεύγει προς τα Χανιά.[18]

Στο μεταξύ, ενώ η γερμανική κατασκοπεία οργανώνεται, οι Σύμμαχοι και οι ντόπιοι διαπράττουν επικίνδυνα λάθη:

1) Στη Μεσσαρά, συμμαχικό αεροπλάνο ρίχνει στις 06/01/1942 ρούχα, φάρμακα, τρόφιμα και προκηρύξεις.[19] Πολλοί φιλονικούν μεταξύ τους για το ποιος θα πάρει τα περισσότερα. Οι Γερμανοί μαθαίνουν τα σχετικά. Στους Παρανύμφους είναι τότε ο αντικαταστάτης του Χιουζ, ο ευέξαπτος λοχαγός Μόντυ. Στις 10 Ιανουαρίου εγκαταλείπεται το ορμητήριο «Τρεις Εκκλησιές» με διαταγή του Συμμαχικού Στρατηγείου, γιατί έχει προδοθεί.

2) Στις 14 Ιανουαρίου ήρθαν με το συμμαχικό υποβρύχιο όπλα, που προορίζονταν για τις αντάρτικες ομάδες του Ψηλορείτη (Μπαντουβά, Πετρακογιώργη, κ.λπ.). Τα συνόδευαν ο κατάσκοπος Άλεξ Φήλντιγκ και τέσσερεις (4) Έλληνες κομάντος.[20] Τα όπλα μεταφέρθηκαν χωρίς τις αναγκαίες προφυλάξεις σε κρησφύγετα, απ’ όπου θα μεταφερθούν στον Ψηλορείτη. Πολλά στελέχη της Οργάνωσης από την περιοχή απαιτούν να παραμείνουν εκεί τα όπλα και να χρησιμοποιηθούν κατά των Γερμανών.[21]

Οι Γερμανοί, όμως, έχουν τους καταδότες τους, οι οποίοι προδίδουν από φτώχεια, φόβο ή και από πραγματική γερμανοφιλία. Πολλοί, εξάλλου, αποτελούν λούμπεν στοιχεία της κοινωνίας, τα οποία οι Γερμανοί απελευθέρωσαν από τις φυλακές, για να τους χρησιμοποιήσουν ως προδότες.

Πάντως, στα τέλη Ιανουαρίου 1942, κατά τη βρετανική έκθεση, η γερμανική αντικατασκοπεία πέτυχε να αποκτήσει αρκετούς ντόπιους πράκτορες. Τότε έφτασαν στην Κρήτη ισχυρές γερμανικές ενισχύσεις. Το βάρος της Κατοχής έπεφτε στον νομό Ηρακλείου.

Έτσι, στις 31/01/1942 μεγάλα τμήματα γερμανικού στρατού, αφού ερεύνησαν το χωριό Φιλίππω, ήρθαν στον Τσούτσουρο και ανέκριναν ακόμη και τα παιδιά για το υποβρύχιο και τα όπλα. Μετά τις ανακρίσεις πήραν μαζί τους τους Πολυχρόνη Σωτηράκη, Γεώργιο και Χαράλαμπο Παπαδάκη, Γιάννη Κεφαλάκη και τον ψαρά Ρουσάκη.

Ο τελευταίος ήρθε στον Τσούτσουρο στις 19 Ιαν., κατά τη γνώμη πολλών για κατασκοπεία, σταλμένος από τους Γερμανούς.[22] Τους εκτέλεσαν όλους στην Αγυιά, ύστερα από φοβερά μαρτύρια, στα οποία κράτησαν στάση σθεναρή. Γλύτωσε μόνο ο Γεώργιος Παπαδάκης ή Φλυτζάνης, από τον οποίο διέρρευσε πως ο Ρουσάκης αποκάλυψε τα πάντα.[23]

Στις 04/02/1942, οι Γερμανοί κύκλωσαν στενά τα Καστελλιανά ψάχνοντας τον Γεώργιο Κουτεντάκη. Ύστερα από τις ιεροεξεταστικές ανακρίσεις όλων των κατοίκων, που δεν άνοιξαν το στόμα τους, έφυγαν παίρνοντας μαζί τους ομήρους δεκατέσσερεις (14) συγγενείς του Κουτεντάκη.[24] Από αυτούς μετά από πέντε μήνες εκτελέστηκαν μεταξύ των 62 Μαρτύρων τα δύο (2) αδέρφια και ο θείος του.

Ο ίδιος γλύτωσε καταφεύγοντας στον Ψηλορείτη, στο λημέρι των καπεταναίων. Από εκεί έφυγε για τη νότια παραλία, μεταξύ Λέντα και Κουδουμά, απ’ όπου στις 15/04/1942 αναχώρησε για τη Μέση Ανατολή.[25] Στις 20/07/1942, οι Γερμανοί ζητούν από το Σταθμό Χωροφυλακής Σκινιά τα περιουσιακά στοιχεία του Γεωργίου Κουτεντάκη. Η αντιστασιακή οργάνωση «Κρητική Εθνική Επαναστατική Επιτροπή» (ΚΕΕΕ) είχε προδοθεί.

Ο Βασίλης Κονιός, αφού μας δίνει την πληροφορία ότι οι Γερμανοί έκαψαν όλα τα σπίτια στον Τσούτσουρο πλην ενός, που το χρησιμοποιούσαν, γράφει:[26] «Μπήκαμε σε νέα και πιο σκληρή εποχή». Η επίσημη βρετανική Έκθεση αναφέρει ότι οι πράκτορες των Γερμανών αυξάνονταν από μήνα σε μήνα. Στις 22/02/1942 το βράδυ συλλαμβάνεται από τους Ιταλούς στη Βιάννο ο αρχηγός της Οργάνωσης Αλέξανδρος Ραπτόπουλος.

Γρήγορα παραδίδεται (από τους Ιταλούς) στους Γερμανούς και μεταφέρεται από τις φυλακές της Νεαπόλεως σ’ εκείνες του Ηρακλείου και από εκεί στην Αγυιά Χανίων, Καταδικάστηκε σε θάνατο στις 27/07/1942 και εκτελέστηκε στις 03/09/1942 μαζί με τον συνεργάτη του, κτηνίατρο Εμμανουήλ Σταματουλάκη από την Κάτω Βιάννο.[27]

Από τους 62 Μάρτυρες, οι δεκατρείς (13) ήταν επίλεκτα μέλη της Οργάνωσης, όπως ο δήμαρχος Ηρακλείου Μηνάς Γεωργιάδης και οι αδελφοί του Μανώλης και Τίτος, πρώην Γενικός Διοικητής Κρήτης, ο βιομήχανος Αντώνιος Καστρινάκης, ο δικηγόρος Γεώργιος Σκουλάς, ο μοίραρχος Σπυρίδων Καπετανάκης, ο δάσκαλος Ιωάννης Μανουσάκης και άλλοι.[28]

Από τα μέλη της Οργάνωσης οι περισσότεροι, μετά την εξάρθρωσή της, προσχώρησαν στο ΕΑΜ, αλλά και κάποιοι, αργότερα, στην ΕΟΚ. Αυτό αφορά όλο το νησί, γιατί, κυρίως μετά τον Νοέμβριο του 1941, η Οργάνωση εξακτινώθηκε σε όλη την Κρήτη, όπου σχηματίστηκαν νομαρχιακές και επαρχιακές επιτροπές από διαλεχτά μέλη της κοινωνίας, όπως η ιστορική έρευνα αποκαλύπτει.

Το Πρωτόκολλο της 3ης Αυγούστου

Στο σύντομο διάστημα της δραστηριότητας της Οργάνωσης (Ιούνιος 1941 – Μάρτιος 1942) συντάχτηκαν και υπογράφτηκαν δύο Πρωτόκολλα. Το Πρώτο (03/08/1941), στην πρώτη περίοδο, ως «Κρητική Επαναστατική Επιτροπή» και το Δεύτερο τέσσερεις μήνες μετά (03/12/1941), στη δεύτερη περίοδο, ως «Κρητική Εθνική Επαναστατική Επιτροπή». Θεωρούμε πρώτη περίοδο το διάστημα από το δεύτερο δεκαήμερο του Ιουνίου ως τη σύνδεση της Οργάνωσης με την Ελληνική Κυβέρνηση του Καΐρου (26/09/1941) (μετά το παράτολμο ταξίδι του Αντώνη Φάκαρου στην Αίγυπτο). Και δεύτερη το διάστημα από τη σύνδεση ως την εξάρθρωσή της, το Μάρτιο του 1942.

Σύμφωνα με τα Ημερολόγια των δύο πρωταγωνιστών της Οργάνωσης, του Αντώνη Φάκαρου και του Γιώργη Κουτεντάκη, παρόντων στις συσκέψεις του «Επαναστατικού Συμβουλίου»,[29] αλλά και από άλλες εγκυρότατες πηγές, όπως οι αφηγήσεις του αεροπόρου Θωμά Μανιάτη[30] και του Νικόλαου Κατσαράκη,[31] καθώς και από καταγραφές μελών της Οργάνωσης, αρχές Αυγούστου η Οργάνωση είχε ήδη πολλά αξιόλογα και συνειδητά μέλη.

Είχε εξαπλωθεί ήδη στο Ηράκλειο και γίνονταν μεγάλες προσπάθειες στον νομό Λασιθίου,[32] όπου μεγάλο διάστημα του καλοκαιριού του 1941, γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, έμενε ο Αντώνιος Κωνσταντόπουλος. Επίσης, είχε εξαπλωθεί και στον νομό Χανίων, όπου από τις αρχές Ιουλίου διέμενε για τον ίδιο λόγο ο Γεώργιος Φωκέας.

Αυτή είναι η αιτία για την οποία ο δικηγόρος Γεώργιος Κουτεντάκης δεν υπέγραψε το πρώτο Πρωτόκολλο: θεωρούσε ότι στη σύνταξη και υπογραφή του έπρεπε να εκπροσωπηθούν και άλλες περιοχές.

Την ίδια γνώμη είχε και ο Νίκος Σουρής.[33] Όμως, η περιορισμένη εκπροσώπηση πιθανόν να οφείλεται στην προσπάθεια να κρατηθεί άκρα μυστικότητα και να μην αντιληφθεί την κίνηση ο κατακτητής, που εκείνο το διάστημα οργάνωνε σοφά το κατασκοπευτικό του δίκτυο.

Η συνάντηση στο χωριό Φιλίππω των Αστερουσίων, την Κυριακή 3 Αυγούστου 1941, έγινε στο σπίτι του ταγματάρχη Ιωάννη Αγγελάκη στις 11 το πρωί. Μετά τα καθιερωμένα της κρητικής φιλοξενίας, ακολούθησε τετράωρη χωρίς διακοπή σύσκεψη του «Επαναστατικού Συμβουλίου» σε λιόφυτο του Αγγελάκη, κατά το Γεώργιο Κουτεντάκη 150 μέτρα δυτικά του χωριού, σε μέρος χαμηλό, το οποίο μπορούσαν να προφυλάξουν φρουρές τοποθετημένες σε ψηλότερα σημεία και από όπου εύκολα ήταν δυνατό να διαφύγουν.[34]

Ο ταγματάρχης Μιχαήλ Φιλιππάκης, που έμενε στο χωριό Αχεντριάς, μπορούσε γρήγορα να φτάσει εκεί. Οι κάτοικοι του χωριού Φιλίππω τότε ήταν σχεδόν όλοι συγγενείς του Αγγελάκη, ο οποίος έτσι είχε τον πλήρη έλεγχο του χώρου και των ανθρώπων. Τα παραπάνω αποτελούν κριτήριο επιλογής, μαζί με τη φιλία μεταξύ του Αλέξανδρου Ραπτόπουλου και του Αγγελάκη. Ο Αχεντριάς, κεφαλοχώρι κτηνοτροφικό, «έγεμε Άγγλων» και γι’ αυτό ήταν επικίνδυνο να γίνει εκεί η σύσκεψη.[35]

Μετά από συνεχή συζήτηση τεσσάρων ωρών και αρκετές διαφωνίες ξεκαθάρισαν τις απόψεις τους, καταλήγοντας στις αποφάσεις που πήραν τη μορφή του μυστικού επαναστατικού Πρωτοκόλλου,[36] τα ενός κειμένου που αποτελεί δια χρονικό ιστορικό μνημείο του Έθνους.

Ο Αντώνης Φάκαρος, ολιγόλογος πάντοτε, γράφει ότι «έγιναν αρκετές μικροπαρεξηγήσεις…», αλλά καταλήξαμε, ύστερα «…ξεκινήσαμε για επιστροφή από το μονοπάτι του Αγίου Νικόλα Βορεινού. Ίσως η σημερινή μέρα, αν δουλέψουμε με την καρδιά μας, να μείνει ιστορική για την Κρήτη. Μπορούμε να επιτύχουμε πολλά, γιατί έχουμε κοντά μας ένα θαυμάσιο λαό σε αισθήματα και ψυχή».[37]

Ο Γιώργης Κουτεντάκης σημειώνει: «Ήταν κοντά να βασιλέψει ο ήλιος, όταν τελείωσε το συμβούλιο. Ο Φάκαρος, ο Αυλητής κι ο Κωνσταντόπουλος έφυγαν για τον Τσούτσουρο, απ’ όπου οι δύο τελευταίοι θα συνέχιζαν για την Άρβη. Ο Ραπτόπουλος με τον Ραπτάκη (αναχώρησαν) για την Βιάννο και ο Φιλιππάκης με τον Χαραλαμπίδη για τον Αχεντριά. Ο Σουρής κι εγώ πήγαμε στα Καστελλιανά για να δω τους δικούς μου.

Το πρωί γυρίσαμε στο λημέρι και με το Φάκαρο συζητήσαμε αρκετά για το χθεσινό συνέδριο… Παρά το ότι δεν είχαμε υπογράψει, επειδή διαφωνούσαμε κατ’ αρχήν, όμως τώρα χάριν του κοινού ιερού σκοπού εβλέπαμε ότι έπρεπε να ακολουθήσομε την κοινήν γραμμήν… Το επαναστατικό συμβούλιο του Φιλίππου, αν και πολύ στενό και περιορισμένο τοπικώς και προσωπικώς, θέτει τας βάσεις μιας νέας κινήσεως πιο συστηματοποιημένης…».[38]

Βλέπομε ότι ούτε ο αναλυτικός Κουτεντάκης, ούτε ο σύντομος Φάκαρος αναφέρουν λεπτομέρειες από την επιχειρηματολογία των όσων εκεί συζητούσαν.

Αλλά, ας έρθομε στο κείμενο του Πρωτοκόλλου. Το πρωτότυπο κείμενο, που έδωσε ο Αντώνης Φάκαρος στον Αλέξανδρο Σακελλαρίου,[39] ο αναπληρωτής πρόεδρο της Κυβέρνησης Καΐρου (γιατί ο Εμμανουήλ Τσουδερός ήταν με τον βασιλέα Γεώργιο Β΄ στη Νότια Αφρική), βρίσκεται σήμερα στο Υπουργείο Ναυτιλίας.

Το κείμενο, όμως, υπάρχει και στο Ημερολόγιο του Γεωργίου Κουτεντάκη,[40] το οποίο γραφόταν συγχρόνως με τα γεγονότα. Επίσης, το βρίσκομε στα βιβλία του Παναγιώτη Κώνστα[41] και του Γεωργίου Κάββου.[42] Έχομε ακόμη στα χέρια μας ένα αντίγραφο του Πρωτοκόλλου υπογεγραμμένο από τον Αντώνη Φάκαρο στις 15/11/1945.

Το κείμενο του Πρωτοκόλλου της 3ης Αυγούστου του 1941 αποτελείται από δύο μεγάλες ενότητες: Η πρώτη αριστούργημα μορφής και περιεχομένου – αναφέρει τα ονόματα και τους στρατιωτικούς βαθμούς των οχτώ συνελθόντων μελών της Επαναστατικής Επιτροπής, τα κίνητρα που τους οδήγησαν στη δημιουργία της Οργάνωσης και τους σκοπούς της.

Η δεύτερη αποτελείται από «τας βασικάς αρχάς». Είναι δώδεκα άρθρα που αφορούν τα οργανωτικά και λειτουργικά θέματα, ενέργειες που θα τηρηθούν κατά γράμμα σαν απαράβατοι νόμοι, για να επιτευχθεί με απόλυτη τάξη και μεθοδικότητα η λειτουργία μιας Οργάνωσης που θα συντελέσει στην απελευθέρωση του σκλαβωμένου λαού.

Από ολόκληρο το κείμενο του Πρωτοκόλλου, κυρίως, όμως, από το πρώτο του μέρος, διαπιστώνουμε ότι το Α΄ Πρωτόκολλο (03/08/1941) είναι αυθεντικό και αυθόρμητο, χωρίς καμιά επιρροή από πουθενά, παρά μόνο από τον πόθο της ελευθερίας και τον πόνο για τα δεινά της πατρίδας.[43]

Το Πρωτόκολλο της 3ης Αυγούστου 1941:

α) Δείχνει τη σωστή και ρεαλιστική εκτίμηση της τότε κατάστασης στην κατεχόμενη Ελλάδα. Αυτό οφείλεται στην ευρύτητα και την οξυδέρκεια του πνεύματος των δημιουργών του Πρωτοκόλλου και ιδρυτών της ΚΕΕ.

β) Δείχνει ότι είχαν δημοκρατική και πανανθρώπινη θεώρηση των πραγμάτων: «…εξετάσαντες την δημιουργηθείσαν κατάστασιν την εχαρακτηρίσαμεν ομοφώνως ως την τρομερωτέραν δουλείαν, την οποίαν ποτέ εγνώρισεν ο ελληνισμός και η ανθρωπότης ολόκληρος…».

γ) Μαρτυρεί, επίσης, την πίστη στη μεγάλη σύμμαχο Αγγλία: «έχοντες την σταθεράν ελπίδα ότι τα ελεύθερα ελληνικά στρατεύματα, όπου κι αν ευρίσκωνται και η μεγάλη σύμμαχος Αγγλία θα επιχειρήσουν την ανακατάληψιν…». Και αυτό το πιστεύουν, αν και γνωρίζουν τη στάση της Μεγάλης Βρετανίας στη συνθηκολόγηση, δηλαδή την αναχώρηση των βρετανικών στρατιωτικών δυνάμεων στη Μέση Ανατολή τα μεσάνυχτα της 28ης προς 29η Μαΐου, χωρίς καν να ενημερώσουν τους συμπολεμιστές και συμμάχους τους Έλληνες και ιδίως τους Κρήτες.

Η πίστη αυτή (στη σύμμαχο χώρα) είναι κοινή στους Κρήτες λόγω του Βενιζελισμού τους και σημαίνει πατριωτισμό, καθώς η μόνη ελπίδα απελευθέρωσης ως τότε ερχόταν από την Αγγλία. Αυτή μόνο πολεμούσε τον Άξονα. Η Αγγλία είναι το μόνο ευρωπαϊκό κράτος που, με το στόλο της κυρίως, αντιστέκεται στον Άξονα και ας σφυροκοπά συνεχώς η γερμανική αεροπορία το Νησί της, το οποίο, και αν ακόμη καταληφθεί, απομένει η Βρετανική Αυτοκρατορία με τους ανεξάντλητους πόρους της, απ’ όπου μπορεί για αόριστο χρόνο να πολεμά.

Έτσι, εξάλλου, διακήρυττε ο Τσώρτσιλ. Από το Ρωσικό Μέτωπο, επίσης, δεν έχουν φανεί ακόμη τα αποτελέσματα, ενώ στις συνειδήσεις είναι καταγεγραμμένο το Σύμφωνο Μολότωφ. Πολλοί γνωρίζουν, επιπλέον, ότι ο Στάλιν έσπευσε να διώξει από τη Μόσχα τους Έλληνες διπλωμάτες, όταν η Ελληνική Κυβέρνηση και ο βασιλιάς ήταν στην Κρήτη, δηλαδή δεν είχαν ακόμη φύγει για τη Μέση Ανατολή.

δ) Το Πρωτόκολλο της 3ης Αυγούστου 1941 είναι κείμενο αντιστασιακής οργάνωσης, που έχει στόχο τη δημιουργία επαναστατικής εθνικής συνείδησης στον λαό και την προετοιμασία για τον απελευθερωτικό πόλεμο. Δείχνει καθαρά την αγνότητα των αισθημάτων, των ιδεών και των προθέσεων και την έλλειψη κάθε συμβιβασμού και ανοχής προς τον κατακτητή.

ε) Φαίνεται καθαρά ότι φοβούνται πως η γερμανική προπαγάνδα, μαζί με τον τρόμο των γερμανικών διαταγών, θα αλλοιώσουν τις συνειδήσεις. Φοβούνται, δηλαδή, για την απώλεια της εσωτερικής ελευθερίας των Κρητών.

Γνωρίζοντας την αξία των πληροφοριών, δίνουν στον χειρισμό τους ιδιαίτερο βάρος. Βαρύνουσα σημασία δίνουν και στον εντοπισμό των προδοτών. Τονίζουν, επίσης, και την ανάγκη να εντοπίσουν τις κρυψώνες όπου είχαν φυλαχθεί όπλα πριν τη συνθηκολόγηση[44] και να βρουν ασφαλή μέρη για να κρύψουν τα όπλα που θα στείλει το Συμμαχικό Στρατηγείο.

Στο δεύτερο μέρος του Πρωτοκόλλου, τα πέντε πρώτα άρθρα της δεύτερης ενότητας αφορούν τα κριτήρια επιλογής των αρχηγών των επαρχιών, των τομέων, των χωριών, των συνδέσμων και των μελών, για τα οποία θεωρείται αναγκαίος ο καταρτισμός καταλόγων που θα περιλαμβάνουν ονόματα ανθρώπων της απολύτου εμπιστοσύνης, «πατριώται απολύτως εχέμυθοι πάσης ηλικίας».

Με τα υπόλοιπα εφτά άρθρα δίνονται οδηγίες για τον τρόπο δημιουργίας δικτύου πληροφοριών, την παρακολούθηση των Γερμανοφίλων και Ιταλοφίλων, την εξεύρεση όπλων, καθώς και χρημάτων από τους πλούσιους πατριώτες, όπως και για τους τρόπους επαφής μεταξύ των τομεαρχών.

Τονίζεται, επίσης, η ανάγκη χρησιμοποίησης του κρυπτογραφικού κώδικα της Οργάνωσης, που γράφεται στο τέλος του Πρωτοκόλλου με τρόπο αναλυτικό και με παραδείγματα.[45] Κρίνεται, τέλος, αναγκαία η επαφή με το Συμμαχικό Στρατηγείο, εκτός των άλλων λόγων και για την προμήθεια των αναγκαίων για την Αντίσταση όπλων. Εντύπωση μας προκαλεί το όγδοο άρθρο, με το οποίο αποκλείεται η ένταξη-μύηση ανθρώπων της Χωροφυλακής, αν και η βοήθειά της προς την Οργάνωση από τις πρώτες ημέρες υπήρξε μέγιστη.

Ο Αντώνης Φάκαρος, άποψη του οποίου ήταν το όγδοο άρθρο, εξήγησε αργότερα (1952) στο Δημοσθένη Ραπτόπουλο ότι στη δικτατορία του Μεταξά μια οδυνηρή περιπέτειά του τού είχε δημιουργήσει προκατάληψη απέναντι στη Χωροφυλακή.[46]

Η μύηση στην Οργάνωση, σύμφωνα με το Πρωτόκολλο, θα γίνεται με το τριαδικό σύστημα, το οποίο ίσχυσε και στο ΕΑΜ (Σεπτέμβριος του 1941). Θα έπρεπε, δηλαδή, κάθε νέο μέλος να το γνωρίζουν δύο άτομα που ήταν ήδη μέλη της Οργάνωσης. Η μεταξύ τους αναγνώριση θα γίνεται με τρίψιμο της μύτης[47] και θεωρείται αναγκαίο το κάθε νέο μέλος να ορκίζεται[48] με τον συγκεκριμένο όρκο.

Ο κρυπτογραφικός κώδικας, η τελειότητα της γραφής και της δομής, και η ωριμότητα των νοημάτων του Πρωτοκόλλου προϋποθέτουν σοβαρή και χρονοβόρα προετοιμασία, καθώς και μεγάλη οργανωτική εμπειρία. Μας παραπέμπει στον αρχηγό της Οργάνωσης, Αλέξανδρο Ραπτόπουλο.

Και αυτό, γιατί διέθετε δωδεκαετή στρατιωτική εμπειρία και τριβή σε συλλόγους, σωματεία, στην Προεδρία της Κοινότητας Βιάννου, αλλά και παιδεία που έλαβε από την οικογένεια, το σχολείο και τη βιαννίτικη κοινωνία του Διαφωτισμού των δεκαετιών του 1920 και 1930. Το πρώτο μέρος, μάλιστα, του Πρωτοκόλλου μάς θυμίζει το ύφος και το ήθος των επιστολών του και του Ημερολογίου που έγραψε στο μέτωπο της Ηπείρου κατά τα έτη 1912-13.[49]

Σύγκριση με το Β΄ Πρωτόκολλο

Το Πρωτόκολλο της 3ης Αυγούστου διαφέρει σε πολλά σημεία από το δεύτερο Πρωτόκολλο της Οργάνωσης (03/12/1941), που συντάχθηκε και υπογράφηκε μετά την αναγνώριση της Οργάνωσης από την Ελληνική Κυβέρνηση της Μέσης Ανατολής, δηλαδή μετά το παράτολμο τα ξίδι του Αντώνη Φάκαρου στις 17/09/1941 στην Αίγυπτο.

Ο Φάκαρος, που ήρθε στις 26/11/1941 από το Κάιρο στον Τσούτσουρο με το υποβρύχιο «Τρίτων», ως επίσημος σύνδεσμος της Ελληνικής Κυβέρνησης με την Οργάνωση, έφερε οδηγίες της Ελληνικής Κυβέρνησης για τη συνέχιση και εξάπλωση της Οργάνωσης σε όλη την Κρήτη υπό την αιγίδα της Κυβέρνησης.

Τα έγγραφα της αναγνώρισης της Οργάνωσης και οι επιστολές προς τον Ραπτόπουλο, που έφερε μαζί του ο Φάκαρος, έχουν την υπογραφή του ναυάρχου Σακελλαρίου, Υπουργού των Ναυτικών και Αντιπροέδρου της Ελληνικής Κυβέρνησης του Καΐρου. Η Οργάνωση, μετά από αυτό, είχε διαφορετικό χαρακτήρα.

Έπρεπε, λοιπόν, με τα νέα δεδομένα να γίνει και νέο πρωτόκολλο, με το οποίο θα ανασυγκροτηθεί και θα συμπληρωθεί το Πρώτο, συν τοις άλλοις, και εξαιτίας της απουσίας από την Κρήτη των τεσσάρων από τους οχτώ υπογράφοντες.[50]

Στο Β΄ Πρωτόκολλο είναι φανερή η επιρροή της Ελληνικής Κυβέρνησης του Καΐρου. Η Οργάνωση σύμφωνα με την υπόδειξή της ονομάζεται «Κρητική Εθνική Επαναστατική Επιτροπή» και αναφέρεται στο Βασιλιά και στην «Εθνικήν ημών Κυβέρνησιν», στην οποίαν οι υπογράφοντες το Β΄ Πρωτόκολλο δηλώνουν απόλυτη υπακοήν.[51] Η μετέπειτα, όμως, πορεία της ΚΕΕΕ αποδεικνύει ότι οι ηγέτες της προσαρμόστηκαν στη νέα κατάσταση χωρίς «αβαρίες» με τη συνείδησή τους, γιατί ως φλογεροί πατριώτες είχαν βαθιά την αίσθηση του χρέους.

Το Β΄ Πρωτόκολλο υπογράφηκε τμηματικά: στη Βιάννο στις 3 Δεκεμβρίου, στον Άγιο Βασίλειο στις 4 Δεκεμβρίου και στον Σκινιά 9 Δεκεμβρίου στο σπίτι του Ανδρέα Γαλανάκη,[52] όπου ήταν παρόντα όλα τα στελέχη της περιοχής και ο σταθμάρχης της Χωροφυλακής Σκινιά Απόστολος Κατσιρντάκης.[53]

Το Β΄ Πρωτόκολλο υπέγραψαν δέκα: ο Αλέξανδρος Ραπτόπουλος, ο Ιωάννης Αγγελάκης (από το χωριό Φιλίππω), ο Χαράλαμπος Ραπτάκης (και οι τρεις είχαν υπογράψει το Α΄ Πρωτόκολλο), ο Γεώργιος Κουτεντάκης, ο Γεώργιος Αγγελιδάκης,[54] ο Ανδρέας Γαλανάκης, ο Νικόλαος Κονδυλάκης,[55] ο Νικόλαος Κατσαράκης,[56] ο Νικόλαος Λουλάκης[57] και ο Ιωάννης Αγγελάκης[58] (από τον Βαχό της Βιάννου).

Σημαντική διαφορά του δευτέρου από το πρώτο Πρωτόκολλο είναι ότι το Β΄ Πρωτόκολλο υπογράφει και ο δικηγόρος Γεώργιος Αγγελιδάκης από τον Χάρακα, στέλεχος του Λαϊκού Κόμματος. Έτσι εξηγείται γιατί ο Αλέξανδρος Ραπτόπουλος τοποθέτησε στη διοίκηση της Οργάνωσης τέσσερεις Βιαννίτες «εγνωσμένης δημοκρατικότητας», οι οποίοι μετά την εξάρθρωση της Οργάνωσης έγιναν σημαντικά στελέχη του ΕΑΜ.

Ήταν ο Νικόλαος Κονδυλάκης, ο Νικόλαος Κατσαράκης, ο Νικόλαος Λουλάκης και ο Ιωάννης Αγγελάκης (από τον Βαχό). Ίσως ο Αλέξανδρος Ραπτόπουλος προχώρησε σε αυτήν του την ενέργεια για να διατηρήσει τις ισορροπίες και τον έλεγχο.

Με το Β΄ Πρωτόκολλο ανασυγκροτείται και συμπληρώνεται το πρώτο, λόγω της απουσίας των τεσσάρων από τους οχτώ που το υπέγραψαν. Η ισχύς του Α΄ Πρωτοκόλλου συνεχίζεται, όπου αυτό δεν αναθεωρείται από το δεύτερο. Τα νέα μέλη που θα μυηθούν στο εξής υπογράφουν και στα δύο, δηλαδή ότι συμφωνούν και με τα δύο Πρωτόκολλα. Και τα δύο αναφέρονται στην παγκρήτια εμβέλεια της Οργάνωσης («εν τη νήσω»).

Σύγκριση του Α΄ Πρωτοκόλλου της «ΚΕΕ» με τα Πρωτόκολλα της οργάνωσης «Ανωτάτη Επιτροπή Αγώνος (Κρήτης)» (ΑΕΑΚ) και της «Αντιστασιακής Οργάνωσης Ανωγείων» (ΑΟΑ)

Του Α΄ Πρωτοκόλλου της ΚΕΕ είχε προηγηθεί κατά σαράντα πέντε (45) ημέρες το Πρωτόκολλο της οργάνωσης «Ανωτάτη Επιτροπή Αγώνος», στην οποία ήταν φανερή η επίδραση των διανοουμένων ιδρυτών της.[59] Υπάρχουν στα δύο Πρωτόκολλα κοινοί σκοποί και κίνητρα. Υπάρχουν, όμως, και διαφορές: Το Πρωτόκολλο της ΑΕΑΚ δεν ορίζει αρχηγό.[60] Επίσης, δεν έχει τόσες οργανωτικές λεπτομέρειες.

Δύο (2) εβδομάδες μετά την υπογραφή του Α΄ Πρωτοκόλλου της ΚΕΕ, δηλαδή στις 15/08/1941, υπογράφηκε και το Πρωτόκολλο της «Αντιστασιακής Οργάνωσης Ανωγείων», που παρουσιάζει πολλές ομοιότητες και αντιστοιχίες με το Α΄ Πρωτόκολλο της ΚΕΕ:[61] στις βασικές τους αρχές, στις ιδέες και στους στόχους τους, στον αριθμό των υπογραφόντων κ.λπ.

Έχουν, όμως, και κάποιες διαφορές, όπως στη συμμετοχή του Διοικητή της Χωροφυλακής Δημητρίου Κίππη ως ειδικού συμβούλου (ενώ το όγδοο άρθρο του πρωτοκόλλου της ΚΕΕ αποκλείει να ενταχθούν στην Οργάνωση άνθρωποι της Χωροφυλακής) και στο ότι το ανωγειανό Πρωτόκολλο δεν παραθέτει κρυπτογραφικό κώδικα.

Το Πρωτόκολλο της 3ης Αυγούστου 1941 διαφέρει από τα δύο παραπάνω και στον όρο που μόνο αυτό θέτει, να μη φύγουν από την Κρήτη οι υπογράφοντες, παρά μόνο μετά την απελευθέρωσή της.

Επίλογος

Το Α΄ Πρωτόκολλο, λοιπόν, της αντιστασιακής οργάνωσης «Κρητική Επαναστατική Επιτροπή», που υπέγραψαν οι πρωτεργάτες της στο μικρό χωριό Φιλίππω (ή Φιλίππου) των Αστερουσίων[62] – κείμενο υψηλού ύφους και ήθους – αποτελεί «Εθνικό Μνημείο», γιατί εμπνέεται από αγνό πατριωτικό και φιλελεύθερο φρόνημα και από τις διαχρονικές αξίες που κράτησαν υψηλά τον Άνθρωπο.

Τα δώδεκα άρθρα του μελετήθηκαν σοβαρά και επί πολύ χρόνο και αποδεικνύουν ότι η δημιουργία της Οργάνωσης ξεκίνησε λίγο μετά τις δεκαήμερες μάχες κατά των αλεξιπτωτιστών και την πτώση της Κρήτης στους Γερμανούς.

Ο ίδιος αγνός πατριωτισμός κυριαρχεί και στο Β΄ Πρωτόκολλο, μετά την επέμβαση της πολιτικής.

Η Ελληνική Κυβέρνηση και οι Σύμμαχοι ανέστρεψαν την οπτική τους, όταν έμαθαν, από τον Αντώνη Φάκαρο, τα όσα συνέβαιναν στα παράλια του ηρακλειώτικου νότου. Κατανόησαν τη σημασία τους και τα αντιμετώπισαν: οι μεν Σύμμαχοι, στέλνοντας τον Σμιθ Χιουζ, η δε Ελληνική Κυβέρνηση, αφενός, οργανώνοντας επειγόντως ειδική υπηρεσία με επικεφαλής τον αντιπλοίαρχο Παναγιώτη Κώνστα, υπό την εποπτεία του αντιπροέδρου της Κυβερνήσεως ναυάρχου Αλεξάνδρου Σακελλαρίου και, αφετέρου, αναθέτοντας στον Αντώνη Φάκαρο την αποστολή στην Κρήτη, αφού στο μεταξύ τον μετέταξαν στο Ναυτικό με τον βαθμό του αρχικελευστή.

Η αντιστασιακή οργάνωση «Κρητική Εθνική Επαναστατική Επιτροπή», μετά την αναγνώριση της Ελληνικής Κυβέρνησης, είχε περισσότερο κύρος και μεγαλύτερη δύναμη. Έτσι, ο αρχηγός της Αλέξανδρος Ραπτόπουλος και οι συνεργάτες του όργωσαν την Κρήτη, για να διαδώσουν τις αρχές της Οργάνωσης και να μυήσουν νέα μέλη.[63]

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΟΝ[64]

Ἐν Φιλίπποις σήμερον τὴν τρίτην τοῦ μηνὸς Αὐγούστου τοῦ ἔτους 1941 οἱ ὑπογεγραμμένοι 1) Ραφτόπουλος Ἀλέξανδρος Ταγματάρχης, 2) Ραφτάκης Χαράλ. Ἐπίλαρχος, 3) Φιλιππάκης Μιχαήλ Ταγ/ρχης, 4) Ἀγγελάκης Ἰω. Ταγματάρχης, 5) Αὐλητής Δημ. Υπολοχαγός, β) Χαραλαμπί δης Γ. Ανθ/γός, 7) Κωνσταντόπουλος Αντώνιος Ανθ/γός, καὶ 8) Φάκαρος Ἀντώνιος, συνελθόντες και εξετάσαντες την δημιουργηθεῖσαν κατάστασιν ἐν Κρήτῃ μετά την κατάληψιν αὐτῆς ὑπὸ τῶν Γερμανῶν, ὡς καὶ τῆς λοιπῆς Ἑλλάδος, τὴν ἐχαρακτηρίσαμεν ὁμοφώνως ὡς τὴν τρομερωτέραν δουλείαν τὴν ὁποίαν ποτὲ ἐγνώρισεν ὁ Ἑλληνισμός ἀλλὰ καὶ ὁλόκληρος ἡ ἀνθρωπότης καὶ δηλοῦμεν ὅτι θὰ προσφέρωμεν τοὺς ἑαυτούς μας όλοκαύτωμα διὰ τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν ἰδεωδῶν τῆς ἐλευθερίας, θέτοντες τὴν Πατρίδα ὑπεράνω τῶν οἰκογενειακῶν καὶ λοιπῶν συμφερόντων, δηλούντες ἅμα ὅτι οὐδεὶς καὶ ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει θὰ ἐγκαταλείψωμεν τὴν Κρήτην πρὸ τῆς πραγματοποιήσεως τοῦ σκοποῦ μας καὶ τῆς ἐκκαθαρίσεως τῆς καταστάσεως, έχοντες σταθερὰν τὴν ἐλπίδα ὅτι τὰ ἐλεύθερα Ἑλληνικά στρατεύματα ὅπου κι᾿ ἂν εὑρίσκωνται καὶ ἡ μεγάλη σύμμαχος Ἀγγλία θὰ ἐπιχειρήσουν τὴν ἀνακατάληψιν καὶ ἀπελευθέρωσιν τῆς Πατρίδος Ἑλλάδος.

Συμφωνοῦμεν ὅπως ἀπαρτίσωμεν πυρῆνα πρὸς δημιουργίαν Ἐθνικῆς μυστικῆς ὀργανώσεως μὲ κύριον σκοπὸν τὴν ἀποτελεσματικὴν δρᾶσιν εἰς περίπτωσιν καθ᾿ ἣν θὰ ἐπεχειρεῖτο ἡ ἀπελευθέρωσις αὐτῆς ἀλλὰ καὶ τὴν τόνωσιν τοῦ ἐθνικοῦ φρονήματος τῶν κατοίκων καὶ τὴν ψυχικὴν ἐπανάστασιν αὐτῶν πρὸς δημιουργίαν αὐστηρᾶς ἐθνικῆς συνειδήσεως καὶ ἀντιπερισπασμοῦ εἰς τὰς προσπαθείας τῆς Γερμανικῆς προπαγάνδας ὡς καὶ τῶν ἑκάστοτε ἐκδιδομένων Γερμανικῶν διαταγῶν εἰς βάρος τῆς τιμῆς καὶ τῆς περιουσίας τῶν ἀδελφῶν μας. Πρὸς τοῦτο καθορίζομεν τὰς βασικὰς ἀρχὰς διὰ τὴν ἐπίτευξιν τῆς ἐθνικῆς αὐτῆς ὀργανώσεως, ὅπως ὑπάρχη ἑνιαῖον σύστημα καὶ πλήρης προσανατολισμός τῶν ἐνεργειῶν τῶν μεμυημένων καὶ αἱ ὁποῖαι ἔχουν ὡς ἑξῆς:

1) Ἐξεύρεσις Ἀρχηγῶν κατ’ ἐπαρχίας. Οὗτοι θὰ ἐξεύρουν τοὺς καταλλήλους εἰς τὰ χωριὰ καὶ τὰ πλέον μικρὰ ἀκόμη, οἵτινες θὰ χρησιμοποιηθοῦν ὡς Ἀρχηγοὶ τοῦ τόπου των.

2) Καταρτισμός καταλόγων τῶν ἀπολύτως παρεχόντων πατριῶται συγκεκρατημένοι ἐμπιστοσύνην ἀνθρώπων καὶ ἀπολύτως ἐχέμυθοι πάσης ἡλικίας.

3) Ἑκάστη ἐπαρχία θὰ ἀποτελέσῃ ἕνα τομέα. Μερίμνη τοῦ Ἀρχηγοῦ τοῦ Τομέως θὰ χωρισθῇ εἰς μικρότερα κλιμάκια μὲ ἀρχηγὸν ἕναν ἀξιωματικὸν ἢ ἕναν ἐγγράμματον καὶ κατάλληλον ἄνθρωπον διὰ τὰ βάρη σκληροῦ ἀγῶνος.

4) Ἔκαστος Ἀρχηγὸς θὰ καταρτίσῃ δίκτυον πληροφοριῶν. Αἱ συλλεγόμεναι πληροφορίαι θὰ ἀποστέλλωνται εἰς τὸν Ἀρχηγὸν τοῦ Τομέως ὅστις θὰ τηρῇ βιβλίον πληροφοριῶν εἰς ὃ θὰ ἀναγράφωνται ἡ ἡμερομηνία καὶ ἡ φύσις τῆς πληροφορίας. Αἱ πληροφορίαι θὰ εἶναι πάσης φύσεως ἰδίᾳ σχετικαὶ μὲ τὰς κινήσεις, τὰς δυνάμεις, τὰς θέσεις κλπ. τῶν κατακτητῶν ὡς καὶ τὰς ἐνεργείας τῆς Γερμανικῆς Στρατιωτικῆς Διοικήσεως πρὸς ἐπιβολὴν τῆς κατοχῆς.

5) Μερίμνῃ τῶν Τομεαρχῶν θὰ ἐπιτευχθῇ σύνδεσμος μεταξὺ τῶν προσκειμένων τομέων καὶ θὰ ὁρισθοῦν ἡμέραι καὶ σημεῖα συναντήσεως τῶν συνδέσμων. Ἐὰν παρίσταται ἀνάγκη θὰ ἀποστέλλωνται ἔκτακτοι σύνδεσμοι ἀπὸ τομέα εἰς τομέα.

6) Θὰ ὁρισθοῦν πρόσωπα ὅπως παρακολουθοῦν τοὺς Γερμανοφίλους καὶ σημειώνουν πᾶσαν πρᾶξιν ἣν θὰ ἀναφέρουν εἰς τοὺς Ἀρχηγούς των. Οὗτοι δὲ πάλιν εἰς τὸν Τομεάρχην ὅστις θὰ καταρτίσῃ κατάλογον τῶν Γερμανοφίλων. Ἕκαστον ὀνοματεπώνυμον θὰ ἀντιγράφεται μετὰ τῆς ἡμερομηνίας τῶν ἐνεργειῶν ἢ λόγων του, τὸ αὐτὸ καὶ διὰ τοὺς τυχὸν Ἰταλοφίλους.

7) Οἱ Τομεάρχαι θὰ ἔλθουν εἰς ἐπικοινωνίαν μὲ ὁποιονδήποτε ἀξιωματικὸν ἢ καὶ ὁπλίτην ἀκόμη ἀπὸ τοὺς λαβόντας μέρος εἰς τὰς μάχας τῆς Κρήτης καὶ διὰ καταλλήλου συζητήσεως θὰ ἐξακριβώσωσιν ἐὰν καὶ ποῦ ἔχουν κρύψει ὅπλα καὶ ἐν γένει ὑλικά πολεμικῆς φύσεως.

8) Η ἀστυνομία δὲν θὰ μυηθῇ εἰς τὴν ὀργάνωσιν ὅσον δήποτε κι’ ἂν ἐμπνέῃ ἐμπιστοσύνην.

9) Ὅλα θα μεταδίδωνται κρυπτογραφικῶς. Πρὸς τοῦτο καθορίζεται ὁ εἰς τὸ τέλος τοῦ παρόντος ἀναγραφόμενος κρυπτογραφικός κώδιξ συνεννοήσεως.

10) Έκαστος Τομεάρχης θὰ ἔλθῃ εἰς συνεννόησιν μὲ τοὺς πλουσίους καὶ εὐπόρους ἐκ τῶν ἐμπίστων τῆς περιφερείας του πρὸς διενέργειαν ἐράνων διὰ τὴν ἐξοικονόμησιν τῶν πάσης φύσεως ἐξόδων τῆς ὀργανώσεως πρὸς ἐπίτευξιν τοῦ σκοποῦ της ὡς καὶ τὴν παροχὴν τροφίμων διὰ τοὺς εἰς τὰ ὄρη φυγάδας.

11) Ἕκαστος Τομεάρχης, ἀφ᾽ οὗ ὀργανώσῃ τὰ κλιμάκια τοῦ τμήματός του ἐπὶ τῇ βάσει τῶν συλλεγομένων πληροφοριών, θὰ καταρτίσῃ τὸ σχέδιον ἐνεργείας τοῦ Τομέως του, βάσει πάντοτε καὶ τοῦ ὑπάρχοντος ὁπλισμοῦ ἐν συνεννοήσει καὶ μετὰ τῶν Ἀρχηγῶν τῶν γειτονικῶν Τομέων.

12) Μερίμνῃ πάντων τῶν Τομεαρχῶν θὰ ἐξευρεθῇ πομπὸς ἢ θὰ ἐπιτευχθῇ σύνδεσμος μὲ ὑπάρχοντα διὰ τοῦ ὁποίου θὰ γνωσθῇ εἰς τὰς Ἑλληνικὰς καὶ Ἀγγλικὰς στρατιωτικὰς ἀρχὰς ἡ ὕπαρξις τῆς ὀργανώσεως καὶ ἡ ἀνάγκη ἑκάστου Τομέως εἰς ὅπλα καὶ πυρομαχικά. Θὰ ὑποδειχθοῦν συγχρόνως μέρη ἀκατοίκητα εἰς ἃ διὰ πλοίων ἢ ἀλεξιπτώτων εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποσταλοῦν ὅπλα. Νὰ φρουροῦνται τὰ μέρη ταῦτα ἀπὸ τῆς ἡμέρας ποὺ θὰ ἐπιτευχθῇ ὁ σύνδεσμος μὲ τὰς Ἑλληνικὰς ἢ τὰς Ἀγγλικὰς Ἀρχάς.

Διὰ νὰ μυηθῇ τις εἰς τὴν ὀργάνωσιν πρέπει ἀπαραιτή τως νὰ τὸν γνωρίζουν δύο μέλη μεμυημένα. Ἕκαστος μυούμενος ὀφείλει νὰ δώσῃ ὅρκον ὅτι οὐδέποτε θὰ μεταδώσῃ τὸ μυστικὸν τῆς ὀργανώσεως.

Πρὸς ἀναγνώρισιν τῶν μελῶν τῆς ὀργανώσεως ὠρίαθη ἡ ἐλαφρά τριβή του κάτω μέρους τῆς ρινός. Ινα ὑπάρχει ἐνιαία Διοίκησις τῆς ὀργανώσεως ὠρίσθη ὡς Ἀρχηγός αὐτῆς ὁ κ. Ἀλέξανδρος Ραφτόπουλος μερίμνῃ τοῦ ὁποίου θὰ ἐπιτευχθῇ ὁ σύνδεσμος ὅλων τῶν Νομῶν καὶ ἐπαρχιῶν καὶ εἰς τὸν ὁποῖον ὀφείλουν ἅπαντες νὰ ὑπακούουν καὶ νὰ φέρουν εἰς πέρας πᾶσαν ἀνατεθησομένην εἰς αὐτοὺς ἐντολήν.

Αἱ ἀνωτέρω ἀρχαὶ δύνανται νὰ μετατραπῶσι καὶ νὰ συμπληρωθῶσι εἰς μελλοντικάς συνεδριάσεις καὶ ἀναλόγως τῶν ἑκάστοτε παρουσιαζομένων συνθηκῶν ἢ ἀναγκών.

Μετὰ ταῦτα ἐπικαλεσθέντες τὴν βοήθειαν τοῦ Θεοῦ ὡρκίσθημεν οἱ ὑπογράφοντες ὅτι θὰ πράξωμεν πᾶν ἀνθρωπίνως δυνατὸν πρὸς ἐπίτευξιν τῶν σκοπῶν τῆς ὀργανώσεως.

Ἐφ᾽ ᾧ συνετάγη καὶ ὑπογράφεται τὸ παρὸν πρωτόκολλον παραμένον εἰς χεῖρας τοῦ ὡς Ἀρχηγοῦ ὑποδειχθέντος κ. Ἀλεξάνδρου Ραφτοπούλου.

Ὑπογράφοντες

Ἀλέξ. Ραπτόπουλος, Χαρ. Ραπτάκης, Μιχ. Φιλιππάκης, Ἰωάν. Ἀγγελάκης, Δημ. Αὐλητής, Ἀντώνιος Κωνσταντόπουλος, Γεώργιος Χαραλαμπίδης, Ἀντών. Φάκαρος.

 

1

Α. Β. Γ. Δ. Ε. Ζ.

2

Η. Θ. Ι. Κ. Λ. Μ.

Ν. Ξ. Ο. Π. Ρ. Σ.

3

Τ. Υ. Φ. Χ. Ψ. Ω.

4

 

Τρόπος χρήσεως:

Θὰ προτάσσεται ὁ ἀριθμὸς τοῦ τετραγώνου καὶ θὰ ἀκολουθῇ ὁ ἀντίστοιχος ἀριθμὸς τοῦ γράμματος:

Παράδειγμα ΝΙΚΟΣ = 31, 23, 24, 33, 36,

Ἀκριβὲς ἀντίγραφον.

(ὑπογρ.)

Αλέξ. Ραπτόπουλος

Βιβλιογραφία

Αφηγήσεις επιζώντων μελών της Οργάνωσης.

Ο τοπικός Τύπος της εποχής.

Ανδριώτης Νίκος, 2006. Πληθυσμός και οικισμοί της Ανατολικής Κρήτης (16ος – 19ος αι.). Ηράκλειο.

ΓΕΣ/ΔΙΣ 1967. Η Μάχη της Κρήτης. Αθήνα.

Δουνδουλάκης, Γιώργης 1999. Γιώργη Δουνδουλάκη, Σκιές στη νύχτα, επιμ. Αντ. Σανουδάκης, τόμ. Α΄ & Β΄. Αρχάνες. Κάββος, Γεώργιος 1991. Γερμανοϊταλική Κατοχή και Αντίσταση Κρήτης, 1941-1945. Ηράκλειο.

Κατσαράκης, Νίκος. Απομνημονεύματα, 1941-45. Υπό έκδοση. Κίππης, Δημήτρης 1981. Από τον Ψηλορείτη στη σκιά του Ολύμπου. Αθήνα.

Κακονάς, Νίκος 1993. Η Κρήτη 1941-1945. Αντίσταση – Συμμαχικές Αποστολές. Η Βρετανική Έκθεση. Ρέθυμνο.

Κωνιός, Βασίλης 2009. Καπετάν Βασίλη Κωνιού, οπλαρχηγού της Εθνικής Αντίστασης: «Η ζωή μας είναι οι άλλοι», επιμ. Αντώνης Κ. Σανουδάκης – Σανούδος. Αθήνα.

Κώνστας, Παναγιώτης 1953. Η Ελλάς κατά την δεκαετίαν 1940-1950. Αθήνα.

Μαλαγαρδής, Λευτέρης 1982. Αρμαγεδδών. Ηράκλειο. Μανουκάκη-Μεταξάκη, Άννα 2014. «Εν Ηπείρω 1912-1913». Το Ημερολόγιο του έφεδρου Αλέξανδρου Ραπτόπουλου. Ηράκλειο.

Μέρες του ’43 = Μέρες του ’43: Η καθημερινή ζωή στην κατοχική Κρήτη. Πεπραγμένα επιστημονικού συμποσίου. Ηράκλειο, 2012.

Μπαντουβάς, Μανώλης 1979. Καπετάν Μπαντουβά, Απομνημονεύματα, επιμ. Αντ. Σανουδάκης. Αθήνα.

Μπόζοβιτς, Σωκράτης 2012. «Προπαγανδιστικά φυλλάδια αερομεταφερόμενα που ρίχτηκαν στην Κρήτη κατά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο». Στο: Μέρες του ’43, σ. 227-241.

Πετράκης, Εμμ. 1953. Εθνική Οργάνωσις Κρήτης (ΕΟΚ). Ηράκλειο.

Πολεμικά Ημερολόγια – Μανουκάκη-Μεταξάκη, Άννα (εισαγωγή και σχολιασμός) 2011. Πολεμικά Ημερολόγια Αντώνη Φάκαρου & Γιώργη Κουτεντάκη, 1941-1942. Ηράκλειο. (Ο παραπομπές στον τόμο αυτό γίνονται, εδώ, στην παρούσα β΄ έκδοση των Ημερολογίων.)

Σανουδάκης, Αντώνης 2017. «Τοπογραφία της Αντίστασης στα Αστερούσια». Πρακτικά του Συνεδρίου Τα Αστερούσια της Παράδοσης και της Ιστορίας. Ηράκλειο, σ. 222-226.

Σταυρακάκης, Νίκος 2008. Η Πληροφόρηση στην Κατοχή, επιμ. Κ.Ν. Σταυρακάκης. Αθήνα.

Σταυρακάκης, Νίκος 2014. ΑποΜνημονεύματα, επιμ. Κ.Ν. Σταυρακάκης. Αθήνα.

Χρηστάκης, Γεώργιος Δ. & Στεφανάκης, Κ. Γ. 2000. Επαρχία Βιάννου, 1941-1945: Το Ολοκαύτωμα του 1943. Ηράκλειο.

[1] Στις 29 Μαΐου 1941 1941 υπογράφεται στο Ηράκλειο (στη βίλλα «Αριάδνη» της Κνωσού) η συνθηκολόγηση. Την επόμενη μέρα, 30 Μαΐου 1941, αξιωματικοί και στρατιώτες παραδίδουν τα όπλα τους στα Πεζά.

[2] Αυλητής Δημήτριος: Υπολοχαγός μόνιμος, φρουρός στη Γραμμή Μεταξά, εθελοντής μαχητής της Μάχης της Κρήτης, όπου του ανέθεσαν τον λόχο των πυροβόλων του Τάγματος Μπετεινάκη. Έφυγε στη Μέση Ανατολή. Δεν ήταν Κρητικός. (Γ.Ε.Σ.Δ.Ι.Σ. 1967 και Χρηστάκης & Στεφανάκης 2000.)

Χαραλαμπίδης Γεώργιος: Έφεδρος ανθυπολοχαγός από τη Μακεδονία, που πολέμησε στο αλβανικό Μέτωπο. Κατέβηκε για να πολεμήσει στη Μάχη της Κρήτης. Έφυγε για τη Μέση Ανατολή μαζί με τον Δημ. Αυλητή μετά την κύκλωση των Αστερουσίων, ίσως φοβούμενοι μην πιαστούν.

Κωνσταντόπουλος Αντώνιος: Δεν έχομε στοιχεία παρά μόνον από την αφήγηση του Θωμά Μανιάτη, ο οποίος γράφει ότι το καλοκαίρι του 1941 για μεγάλο διάστημα ήταν στην περιοχή της Ιεράπετρας προσπαθώντας για την εξάπλωση της Οργάνωσης. Φάκαρος Αντώνιος: Τελειόφοιτος της Νομικής Σχολής, υπάλληλος των Σιδηροδρόμων του Ελληνικού Κράτους και έφεδρος ανθυπολοχαγός στον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο. Κατά την είσοδο των Γερμανών στην Αθήνα κούρσεψε ένα ιστιοφόρο και ήρθε μαζί με Έλληνες και Άγγλους στρατιωτικούς στο Ηράκλειο, όπου πολέμησε στη δεκαήμερη Μάχη της Κρήτης ως διοικητής του τέταρτου λόχου του Τάγματος Μπετεινάκη. Ήταν ο επικεφαλής της ομάδας των αρνητών της παράδοσης των όπλων στα Πεζά και μαζί με τον Αλέξανδρο Ραπτόπουλο συνιδρυτής της οργάνωσης «Κρητική Επαναστατική Επιτροπή» (βλ. Μαλαγαρδής 1982, σ. 11).

[3] Αλέξανδρος Ραπτόπουλος: Ήταν ο αρχηγός της Οργάνωσης. Ταγματάρχης σε πολεμική διαθεσιμότητα, βετεράνος των Βαλκανικών και του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ανάπηρος του Μικρασιατικού και ηγέτης των Βενιζελικών στην επαρχία Βιάννου. Εκτελέστηκε στις 03/09/1942 στην Αγυιά ως αρχηγός της Εθνικής Αντίστασης και εκπρόσωπος της Ελληνικής Κυβέρνησης του Καΐρου.
Αγγελάκης Ιωάννης: Ταγματάρχης σε πολεμική διαθεσιμότητα. Βιαννίτικης καταγωγής, κατοικούσε στο χωριό Φιλίππω (ν) των Αστερουσίων. Ήταν φίλος του Αλέξανδρου Ραπτόπουλου και μέλος της Οργάνωσης εξαρχής. Υπέγραψε και τα δύο Πρωτόκολλά της Μιχαήλ Φιλιππάκης: Ταγματάρχης εν ενεργεία από το χωριό Αχεντριάς, μαχητής στη Μάχη της Κρήτης. Ήταν απότακτος του 1985 λόγω Βενιζελισμού, αλλά επανήλθε πριν τον πόλεμο στο στράτευμα. Υπέγραψε το Πρώτο Πρωτόκολλο, αλλά έφυγε στη Μέση Ανατολή στις 02/11/1941 (Πολεμικά Ημερολόγια, σ. 144).
Χαράλαμπος Ραπτάκης: Από την επαρχία Βιάννου, ίλαρχος του ιππικού. Ως Βενιζελικός ήταν απότακτος του Κινήματος του 1935, αλλά επανήλθε κατά τον πόλεμο και τραυματίστηκε στην Αλβανία. Στη Μάχη της Κρήτης ήταν στα Χανιά. Εκτελέσθηκε το 1943 από τους Γερμανούς ύστερα από φρικτά βασανιστήρια (Κατσαράκης, υπό έκδοση).

[4] Βλέπε στην εφημ. «Πατρίς», φ. 26/06/1971, σχετική επιστολή του Αντώνη Φάκαρου.

[5] Βλέπε υποσημείωση 3, σ. 408.

[6] Σύμφωνα με τη μαρτυρία των παιδιών του Αταλάντης και Δημοσθένη (Αύγουστος 2001) και του γιατρού Ιωσήφ Μιχελάκη (10/05/2006).

[7] Αξιωματικός που ήρθε από την Ελλάδα με τη στρατιωτική του μονάδα και πολέμησε τους αλεξιπτωτιστές στις μάχες που δόθηκαν δυτικά του Ηρακλείου. Ήταν έφεδρος ανθυπολοχαγός. Ο Αντώνης Φάκαρος αναφέρεται στον Γεώργιο Φωκέα σε πολλά σημεία της αφήγησής του «Θαλασσινή Ιστορία», καθώς και στην αναφορά που έγραψε προς τον αρχηγό του ελληνικού στρατού της Μέσης Ανατολής (Πολεμικά Ημερολόγια, σ. 313, 325, 332, 333).

[8] Ο Γεώργιος Δουνδουλάκης ήταν αρχηγός της πρώτης κατασκοπευτικής οργάνωσης στον νομό Ηρακλείου. Πολύτιμες πληροφορίες αντλούμε από την αφήγησή του στο βιβλίο του Σκιές στη νύχτα (Δουνδουλάκης 1999, τόμ. Α΄).

[9] Αιγυπτιώτης Έλληνας, αξιωματικός του βρετανικού Κυπριακού Τάγματος, αργότερα πράκτορας της SOE.

[10] Δουνδουλάκης 1999.

[11] Νεαρός δικηγόρος και έφεδρος λοχαγός, γιος του δασκάλου και αγνού πατριώτη Ιωάννη Κουτεντάκη από τα Καστελλιανά Μονοφατσίου. Μπήκε γρήγορα στην Οργάνωση και στήριξε οικονομικά και ηθικά το δύσκολο εγχείρημα. Υπήρξε πρωτεργάτης και γι’ αυτό οι Γερμανοί τον επικήρυξαν. Ένας από του τους 32 αγωνιστές από τον νομό Ηρακλείου, των οποίων τα περιουσιακά στοιχεία ζήτησαν οι Γερμανοί από τους προέδρους των Κοινοτήτων, στις οποίες ανήκαν. Ανάμεσα στους 62 Μάρτυρες ήταν τα δυο αδέρφια του και ο θείος του. Σημαντική προσφορά αποτελεί και το Ημερολόγιό του για τα πολύτιμα στοιχεία του, που αφορούν την πρώτη περίοδο της Κατοχής στον ηρακλειώτικο νότο.

[12] Βλέπε Πολεμικά Ημερολόγια, στον παρόντα τόμο.

[13] Ηρακλειώτης ψαράς, μαχητής κατά των αλεξιπτωτιστών, συνεργάτης του Τζων Πεντλέμπουρυ. Συνεπιβάτης και συγκυβερνήτης του Φάκαρου στη βάρκα «Αργώ ΙΙ», στις 17/9/1941, από τον Τσούτσουρο στην Αίγυπτο.

[14] Πολεμικά Ημερολόγια, Παράρτημα Α΄, σ. 322.

[15] Πολεμικά Ημερολόγια, σ. 163-167.

[16] Πολεμικά Ημερολόγια, σ. 140-141, 142.

[17] Πολεμικά Ημερολόγια, σ. 136, 137, 142, και Κάββος 1991, σ. 113-114.

[18] Πολεμικά Ημερολόγια, σ. 142-143. Κάββος 1991, σ. 115, 116. Σταυρακάκης 2014, σ. 13-14.

[19] Κοκονάς 1993. Μπόζοβιτς 2012.

[20] Κωνιός 2009, σ. 56-60.

[21] Σε καταγραφές μελών της Οργάνωσης υποστηρίζεται ότι οι Γεώργιος Αγγελιδάκης και Ιωάννης Αγγελάκης ήθελαν να μείνουν τα όπλα στην περιοχή. Βλ. και Κωνιός 2009, σ. 60, και Πολεμικά Ημερολόγια, σ. 197-199.

[22] Κωνιός 2009, σ. 62. Επίσης, αφήγηση Βασιλείου Κουτεντάκη, Μάιος 2000, και Πολεμικά Ημερολόγια, σ. 207-208.

[23] Αφήγηση Εμμανουήλ Παπαδάκη (Τσούτσουρος, Αύγουστος 2016), και Κωνιός 2009, σ. 61: «Μαρτύρησε την υπόθεση των όπλων και ό,τι είχε προηγηθεί στον Τσούτσουρο».

[24] Πολεμικά Ημερολόγια, σ. 221-222.

[25] Πολεμικά Ημερολόγια, σ. 249-250. Κίππης 1981, σ. 105-106.

[26] Καμμιά άλλη ιστορική πηγή, εξ όσων γνωρίζω, προφορική ή γραπτή, δεν δίνει τέτοια πληροφορία,

[27] Εφημερίδα «Παρατηρητής» Χανίων, 05/09/1942.

[28] Από αυτούς ο πρώτος, ο τέταρτος και ο πέμπτος ήταν μέλη της Νομαρχιακής Επιτροπής Ηρακλείου της Οργάνωσης. Βλ. Πετράκης 1953, Χρηστάκης &ε Στεφανάκης 2000, και Μπαντουβάς 1979, σ. 136.

[29] Έτσι ονομάζει στο Ημερολόγιό του ο Γ. Κουτεντάκης τη συνεδρίαση στο χωριό Φιλίππω και την υπογραφή του Πρωτοκόλλου.

[30] Τη σημαντική αυτή αφήγηση παρουσίασα σχολιασμένη στο τελευταίο (ΙΒ΄) Κρητολογικό Συνέδριο, που διοργανώθηκε από την ΕΚΙΜ στο Ηράκλειο το καλοκαίρι του 2016.

[31] Τα Απομνημονεύματα του Νίκου Κατσαράκη – κείμενο μεγάλου ιστορικού ενδιαφέροντος – είναι υπό έκδοση.

[32] Στοιχεία μας δίνει η αφήγηση του Θωμά Μανιάτη (1995).

[33] Ίσως ο Νίκος Σουρής να ήταν επιφυλακτικός, επειδή η Οργάνωση δεν δημιουργήθηκε από τους Βρετανούς, επηρεάζοντας το Γεώργιο Κουτεντάκη, που δεν είχε τις ανάλογες εμπειρίες, ώστε να υποπτευθεί τα κίνητρα της στάσης του Νίκου Σουρή.

[34] Σε αυτή την άποψη συνηγορεί μια επίσκεψη στο χώρο.

[35] Πολεμικά Ημερολόγια, σ. 131, και αφήγηση Ν. Φιλιππάκη (Αχεντριάς, Μάιος 2002).

[36] Ήταν αναγκαίο για την ίδια την Οργάνωση, αλλά και για να κατατεθεί στην Ελληνική Κυβέρνηση του Καΐρου, όπως από τις αρχές του Αυγούστου σχεδίαζε ο Φάκαρος.

[37] Πολεμικά Ημερολόγια, σ. 283-284.

[38] Πολεμικά Ημερολόγια, σ. 88, 90.

[39] Ο Αλέξανδρος Σακελλαρίου ήταν από τους σημαντικότερους παράγοντες της υποστήριξης του Θρόνου. Υπουργός των Ναυτικών, Αντιπρόεδρος της Κυβερνήσεως και ουσιαστικός Πρωθυπουργός της όταν ο Τσουδερός ήταν στη Νότιο Αφρική. Κατά τους θεσμούς, σ’ αυτόν ανήκαν οι Υπηρεσίες Πληροφοριών.

[40] Πολεμικά Ημερολόγια, σ. 82-89.

[41] Ο Παναγιώτης Κώνστας ήταν αντιπλοίαρχος, διοικητής υποβρυχίων και διορισμένος προϊστάμενος της Υπηρεσίας Πληροφοριών της Ελληνικής Κυβέρνησης του Καΐρου. Το Πρωτόκολλο εμπεριέχεται στο βιβλίο του Η Ελλάς κατά την δεκαετίαν 1940-1950, Αθήνα 1953.

[42] Κάββος 1991, σ. 45-47.

[43] Το κείμενο του Πρωτοκόλλου, δουλεμένο πιθανότατα από τους δύο νομικούς Φάκαρο και Κουτεντάκη, είναι τέλειο ως προς τη γλώσσα, τη σύνταξη και τη δομή του. Είναι βέβαιο ότι ένα τέτοιο κείμενο για να γραφτεί, απαιτεί πολύ χρόνο προετοιμασίας. Πολύ περισσότερη δουλειά, βέβαια, χρειάζεται το περιεχόμενό του. Αυτό ας είναι μια απάντηση στην άποψη που εκφράζει ο κ. Α. Σανουδάκης στο άρθρο του «Τοπογραφία της Αντίστασης στα Αστερούσια» (βλ. Πρακτικά του Συνεδρίου Τα Αστερούσια της Παράδοσης και της Ιστορίας, Ηράκλειο: Κέντρο Κρητικής Λογοτεχνίας, 2017, σ. 224), ότι δηλαδή η Οργάνωση ξεκινά στις 3 Αυγούστου 1941, ημέρα της υπογραφής του Α΄ της Πρωτοκόλλου. Γνωρίζοντας τις απαιτήσεις του ορθού λόγου, κυρίως των νομικών κειμένων, θεωρώ ότι η Οργάνωση «ΚΕΕ» ξεκίνησε πολύ νωρίς, από τον Ιούνιο του 1941. Αυτό ενισχύεται από πλήθος άλλων στοιχείων, γραπτών και προφορικών, που μας δίνουν μέλη της Οργάνωσης τα οποία μπήκαν εξαρχής.

[44] Σε πολλές αφηγήσεις οι τότε μαχητές της Μάχης της Κρήτης αναφέρονται σε κρυμμένα όπλα. Στο Ημερολόγιό του ο Αντώνης Φάκαρος γράφει ότι τον Ιούλιο του 1941 έφτασε στη Μονή Αγκαράθου, κοντά στην οποία είχε θάψει αρκετά όπλα. Τα ξέθαψε και τα πήρε στον Τσούτσουρο (Πολεμικά Ημερολόγια, σ. 270-271).

[45] Ο κρυπτογραφικός κώδικας της Οργάνωσης (ΚΕΕ) ήταν γραμμένος στο τέλος του κειμένου του Πρωτοκόλλου. Στον κώδικα αυτό είναι γραμμένα πολλά από τα έγγραφα του αρχείου του Εμμανουήλ Καμπάκη, τα οποία διέσωσε ο Γεώργιος Παπαδόπουλος στη Ζήντα, στο σπίτι του οποίου κρυβόταν.

[46] Μαρτυρία Δημοσθένη Ραπτόπουλου, 23/02/2008.

[47] Σε αφηγήσεις πολλών απαντάται αυτό.

[48] Ο όρκος πρέπει να ήταν παλαιότατη συνήθεια των Κρητών. Μετά τη Μάχη της Κρήτης πολλές ομάδες, κυρίως νέων, ορκίστηκαν στα εξωκκλήσια. Στο πρωτόκολλο της ΑΕΑΚ υπάρχει ο όρκος ολόκληρος.

[49] Βλέπε Μανουκάκη-Μεταξάκη 2014.

[50] Είχαν φύγει οι αξιωματικοί Δημήτρης Αυλητής και Γεώργιος Χαραλαμπίδης για τη Μέση Ανατολή και ο Αντώνης Κωνσταντόπουλος για την ηπειρωτική Ελλάδα. Ο ταγματάρχης Μιχάλης Φιλιππάκης, επίσης, για τη Μέση Ανατολή. Βλ. και υποσημ. 2 και 3, σ. 408-409.

[51] Βλέπομε ότι ο πατριωτισμός ώθησε και Βενιζελικούς παράγοντες της Κρήτης, όπως ήταν ο Αλέξανδρος Ραπτόπουλος, καθώς και πολλούς απότακτους αξιωματικούς του Κινήματος του 1935 να ενδυναμώσουν τις σχέσεις τους με την Ελληνική Κυβέρνηση του Καΐρου, για να βρουν πόρους, όπλα και τροφοδοσία. Η Κατοχή με τις νέες καταστάσεις της άμβλυνε την αντίθεση με τη Βασιλεία.

[52] Ανάπηρος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ταγματάρχης σε πολεμική διαθεσιμότητα από το χωριό Σκινιάς Μονοφατσίου. Βοήθησε σημαντικά στην Αντίσταση μαζί με ομάδα συγχωριανών του, αγνών πατριωτών. Η καταγραφή της αφήγησης του γιου του Δημήτρη (Ιούλιος 2006) μας δίνει σπουδαία στοιχεία.

[53] Σταθμάρχης του Σταθμού Χωροφυλακής Σκινιά, που βοήθησε σημαντικά την Οργάνωση, τα μέλη της οποίας συχνά φιλοξενούσε στον Σταθμό, για να μην κινούν υποψίες. Συνεργαζόταν με Ανδρέα Γαλανάκη και όλη την ηρωϊκή ομάδα των πατριωτών του Σχινιά. Βλ. καταγραφή της συνέντευξης που έδωσε ο Απόστολος Κατσιρντάκης στην Άννα Μανουκάκη (Ηράκλειο, Μάιος 2004).

[54] Δικηγόρος από το Χάρακα της Μεσσαράς, πολιτευτής του Λαϊκού Κόμματος.

[55] Από την επαρχία Βιάννου, μπήκε από τους πρώτους στην Οργάνωση και ύστερα στο ΕΑΜ, του οποίου υπήρξε διακεκριμένο μέλος.

[56] Από τη Βιάννο, από την αρχή μέλος της ΚΕΕ. Υπέγραψε το Β΄ Πρωτόκολλο και, μετά την εξάρθρωση της Οργάνωσης, μπήκε στο ΕΑΜ και στον ΕΛΑΣ. Ήταν επικηρυγμένος από τους κατακτητές, καθώς και η γυναίκα του, όλη την Κατοχή. Τα υπό έκδοσιν Απομνημονεύματά του θα φέρουν στο φως σοβαρά ιστορικά στοιχεία για την περίοδο αυτή.

[57] Αξιωματικός της Χωροφυλακής από τη Βιάννο, απότακτος του ‘35, μέλος της ΚΕΕ, που υπέγραψε το Β΄ Πρωτόκολλο. Υπήρξε δυναμικό μέλος του ΕΑΜ.

[58] Ήταν ταχυδρομικός, μαχητικό μέλος της ΚΕΕ, αργότερα του ΕΑΜ. Οι τέσσερεις τελευταίοι Βιαννίτες ήταν, επίσης, και στελέχη του Βενιζελισμού στη Βιάννο.

[59] Τα ιδρυτικά της μέλη ήταν: ο γιατρός Ιωάννης Παΐζης, ο αντισυνταγματάρχης Πεζικού Ανδρέας Παπαδάκης, ο δικηγόρος Ιωάννης Ιωαννίδης, και ο Ανδρέας Πολέντας, φοιτητής Νομικής.

[60] Εξέλεξαν ως πρόεδρό τους τον υποστράτηγο Εμμανουήλ Μάντακα, ο οποίος όμως για άγνωστους λόγους δεν δέχτηκε. Το ίδιο και οι υποστράτηγοι Γαγάρας και Ποθουλάκης. Έτσι η Οργάνωση διευθύνεται από τους τέσσερεις ιδρυτές της. Στο νομό Ηρακλείου δεν αντιπροσωπεύθηκε γιατί δεν έγινε αποδεκτός ο Τίτος Γεωργιάδης, επειδή η γυναίκα του ήταν Ιταλίδα (Κάββος 1991, σ. 43-44).

[61] Ίσως να γνώριζαν το Πρωτόκολλο της ΚΕΕ από τον Ανωγειανό δικηγόρο Γεώργιο Αθανασίου Σκουλά, που ήταν μέλος της Νομαρχιακής Επιτροπής Ηρακλείου της Οργάνωσης «Κρητική Επαναστατική Επιτροπή». Ο Γεώργιος Σκουλάς εκτελέστηκε τον Ιούνιο του 1942 με τους 62 Μάρτυρες. Ο Δημήτριος Κίππης στο βιβλίο του γράφει (1981, σ. 135): «Ο Γεώργιος Σκουλάς, δικηγόρος, πνευματικός κολοσσός, ρήτορας απαράμιλλος, λαμπρός και γενναίος πατριώτης, ήταν μέλος της Διοίκησης στην Εθνική Οργάνωση Ηρακλείου και σύνδεσμος μετά της ομοίας των Ανωγείων… Η Εθνική Οργάνωση Ηρακλείου είχε συγκροτηθεί αρχές Ιουνίου 1941 από τον ταγματάρχην Βασίλη [=Αλέξανδρο] Ραπτόπουλο, εκτελεσθέντα αργότερα και τον Γεώργιο Σκουλά με την συμπαράστασιν και άλλων…».

[62] Στις περισσότερες απογραφές (των ετών 1577, 1583, 1671 και 1881) το χωριό αναφέρεται με το όνομα «Φιλίππου» (Φιλίππου, Filippou, Filipou). Σήμερα αποκαλείται «Φιλίππω» (κατά το «Τζερμιάδω» κ.ά. χωριά του Οροπεδίου).

[63] Προς τον νομό Λασιθίου, μας δίνει στοιχεία ο αεροπόρος Θωμάς Μανιάτης. Προς δε τον νομό Χανίων, αντλούμε πληροφορίες από το αρχείο του Χανιώτη αντιστασιακού Κωνσταντίνου Μπασιά.

[64] Πολεμικά Ημερολόγια, σ. 82-89 (από το Ημερολόγιο του Γιώργη Κουτεντάκη, 1941-42).