…Τα πρώτα χρόνια 41, 42, 43,  μέχρι τον Ιούλιο του 43, είμεθα μεικτοί. Και οι αριστεροί και οι δεξιοί  και οι Βεντζελικοί που ήτονε κατ’εναντίον των Γερμανών, είμεθα μαζί…
12 Αυγούστου 1942, πάνω στο κατάστρωμα του Ελληνικού υποβρυχίου Παπανικολής. Στο μέσον ο κυβερνήτης Θανάσης Σπανίδης. Αριστερά και δεξιά του η οικογένεια του Συνταγματάρχη Ανδρέα Παπαδάκη, (ο ίδιος ο Ανδρέας Παπαδάκης με τη σύζυγό του Ευαγγελία και τα τρία παιδιά τους). Πίσω από τον κυβερνήτη το πλήρωμα του υποβρυχίου. (η φωτογραφία είναι από το βιβλίο του Γεωργίου Χαροκόπου “Το Φρούριον Κρήτη 1941-1944”, σελ. 199)

Στις 21 Απριλίου 1943, στην παραλία του Μπαλί Ηρακλείου, αποβιβάστηκαν τέσσερις άντρες με έναν σταθμό ασυρμάτου. Δύο Βρετανοί αξιωματικοί Σύνδεσμοι, (Ραλφ Στόκμπριτζ και Τζων Στάνλεϋ), καθώς και δύο Κρητικοί αντιστασιακοί,  (Λευτέρης Καλλιτσουνάκης και Ηρακλής Μπριλλάκης).

Απετέλεσαν τα μέλη του συμμαχικού ασυρμάτου της Ιντέλιντζες Σέρβις, (Μυστικής Υπηρεσίας Πληροφοριών του Ηνωμένου Βασιλείου). Εγκαταστάθηκαν σε περιοχές του Ψηλορείτη αρχικά και του Ρεθύμνου αργότερα, με σκοπό τη συλλογή πληροφοριών των κατοχικών στρατευμάτων και των οχυρώσεων της Κρήτης. Ο Ρεθύμνιος αντιστασιακός Λευτέρης Καλλιτσουνάκης, ήταν μέλος της φρουράς του ασυρμάτου.

Στον Δημοτικό Κήπο του Ρεθύμνου, το Σάββατο 2 Αυγούστου 2008, μας διηγήθηκε πολλά περιστατικά τα κατοχικά χρόνια, τις μετεγκαταστάσεις του σταθμού ασυρμάτου, τον θάνατο του Αρχηγού της Ανεξάρτητης Ομάδας Ανωγείων Γιάννη Δραμουντάνη – Στεφανογιάννη, τον θάνατο του γενναίου παλικαριού από το χωριό Φωτεινού Ρεθύμνου Γιάννη Τζαγκαράκη στην τοποθεσία Κορακόπετρα, τις συνεργασίες των ανταρτικών ομάδων της Κρήτης, εικόνες από την απαγωγή του Στρατηγού Κράιπε, τις προσπάθειες ενημέρωσης του Συμμαχικού Στρατηγείου για την απαγωγή, το τελικό σήμα που δόθηκε από τον σταθμό ασυρμάτου του Ραλφ Στόκμπριτζ που βρίσκονταν στη θέση Μονοπάρι – Δρυγιαδέ κοντά στο χωριό Βαλσαμόνερο Ρεθύμνου, τη συγγενική του σχέση με τον Συνταγματάρχη Ανδρέα Παπαδάκη και πολλές άλλες λεπτομέρειες που ο ίδιος βίωσε τα χρόνια 1941-1944.

Αριστερά ο Αριστείδης Παραδεισανός και δεξιά ο Γιάννης Τζαγκαράκης. (1943, φωτογραφία Πάτρικ Λη Φέρμορ, στο κρησφύγετο του συμμαχικού ασυρμάτου στο βουνό Κέδρος)

Στην Κρήτη τα κατοχικά χρόνια είχαν εγκατασταθεί τέσσερις συμμαχικοί σταθμοί ασυρμάτου. Επικεφαλής τους ήταν οι αξιωματικοί Σύνδεσμοι Τομ Ταμπάμπιν (Ιωάννης), Ραλφ Στόκμπριτζ (Σήφης), Άλεξ Ρέντελ (Αλέξης) και Ντένις Τσικλητήρας (Διονύσιος).

Μεταξύ άλλων, στις 2 Αυγούστου 2008, ο Λευτέρης Καλλιτσουνάκης ανέφερε και τα εξής :

«…εφύγαμε εμείς από το Χαμένη ύστερα, λέμε μπορεί να έρθουν να μας ε πιάσουν  επαδέ και πήγαμε στο Κουτσιά. Εφύγαμε δηλαδή από το ανατολικό μέρος του  Ανωγειανού βουνού και πήγαμε στο δυτικό μέρος. Ανωγειανή περιοχή ήταν κι  αυτή και σύνορο με το Ζωνιανό αόρι.

Μπορούσαμε να μπούνε στο Ζωνιανό αόρι  να φύγομε, αν ερχόντανε γερμανική δύναμη. Μα δεν ήρθανε οι Γερμανοί και πιστεύω ότι δεν το αναφέρανε καθόλου το  περιστατικό αυτό. Και θα σου πω ένα περιστατικό που έγινε στο Καλλικράτη το 42 την Άνοιξη. Είμαστε εγώ κι ο Παπαδάκης κι είχαμενε κι ένα από τη Πάτμο,  ασυρματιστή. Είχενε φύγει ο Στόκμπριτζ κι ήτονε ένας ασυρματιστής από τη  Πάτμο, Ευαγγέλου τόνε λέγανε.

Αυτός ήτανε ασυρματιστής εκεί. Κι είμαστανε  οι τρεις μας κι ένας βοσκός που μας έφερνε καμιά φορά το γάλα και το πήζαμε  και το τρώγαμε μαζί ούλοι. Σαμαρίτης Νικόλαος λέγουντανε ο βοσκός, από τσι Σαμαριτάκηδες. Έφυγενε με οικογενειακά από κει μετά το πόλεμο κι ήρθενε στο  Ηράκλειο κι έκανε ένα εστιατόριο στο λιμάνι κοντά. Κι εκεί τον ήβρηκα μετά  την απελευθέρωση και εφιλευτήκαμενε πάλι.

Μας έφερνε γάλα και μας έτρεφε  και μας. Διότι αν ελείπανε οι βοσκοί, αντάρτες δεν εμπορούσανε στη Κρήτη να  σταθούνε. Δίχως τη συγκατάθεση τω βοσκώ δεν εμπορούσες να σταθείς πουθενά.

Εβγήκα εγώ με το Παπαδάκη στη κορφή. Κι είχανε φύγει από το  Φραγκοκάστελλο στη γυαλιά δυο Γερμανοί, επήγανε από τη Σκαλωτή, βγήκαν  το φαράγγι και πηγαίνανε να πάνε στο Καλλικράτη. Εγώ κοπέλι, λέω του  μπάρμπα μου, να τσι πυροβολήσω να δούμενε που πάνε.

Ο μπάρμπας μου ήξερε  τα γερμανικά φαρσί. Είχαμε ένα μεγάλο αυτόματο, ένα Μπρεν, τσι’βαλα σημάδι  και τον έριξε δυο τροχιοδεικτικές, τόνε παίζω μια μπρος μια πίσω. Σταματούνε αυτοί και βάνουνε το μαντήλι τονε στα όπλα και το κουνούσανε να παραδοθούνε.

Τόνε φωνάζει ο Παπαδάκης στα Γερμανικά πού πάτε ; Λένε εμείς δεν πάμενε  πουθενά, δεν έχομενε σήμερο δουλειά και φύγαμενε από το Φραγκοκάστελλο και  πάμενε στο Καλλικράτη και θα γυρίσομενε από την άλλη μεριά να κατεβούμε πάλι στο Φραγκοκάστελλο.

Δεν έχομε τακτική υπηρεσία. Και τόνε λέει ο Παπαδάκης. Μια μεγάλη δύναμη είναι μπροστά σας κι αν περάσετε ή θα σας σκοτώσουνε ή θα σας πιάσουνε αιχμαλώτους. Λοιπόν σας συστήνομε αν θέλετε  γυρίσετε πίσω, αλλά θέλομε ένα λόγο από σας. Να μας ε δώσετε το λόγο της  στρατιωτικής τιμής σας ότι δε θα μαρτυρήσετε.

Και μας ε φωνάζουνε αφήστε  μας να φύγομε και σας ε δίνομε το λόγο της τιμής μας πως δεν θα το αναφέρομε καθόλου στην υπηρεσία.

Αυτά τα δυο περιστατικά έζησα και χτυπήσαμε Γερμανούς και δεν εκάμανε  αντίποινα. Κατά τα άλλα όπου κι αν τσι χτυπήσαμε, αντίποινα είχαμε.

Ο Απόστολος Ευαγγέλου από την Πάτμο, καθηγητής μαθηματικών. Ήταν μέλος του σταθμού ασυρμάτου του Βρετανού αξιωματικού Συνδέσμου Ραλφ Στόκμπριτζ. Έπεσε στα χέρια των Γερμανών μετά από προδοσία και εκτελέστηκε στην Αγυιά παραμονές των Χριστουγέννων του 1942. (η φωτογραφία είναι από το βιβλίο του Γεωργίου Χαροκόπου “Το Φρούριον Κρήτη 1941-1944”, σελ. 129)

Στη Κουτσιά ήπιασε χιονιά και στση 31 του Δεκέμβρη το 1943 εφύγαμε και πήγαμε προς το Αμάρι. Εφύγαμε από το Μυλοπόταμο και πήγαμε στην Επαρχία  Αμαρίου. Από τη Κουτσιά επήγαμε στο Περιστερέ στη Νίθαυρη αποπάνω. Εκάτσαμε εκεί και  ξεχιόνισε. Εκεί ήρθε ο Σταυρακάκης ο Λευτέρης, του Νίκο του Σταυρακάκη  ένας ανιψιός και μας είπε το περιστατικό της δολοφονίας του Στεφανογιάννη. 

Εκάτεχε ο Στεφανογιάννης και όλη η Ανωγειανή Οργάνωση ότι εφύγαμε από το  Κουτσιά και πήγαμε στο Περιστερέ. Και η Οργάνωση πάλι των Ανωγείω  έστειλενε το Σταυρακάκη το Λευτέρη και μας είπε το νέο. Είμαστε στο λημέρι ο Ραλφ, ο Τζων Στάνλεϋ, εγώ, ο Μπριλλάκης είχενε φύγει στα Χανιά, είχε  δηλώσει για έξε μήνες στην υπηρεσία. Ο Ραλφ τι να κάνει.

Να μάθει ένα τέτοιο περιστατικό. Δεν μπορούσε να κάνει τίποτα. Αν τόνε πιάνανε όπως εμένα, κάτι’ θελα κάνει. Μια φορά μου κάνανε οι Γερμανοί μια επίθεση να με πιάσουνε στη  πόλη εδώ (Ρέθυμνο) αλλά τον έφυγα. Το μάθανε αυτοί στ’Αμάρι, η Οργάνωση, επιάσα το Λευτέρη, επιάσα το Λευτέρη και ερχότανε ο Ραλφ να δει, να’ρθει σε  επαφή με την Οργάνωση να δει πως θα μπορέσει να με πάρει.

Αλλά εμένα δε με  πιάσανε. Το Στεφανογιάννη τόνε σκοτώσανε οι Γερμανοί και ο Ραλφ δεν  μπορούσε να κάνει τίποτα. Μόνο στενοχώρια του ’δωκε αυτό το περιστατικό. 

Στο Περιστερέ είμαστε δυο λημέρια. Είχαμε σμίξει με του Τομ το λημέρι και είχε  ακόλουθό του το Σκουτελογιώργη από τα Βορίζια. Εκάναμε εκεί πέρα κάνα δυο  μήνες για να φύγει ο χειμώνας λιγάκι. Είχαμε και δυο πολυβόλα στεμένα, ένα  προς την ανατολή και ένα προς τη δύση, απόρθητο το μέρος για να σιμώσουνε οι Γερμανοί.

Περάσαμε καλά εκεί πέρα. Στη Νίθαυρη ήτανε πάρα πολύ φτωχοί οι αθρώποι αλλά πατριώτες.  Όλο το χωριό το κάτεχε πως είμεθα εκεί, δεν  ακούστηκε τίποτα. Και τα μικρά παιδιά εξέρα πως είμεθα εκεί και δεν  ακούστηκε τίποτα. Ή προδοσία ή τίποτα άλλο. Ήταν εξαιρετικοί αθρώποι.

Εγώ δε θα τους ξεχάσω στη ζωή μου. Εφύγαμε δα ύστερα από το βουνό και κατεβήκαμε πιο χαμηλά, στο ποταμό. Στο Μετόχι ενούς Μανουρά. Μεταξύ Χορδάκι και Αη Γιάννη ήτονε αυτό το μετόχι. Κι είχε και σπίτι και πήγαμε σ ’αυτό το σπίτι. Και μπήκαμε. Αλλά  ήτονε κάπου πέντε χιλιάδες ρίζες ελιές γύρω γύρω και ήτανε εύκολο να μας  πιάσουνε εφ ’όσο είμεθα στο σπίτι μέσα.

Άμα έφυγε ο Μάρτης, επήγαμε πιο πάνω στο Χορδάκι. Ένα μικρό χωριουδάκι είναι, αλλά καλοί αθρώποι κι αυτοί, πατριώτες, εξαιρετικοί. Ήτανε πιο ψηλά το  μέρος αυτό και μπορούσαμε να δούμε πιο καλά τη περιοχή. Για να μη μας ε θωρούνε τα παιδιά στο χωριό, πήγαμε πιο πέρα λιγάκι σ ’ένα μέρος στον Αμύγδαλο.

Εκεί κάναμε λημέρι. Μια τοποθεσία βοσκότοπος ήτανε. Ύστερα  βγήκαμε στο Κέντρος. Από το Κέντρος εφύγαμε και ήρθαμε εδώ προς τα  Ρεθεμνιώτικα όταν αρχίσανε και υποχωρούσανε οι Γερμανοί.

Το Στεφανογιάννη τόνε βλέπαμε στο λημέρι. Εις τα Ανώγεια είχε το κουμάντο αυτός, ήτανε ο Αρχηγός των Ανωγείων τότε, της Οργάνωσης. Εις τα Ανώγεια  ήτανε κάποιος Σμπώκος κι έκανε μπακάλικο, αριστερός. Αλλά μας  εξυπηρετούσε, ότι θέλαμε μας ήβριχνε. Πληρώναμε τότες ότι ξοδεύαμε στο λημέρι.

Μας εξυπηρετούσε ο Σμπωκοχαραλάμπης, δεν ήτονε ακόμη η διαμάχη μεταξύ των αριστερών και των εθνικοφρόνων. Διότι τα πρώτα χρόνια 41, 42, 43,  μέχρι τον Ιούλιο του 43, είμεθα μεικτοί. Δηλαδή και οι αριστεροί και οι δεξιοί και οι Βεντζελικοί που ήτονε κατ’εναντίον των Γερμανών είμεθα μαζί.

Ο Ποδιάς  ήτονε πρωτοπαλίκαρο του Μπαντουβά. Στου Μπαντουβά την ομάδα  Τον είχενε  δεύτερη υπογραφή. Μέχρι το 43.  Ύστερα έγινε η σύσκεψη στο Λίβανο κι εκειδά εδιαφωνήσανε, οι  Εγγλέζοι τόνε βάλανε τσίτες και διαφωνήσανε και τότες  ρχίνηξε η κακομοιριά  και η ελεεινότητα και σκότωνε ο ένας αδερφός τον άλλο. Ντροπή μας.

Στο λημέρι στη Κορακόπετρα εγίνηκε κι ένα επεισόδιο. Εσκοτώθηκε ο Γιάννης  ο Τζαγκαράκης. Την ώρα που μούχλιαζε έγινε, μεταξύ μέρας και νύχτας. Στο  λημέρι είχε έρθει κάποιος Λεωνίδας Τζαγκαράκης ο οποίος ήτανε ανιψιός του  σκοτωμένου από τσι Αλώνες της Ρεθύμνης.

Ο Λεωνίδας είχε έρθει βράδυ βράδυ από τα Ρεθεμνιώτικα κι έσερνε μερικούς για να φύγουνε στη Μέση Ανατολή. Ο κακομοίρης ο Γιάννης ο Τζαγκαράκης ήτονε δρωμένος και πήγε κοντά στη  φωτιά που εψήναμε το φαγητό. Κι έκατσε κουκουβιστά. Έρχεται ένας και μας ε λέει Γερμανοί έρχουνται.

Ένας βοσκός από τα Ανώγεια, θαρρώ πως ήτανε  Δραμουντάνης. Ο Νικολής ή ο Κωστής. Εμείς ήντα να κάνομε, αρπάξαμε να  χώσομε τον ασύρματο και τον οπλισμό μας. Κι είχαμε σ’ένα πρινάρι καμιά  δεκαριά όπλα κι ένα οπλοπολυβόλο.

Ο Πάτρικ Λη Φέρμορ επήγε στο πρινάρι  και επέτανε τα όπλα αποπάνω και τα’παιρνε ο ένας και τα’δινε τ’αλλουνού να  πάμε να τα κρύψομε. Για να φύγομε κι εμείς να μη μας πιάσουνε οι Γερμανοί. 

Ο Λεωνίδας ο Τζαγκαράκης όταν ήρθε μου λέει είμαι κουρασμένος. Και του λέω πάρε μια κουβέρτα κι έλα να πάμε εις το κατάλυμα πέρα πέρα που μένω κι εγώ  να μείνεις. Κι εκοιμάτονε και δεν ήτανε εκειά. Είμαστε εγώ, ο Λη Φέρμορ, ο Στόκμπρτιζ, ο Γιάννης Τζαγκαράκης, ο Στάνλευ, καμιά δεκαριά νομάτοι. 

Ήτανε  κι ένα δυο βοσκοί και μας εβοηθούσανε να πετάξομε τα πράματα να μη μπλέξομε. Ήτονε και του Στεφανογιάννη τα παιδιά εκεί, ο Γιώργης και ο  Ζαχαρίας, μικρά κι εβαστούσανε όλη την ώρα τα τουφέκια, τα γεμίζανε, τα  αδειάζανε. Εγώ με το περιστατικό το δικό μου είχα καεί.

Και τον είχα πει πολλές  φορές μην αφήνετε τα παιδιά στα τουφέκια γιατί κι εγώ έχω καεί. Έχω  σκοτώσει ένα συγγενή μου μ’αυτές τις μπουταλές. Γι’αυτό μην αφήνετε τα  παιδιά στα τουφέκια. 

Είχανε γεμίσει το όπλο, ένα γερμανικό δαχτυλιδάτο, ανάθεμά το. Ο Λη Φέρμορ  έπιασε το όπλο να το πετάξει στον άλλο, και που πήγε η χέρα του, στη  σκανδάλη, και θέτει ένα βρόντο κι έτσι που κάθουντανε κουκουβιστά ο  Τζαγκαράκης του πιάνει το πόδι και το μηρό και του’κοψε τη κεντρική  αρτηρία.

Και εμουντάραμε εμείς να τόνε βοηθήσομε αλλά πέντε λεπτά δεν  έζησενε. Δεν είπε τίποτα, τι να πει ο παντέρμος. Ένας καλός άνθρωπος ο Γιάννης  ο Τζαγκαράκης. Δεν είπε τίποτα στο Φιλεντέμ, μου φταις δηλαδή και τέτοια, πάνω από πέντε δέκα λεπτά δεν έζησενε. Του χύθηκε το αίμα.

Εκειά στο πρινάρι  που σκοτώθηκε τόνε θάψαμε κιόλας. Ο Πάτρικ Λη Φέρμορ εστεναχωρήθηκε  πάρα πολύ. Ίσως φταίει κι αυτό που δεν έμεινε στην Κρήτη. Θα σου πω γιατί. 

Μετά την απελευθέρωση ήτονε ένας συγγενής του Τζαγκαράκη κι είχανε  πιστέψει αυτοί ότι ο Πάτρικ τόνε σκότωσε επίτηδες. Και του’κανε μια επίθεση στσ’Αλώνες απ’έξω.

Κάποιος Ψυχουντάκης τον συνόδευε το Φιλεντέμ, τον είχε  ο  Πάτρικ σαν τον ιδιαίτερό του και μεταξύ τω χωριώ που πήγανε μετά την  απελευθέρωση πήγαν και στσ’Αλώνες. Από κει ήτονε η καταγωγή του  Τζαγκαράκη. Και ένας του ανιψιός του μπήκενε. Του’πε κερατά εσύ εσκότωσες  το μπάρμπα μου και τα λοιπά, γίνηκε δηλαδή τση κακομοίρας.

Και μπορεί  να’τονε αυτό αιτία και πήγε κι έμεινε αργότερα στη Καρδαμύλη στη Μάνη. Τα  οστά του μετά τα πήρανε οι συγγενείς του από τη Κορακόπετρα. Ή στου  Φωτεινού θα τα’χουνε πάει ή στσ’Αλώνες. Είχε μια αδερφή στου Φωτεινού και  μάλλον εκεί θα τα’χουνε. Κι επήγε ο Τζαγκαράκης άδικα. Γιατί η πληροφορία  ότι έρχουνται Γερμανοί στη Κορακόπετρα δεν ήτανε αληθινή.

Παρασκευή 28 Απριλίου 1944. Ψηλορείτης, έξω από το «Ρούσο Σπηλιάρι», τη σπηλιά που “έκρυψε” τον Στρατηγό Κράιπε, στη θέση Πετροδολάκια. Από αριστερά : Πάνω ο Γιώργης Τυράκης με τον Στρατή Σαβιολή. Στη μέση ο Στάνλεϋ Μος, ο Στρατηγός Κράιπε, ο Πάτρικ Λη Φέρμορ και ο Μανόλης Πατεράκης. Κάτω ο Γρηγόρης Χναράκης, ο Νίκος Κόμης και ο Αντώνης Παπαλεωνίδας. (Ο Λευτέρης Καλλιτσουνάκης μας αφηγήθηκε ότι το σήμα για την απαγωγή του στρατηγού Κράιπε, στάλθηκε στο συμμαχικό στρατηγείο από το σταθμό ασυρμάτου του Ράλφ Στόκμπριτζ, που βρισκόταν στη θέση Μονοπάρι – Δρυγιαδέ, κοντά στο χωριό Βαλσαμόνερο Ρεθύμνου)

Ο Δραμουντάνης από όλους τσι Αντιστασιακούς των Ανωγείω ως Αρχηγός είχε  μεγάλη εκτίμηση. Στο τέλος εχάθηκε για τον αγώνα. Ο Ραλφ του είχενε απόλυτη  εμπιστοσύνη. Θυμούμαι ότι ο Σταυρακάκης με το Ραλφ ήρθανε σε μια κόντρα  αλλά δεν είμαι βέβαιος ποιοι ήτονε οι λόγοι που ήρθανε σ’αυτή τη διένεξη.

Ο  Ραλφ ήτονε ένας εξαίρετος άνθρωπος, ποτέ δεν επρόσβαλε κανένα, ποτέ δεν  έθιξε κανένα και μου φαίνεται κι εμένα παράξενο αυτή η διαφορά τους.

Το κάψιμο του χωριού των Ανωγείω μας βρήκε στο Χορδάκι ; Ή είχαμε φύγει  από τ’Αμάρι ; Κι είχαμε έρθει στην Επαρχία Ρεθύμνης στο χωριό μου κοντά  στη  θέση Δρυγιαδέ στο Κάτω Βαλσαμόνερο. Ο Δρυγιαδές είναι δυτικά του χωριού  μου ένα άγριο μέρος σα να’ναι μαδάρα. Εσιμώναμε κοντά στο Ρέθυμνο γιατί  εμείς περιμέναμε την υποχώρηση τω Γερμανώ. Εκεί πρέπει να είμεθα όταν μας  ήρθε η είδηση για το κάψιμο του χωριού…». 

Όταν εγίνηκε η απαγωγή του Στρατηγού Κράιπε, ο Ραλφ δυστυχώς δεν το ήξερε.  Εκείνη τη βραδιά είχαμε φύγει από το λημέρι στο Κέδρος να’ρθομε εδώ στο  Ρέθεμνος.

Ο ασύρματος του Αμαρίου εσίγησε γιατί έφυγε ο Κράιπε από  τ’Ανώγεια και πήγαινε προς τ’Αμάρι. Εσίγησενε ο ασύρματος διότι δεν  εμπορούσε να δουλέψει, υπήρχα τόσοι πολλοί Γερμανοί και εμείς είμεθα στο  δρόμο και πηγαίναμε στο Μαλάκι σε κάποιο λημέρι. 

Μας εφτάξανε στο Μονοπάρι, ένα χωριουδάκι μικρό, ένας αγγελιοφόρος και μας  ε λένε όπου βρεθείτε σταματήσετε να δουλέψει ο ασύρματος σε επαφή με το  Στρατηγείο για να διώξομε το Στρατηγό. Μάλλον από το Λη Φέρμορ ήρθε ο  αγγελιοφόρος. Και μεις εσταματήσαμε εκεί επιτόπου και κανονίσαμε και  ήρθαμε σε επαφή και έφυγενε ύστερα ο κερατάς γιατί σκοτώσανε χιλιάδες ανθρώπους και χαλάσανε τόσα σπίτια, τόσα χωριά.

Αυτή ήτονε μια ενέργεια μπουνταλίστικη για μένα, τρέλα φανερή. Και ο Ραλφ  Στόκμπριτζ το είχενε πει πολλές φορές ότι έσφαλλε σ’αυτό το πράμα ο Μιχάλης  αλλά τι να κάνει ; Έπρεπε οπωσδήποτε να δουλέψει ο ασύρματος ο δικός μας,  να’ρθει σε επαφή με το στρατηγείο μέχρι να ορίσουνε από που θα φύγει ο  στρατηγός. 

Εγώ έφευγα από τον ασύρματο κι επήγαινα τα τηλεγραφήματα μέχρι το Αμπελάκι. Στο Αμπελάκι ερχότανε ένας από το Αμάρι και τα’παιρνε μέχρι να  κανονίσουνε το τόπο απού θα φύγει. Και κανονίσανε το τόπο από το Ροδάκινο.  

Εμείς δώσαμε το σήμα ότι το Κράιπε τον έχουνε απαγάγει και ότι πρέπει να  έρθει κάποιο μέσο να τόνε παραλάβει. Αλλά από ποια θάλασσα ; Δώσαμε το  σήμα από τη θέση Μονοπάρι. Είναι ένα μικρό χωριό κοντά στο Πάνω Βαλσαμόνερο και ήτονε ένα δασύλλιο εκεί πέρα σ’ένα αμπέλι κοντά.

Εμείς δεν μπορούσαμε τότες να ψήσομε να φάμε και είπανε κάποιου που ήτονε στην οργάνωση ψήνε φαί να φάνε αυτοί οι αθρώποι πέντε έξι μέρες μέχρι που να  χρειαστούνε εδώ κι ύστερα θα φύγουνε και θα πληρωθείς. Ηλιάκης Βαγγέλης λεγόντανε. Κι έφερνε ο Βαγγέλης μια μπουκιά φαί και το τρώγαμε. Κι έτσι  εγίνηκε με το Στρατηγό…».          

Ο Γεώργιος Α. Καλογεράκης είναι Δρ. Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, Διευθυντής Δημοτικού Σχολείου Καστελλίου