Ζούμε σε μια εποχή όπου το έδαφος κάτω από τα πόδια μας μοιάζει με «κινούμενη άμμο». Οι βεβαιότητες καταρρέουν, οι αξίες δοκιμάζονται, οι θεσμοί αμφισβητούνται και ο άνθρωπος καλείται καθημερινά να ισορροπήσει ανάμεσα στον φόβο και στην ευθύνη. Τα ερωτήματα πληθαίνουν, οι απορίες κατακλύζουν τον νου, όμως η πιο διαδεδομένη απάντηση παραμένει η ίδια: η σιωπή.

Μια σιωπή που δεν είναι πάντοτε σοφία. Είναι συχνά το γλυκό νανούρισμα της συνήθειας, η βολική αποδοχή των γεγονότων, η ψευδαίσθηση ότι αν δεν μιλήσουμε δεν θα χρειαστεί να αναλάβουμε ευθύνη. Μονολογούμε μέσα μας, με τα εσωτερικά ηχεία της ψυχής, χωρίς ποτέ η φωνή να διαπεράσει το «έρκος των οδόντων» μας. Κι έτσι πορευόμαστε σαν αμνοί, όχι επειδή δεν γνωρίζουμε τον κίνδυνο, αλλά επειδή συνηθίσαμε να τον θεωρούμε αναπόφευκτο.

Από παιδιά διδαχθήκαμε την υπακοή πριν ακόμη μάθουμε την ελευθερία. «Μη μιλάς», μας έλεγαν. «Θα ενοχλήσεις». «Θα τιμωρηθείς». «Θα χαρακτηριστείς».

Αργότερα, η ίδια προτροπή άλλαξε πρόσωπο. Στο σχολείο, στην εργασία, στην κοινωνία, ακόμη και μέσα στις ίδιες τις οικογένειες, η φωνή συχνά αντιμετωπίζεται ως απειλή και όχι ως δικαίωμα. Έτσι, η παλιά ρήση «η σιωπή είναι χρυσός» μετατράπηκε σε ένα από τα πιο αποτελεσματικά εργαλεία κοινωνικής συμμόρφωσης.

Υπάρχουν, βεβαίως, διαφορετικά είδη σιωπής. Υπάρχει εκείνη που προηγείται του λόγου, όταν ο άνθρωπος συλλογίζεται, ωριμάζει τις σκέψεις του και επιλέγει τη σωστή στιγμή να μιλήσει. Αυτή είναι η δημιουργική σιωπή, η σιωπή της ευθύνης. Υπάρχει όμως και η άλλη. Η σιωπή της παραίτησης.

Εκείνη που γεννιέται από τον φόβο, την ιδιοτέλεια ή την πεποίθηση πως τίποτε δεν αλλάζει. Είναι η σιωπή που μετατρέπει τους πολίτες σε θεατές της ίδιας τους της ζωής.

Στη σύγχρονη κοινωνία, η δεύτερη αυτή μορφή σιωπής μοιάζει να κυριαρχεί. Πολλοί παρακολουθούν τις εξελίξεις από ασφαλή απόσταση, περιμένοντας να διαπιστώσουν προς ποια πλευρά θα γείρει η πλάστιγγα της Ιστορίας, ώστε να βρεθούν εγκαίρως δίπλα στους νικητές. Δεν υπερασπίζονται αρχές, υπερασπίζονται τη βολή τους. Δεν υπηρετούν αξίες, υπηρετούν τον φόβο μήπως χάσουν τα κεκτημένα τους.

Κι όμως, όπως μας υπενθυμίζει μια κινεζική παροιμία, υπάρχουν δύο είδη σιωπής: εκείνη που προηγείται της ομιλίας και εκείνη που την ακολουθεί. Το ερώτημα είναι σε ποια από τις δύο βρισκόμαστε εμείς. Γιατί, αν η σιωπή μας δεν οδηγεί σε λόγο, τότε καταλήγει να γίνεται συνενοχή.

Το αρχαίο ρητό «ο σιωπών συναινεί» διατηρεί τη δύναμή του μέσα στους αιώνες. Η δημοκρατία δεν υπονομεύεται μόνο από εκείνους που καταπατούν τους θεσμούς. Υπονομεύεται και από εκείνους που επιλέγουν να τους βλέπουν να καταρρέουν αδιαμαρτύρητα.

Όταν οι πολίτες αποδέχονται ως αναπόφευκτο κάθε αυθαιρεσία, κάθε κοινωνική αδικία, κάθε περιορισμό της ελευθερίας, τότε η εξουσία παύει να λογοδοτεί και αρχίζει να επιβάλλεται.

Δεν είναι λίγοι εκείνοι που καλλιεργούν συστηματικά την πεποίθηση ότι όλα είναι προαποφασισμένα. Ότι οι ισχυροί αποφασίζουν και οι υπόλοιποι απλώς ακολουθούν. Είναι ίσως η πιο επικίνδυνη μορφή χειραγώγησης, γιατί δεν φυλακίζει το σώμα αλλά το φρόνημα. Όταν ο άνθρωπος πάψει να πιστεύει στη δύναμη της συμμετοχής του, έχει ήδη παραδώσει το σημαντικότερο όπλο του: την ελεύθερη βούλησή του.

Η σιωπή στις τέχνες μπορεί να αποτελεί χώρο περισυλλογής και βαθιάς μαθητείας. Ο καλλιτέχνης συχνά δημιουργεί μέσα από τη σιωπή της ψυχής του. Η κοινωνία όμως δεν μπορεί να οικοδομηθεί πάνω στη σιωπή των πολιτών. Εκεί όπου απαιτείται λόγος, η σιωπή μετατρέπεται σε έλλειμμα δημοκρατίας. Εκεί όπου απαιτείται αντίσταση, γίνεται παραίτηση. Και εκεί όπου απαιτείται αλήθεια, γίνεται συνενοχή.

Ίσως λοιπόν έφθασε η στιγμή να αφήσουμε τη φωνή μας να εξέλθει από το «έρκος των οδόντων» και να ακουστεί καθαρή, χωρίς κραυγές αλλά με επιχειρήματα, χωρίς μίσος αλλά με αλήθεια, χωρίς φανατισμό αλλά με ακλόνητη προσήλωση στις αρχές της ελευθερίας, της Δικαιοσύνης και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Να πούμε τα αναγκαία «όχι» απέναντι σε κάθε μορφή αυταρχισμού, κοινωνικής αδικίας και επιβολής που επιχειρεί να μετατρέψει τον άνθρωπο σε υπήκοο αντί για ενεργό πολίτη.

Η Ιστορία δεν γράφεται από τους αδιάφορους. Γράφεται από εκείνους που, ακόμη κι όταν φοβούνται, επιλέγουν να σταθούν όρθιοι. Από εκείνους που γνωρίζουν πως η ελευθερία δεν χαρίζεται αλλά κατακτάται καθημερινά, με κόστος, με συνέπεια και με προσωπική ευθύνη.

Ήρθε, λοιπόν, η στιγμή να αποφασίσουμε με ποιους θα συμπορευτούμε και ποια στάση ζωής θα επιλέξουμε. Αν όχι τώρα, πότε;

Ας πάρουμε μαζί το σώμα, την ψυχή και τη συνείδησή μας και ας βαδίσουμε εκεί όπου η παρουσία μας είναι αναγκαία. Όχι ως όχλος που παρασύρεται από συνθήματα, αλλά ως πολίτες που υπερασπίζονται την ελευθερία της σκέψης και την αξιοπρέπεια του ανθρώπου.

Ας γίνει η φωνή μας ένα «βέλος» που εκτοξεύεται με καθαρό στόχο: την υπεράσπιση της αλήθειας, της κοινωνικής Δικαιοσύνης και της δημοκρατίας. Γιατί η πιο επικίνδυνη σιωπή δεν είναι εκείνη που ακούμε, είναι εκείνη που αφήνουμε να εγκατασταθεί μέσα μας.

Η Εύα Καπελλάκη Κοντού είναι εκπαιδευτικός, αρθρογράφος και ραδιοφωνική παραγωγός