Το Σάββατο 2 Αυγούστου 2008, στον Δημοτικό Κήπο του Ρεθύμνου μετά από τηλεφωνική μας συνομιλία σμίξαμε με τον Λευτέρη Καλιτσουνάκη, έναν γενναίο πατριώτη με σπουδαία αντιστασιακή δράση τα χρόνια της τετράχρονης γερμανοϊταλικής κατοχής 1941-1945.
Επανέφερε στη σκέψη του γεγονότα από τις μαύρες μέρες της σκλαβιάς και δέχτηκε να τα καταγράψουμε σε μαγνητοταινία.
Ο λόγος του ήταν χειμαρρώδης και μεταξύ άλλων διηγήθηκε τα εξής :
«…το 1941, στις 15 του Ιουνίου, έγινε μια σύσκεψη στου Βατουδιάρη. Και ήτονε ο Παϊζης ο γιατρός από τα Χανιά και ο Πολέντας ο Αντρέας από τσι Βρύσσες τον οποίο εσκοτώσανε οι Γερμανοί.
Ήτονε ο Παπαδάκης από το Ρέθυμνο, ο Τίτος Γεωργιάδης από το Ηράκλειο, Δήμαρχος του Ηρακλείου τότε, και ήτονε κι ένας από τη Σητεία Ιωαννίδης, του Φοίβο ο πατέρας, τον οποίο εσκοτώσανε κι αυτό οι Γερμανοί.
Κι εκάμανε σα σωματείο το οποίο ονομάσανε Ανωτάτη Επιτροπή Αγώνος κι εβάλανε το Πολέντα γραμματέα του σωματείου και οι άλλοι ήτονε εκπρόσωποι κάθε νομού. Ο Ιωαννίδης για το Λασίθι, ο Γεωργιάδης για το Ηράκλειο, ο Παπαδάκης για το Ρέθυμνο και ο Παϊζης για τα Χανιά.
Αυτή ήτονε η πρώτη κίνηση της Εθνικής Αντίστασης. Κι ότι σου λένε οι άλλοι είναι κουραφέξαλα, είναι ψευτιές, απάτες. Οι Γερμανοί μπήκανε τσι 29 του Μάη στη Κρήτη, μετά δεκαπέντε μέρες αυτοί ήτονε παρών. Και ξέρεις γιατί έγινε αυτή η συνάντηση;
Διότι αυτοί ήτονε εναντίον του Μεταξά εκείνη την εποχή. Και είπανε κάτι να κάνομε και κάμανε αυτή τη κίνηση. Μια οργάνωση που τη βγάλανε Ανωτάτη Επιτροπή Αγώνα.
Στην αρχή δεν είχανε μεγάλα πράματα να κάνουνε μόνο οι Γερμανοί είχανε μαζέψει τους Άγγλους εις τις Μουρνιές, είχαμενε βάλει αθρώπους εκεί και αυτομολούσανε οι Άγγλοι.
Και τους φέρνανε στα βουνά και τους περνούσανε από δω και μεταξύ αυτών ήτανε κάποιος που λεγότανε Χιουζ, Ταγματάρχης εις το βαθμό και συνεννοηθήκανε πως πρέπει να έρθει να φέρουνε ένα ασύρματο, να’ ρθει πρώτη επαφή μεταξύ Κρήτης και Αγγλικού Στρατηγείου.
Και έφυγενε ο Χιουζ με το υποβρύχιο που ήρθε από του Πρέβελη, από το Τσούτσουρα, εκεί θα σε γελάσω σε ποια αποστολή φύγανε. Και ήρθανε ύστερα το Νοέμβρη του 41, τσι 20 του Νοέμβρη ο Χιουζ με ασύρματο κι έσερνε το Ραλφ ασυρματιστή.
Ο Ραλφ ήτονε υποδεκανέας τότες. Και τότε εγνώρισα εγώ το Ραλφ. Τόνε φέρανε στο Βουρβουρέ, στου Παπαδάκη το λημέρι. Εκεί τόνε γνώρισα. Ο Παπαδάκης ήτονε πρώτος μου θείος. Ο Παπαδάκης και η μάνα μου ήτονε αδερφοπαίδια.
Κι εμένα μου’χενε συμβεί κάποιο δυστύχημα στο χωριό μου, στο Κάτω Βαλσαμόνερο, κι είχα φύγει κι επήγα στο μπάρμπα μου στο Βουρβουρέ, κοντά στο Καλλικράτη είναι. Και του λέω ότι μπορώ να κάνω εδώ πέρα για να επιβιώσομε.
Δεν ήθελα να παραδοθώ στσι Γερμανούς. Δεν μπορούσα. Ήρθα εδώ στο Ρέθυμνο στη Μάχη της Κρήτης. Κι επήρα και όπλο και πήρα και πιστόλι. Το πιστόλι αυτό το’χω διασώσει και το’χω στο Μουσείο της Εθνικής Αντιστάσεως στο Ηράκλειο.
Εσυνέχισα τον αγώνα εκεί, ότι μπορούσα, ως αγγελιοφόρος να πάω στα Χανιά, να πάω στη Πισκοπή, να πάω εδώ, να πάω εκεί, έκανα αυτή τη δουλειά. Απασχολήθηκα δηλαδή στην Αντίσταση. Καλά πηγαίναμε. Μόνο έγινε μια παρεξήγηση τότε μεταξύ Χιουζ και Παπαδάκη.
Ο Παπαδάκης ήτονε ένας γερός άντρας, Συνταγματάρχης εν τιμητική αποστρατεία, ήτονε ο πρώτος αξιωματικός της Ελλάδος που είχενε σφαίρες εις το θώρακα και τον είχενε στείλει εις τον άλλο πόλεμο το κράτος εις την Ελβετία για να του κάνουνε θεραπεία. Και του’πανε είσαι καλά αλλά μη πας να ζήσεις σ’ένα κέντρο, αν μπορείς να πας στο βουνό. Και γι’αυτό πήγε στο Βουρβουρέ κι έκατσε.
Ο Ραλφ ήτονε εκεί ασυρματιστής του Χιουζ. Εκεί στο Βουρβουρέ εσυναντηθήκαμε πρώτη φορά με το Ραλφ. Εγενήκαμε φίλοι διότι ήξερε τα ελληνικά φαρσί. Μετά έξε μήνες αυτός εζήτησε μετάθεση και στείλανε ένα άλλο ασυρματιστή και τον αντικατέστησε κι έφυγενε αυτός. Ο Χιουζ έφυγε πιο πρωτύτερα.
Ύστερα επροδόθηκε το λημέρι από κάποιο δοσίλογο ο οποίος λεγότανε Καβρός. Μας είχενε εντοπίσει και δεν εμπορούσαμε να σταθούμε στα βουνά του Καλλικράτη. Έπρεπε να αλλάξομε λημέρι.
Και αλλάξαμε και ήρθαμε εδώ προς τη Καλή Συκιά. Και από κει αποφασίστηκε να φύγει του Παπαδάκη η ομάδα να πάει εις την Αίγυπτο για λόγους ασφαλείας. Και φέρανε άλλο ασύρματο και αναλάβανε την υπηρεσία άλλοι κι έφυγεν ο Παπαδάκης κι έφυγα κι εγώ μ’αυτήν την αποστολή με τον Παπανικολή.
Στση 4 του Αυγούστου το 1942 εφύγαμε. Ο Παπαδάκης με τη γυναίκα του και τα παιδιά του. Κι επήραμε και μερικούς αξιωματικούς. Τον Πρόεδρο των Εφετών Κρήτης τον κύριο Γεώργιο Καρακουλάκη, αυτός καταγότανε από το Μεσολόγγι.
Πήραμε και δυο τρεις αξιωματικούς της Χωροφυλακής οι οποίο μας εξυπηρετούσανε αλλά ήτονε εκτεθειμένοι στους Γερμανούς και εφύγανε για να μη τους σκοτώσουνε. Και πήγαμε στη Μέση Ανατολή.
Εκεί επειδή ήτονε κάποια παραξήγηση μεταξύ κάποιου Αλέκου Φήλντιγκ του Χιουζ και του μπάρμπα μου, ο Παπαδάκης ήτονε ένας άνθρωπος ο οποίος ήτονε δημοκρατικός, εναντίον του Μεταξά, ήτονε Βεντζελικός.
Οι Άγγλοι τότε μας είχανε προτεκτοράτο. Και δεν μπορούσανε να εννοήσουνε γιατί δεν ήσουνε πιστός εις τον Βασιλέα και ο Παπαδάκης το Βασιλέα τον είχενε γράψει στα παλιά του τα παπούτσια και γι’αυτό είχανε κάποια παραξήγηση. Κι εγώ έτυχα κι ήμουνε ανιψιός του, δεν μου’χανε απόλυτη εμπιστοσύνη οι Άγγλοι.
Λοιπόν επήγα εθελοντής εις τον Ελληνικό στρατό στο 2ο Τάγμα της 2ας Ταξιαρχίας. Ήτονε δυο Ταξιαρχίες, η 1η ήτονε στο Ελ Αλαμέιν κι εκπαιδευότανε η δεύτερη για να αντικαταστήσει την 1η.
Έμαθεν ύστερα ο Στόκμπριτζ ότι είμαι εγώ στη Μέση Ανατολή και παίρνει ένα αυτοκίνητο από το Κάιρο κι έρχεται και με βρίσκει στη μονάδα. Επειδή είμεθα πάρα πολύ φίλοι είχενε το θάρρος και αυτός και εγώ προς αυτόν.
Και μου λέει, αν τύχει καμιά αποστολή, ίσως τύχει στην Κρήτη ή στην Ελλάδα ή στο εξωτερικό. Εν πάση περιπτώσει γίνεται μια αποστολή τώρα να πάει στη Γαλλία να ανατινάξει ένα εργοστάσιο πυρομαχικών.
Συμμετάσχεις; Λέω ευχαρίστως συμμετάσχω, όπου και να’ναι. Εγώ θέλω να πολεμήσω το Γερμανό όπου και να βρίχνομαι. Εντάξει μου λέει, θα φύγω και θα σ’έχω υπ’όψιν μου.
Και ενώ ετοιμαζόμεθα να φύγομε για το Ελ Αλαμέιν έρχεται ένα τηλεγράφημα και με ζητούσανε να παρουσιαστώ στο Υπουργείο Πληροφοριών στο Κάιρο και μου λέει ο Ταγματάρχης σήκω φύγε διότι σε ζητούν εις το Κάιρο.
Και σηκώνομαι εγώ και φεύγω. Και παρέτησα το τουφέκι μου, τα’φηκα στη σκηνή, τα’φηκα όλα τα πράγματά μου. Και μου λένε άσε τα πράγματα μα δε χάνουνται. Και πήγα εις το Κάιρο και περάσανε πέντε έξι μέρες μέχρι να επικοινωνήσω με το Ραλφ. Ύστερα ήρθενε ο άθρωπος και μου λέει θα γίνει κάποια αποστολή αλλά δεν ξέρομε που.
Μόνο να’ρχεσαι να δίνεις το παρόν και με εντάξανε στην Ιντέλιντζες Σέρβις. Να δίνεις το παρόν κάθε μέρα εις τση δώδεκα η ώρα. Αν τυχόν και αργήσεις έστω και μισό λεπτό, μη χτυπήσεις τη πόρτα, θα τη χτυπάς ακριβώς στση δώδεκα.
Κι αυτό έκανα και μου κάνανε πατίνι τη ζωή, με δοκιμάζανε. Αυτό έγινε καμιά δεκαπενταριά μέρες. Μέχρι που βεβαιωθήκανε πως εγώ’μουνε σωστός.
Και ήτονε και ένα άλλο περιστατικό. Ήτονε κάποιος από τη Σητεία εκεί τον οποίο είχανε εντάξει εις την υπηρεσία, του δώκανε ασύρματο ως κατέχοντα τα πράγματα και πήγανε στο Τοπλού στη Σητεία κι εστέσανε λημέρι. Μανόλης Τζαγκαράκης. Ήτονε πολύ επιπόλαιος άθρωπος.
Μου τά’ λεγε τυχαίως στο καφενείο όπου και να συναντηθούμε. Ούτε ήξερε τι ρόλο έπαιζα μόνο μου’λεγε εγώ θα πάω στη Κρήτη αυτές τις μέρες, θα κάμω αυτό θα πάω εκεί. Το ανάφερα στο Ραλφ.
Και του λέω κοίταξε να δεις. Κάποιο Τζαγκαράκη εγνώρισα στο καφενείο και μου’χει πει πολλές σαχλαμάρες ότι θα φύγει για την Κρήτη και τέτοια. Αν του έχετε αναθέσει τέτοια υπηρεσία μη τόνε δώσετε για θα πάει να προδοθεί μοναχός του με την επιπολαιότητά του.
Αυτό έγινε και πιάσαν τον ασύρματο στο Τοπλού, σκοτώσανε τρεις καλογέρους από το Μοναστήρι διότι ο ένας υπέκυψε ο κακομοίρης και μαρτύρησε, σκοτώσα πέντε έξε αθρώπους. Είχαμε έρθει τότε που έγινε αυτό στο Ψηλορείτη εμείς και του λέω θυμάσαι ήντα σου’πα ; Πως θα σκοτωθεί μοναχός του;
Τέλος πάντων. Εγώ είχα υπογράψει να κάμω έξε μήνες εδώ στο βουνό κι έκαμα ύστερα μέχρι το’45 που φύγανε οι Γερμανοί.
Από το Κάιρο εξεκινήσαμε για την Κρήτη. Επήγαμε αυτοκινητόδρομο και πήγαμε στη Βηρυτό. Επήγαμε στη Βηρυτό γιατί εκεί ήτονε η βάση των υποβρυχίω. Κι έπρεπε να πάμε στη Βηρυτό από το Κάιρο, να έρθομε σε επαφή με το Ναυαρχείο, να μας ε διαθέσει το υποβρύχιο κάποια μέρα να πάμε στη Κρήτη.
Κι εμείναμε στη Βηρυτό οχτώ μέρες και περιμέναμε το υποβρύχιο γιατί έλειπε σε ταξίδι. Άμα ήρθε μας το διαθέσανε και φύγαμε. Τον Απρίλιο του 1943 εφύγαμε από τη Βυρητό της Συρίας με τον Παπανικολή. Οχτώ μέρες εκάμαμε διότι εχάλασε το υποβρύχιο και ήρθαμε εδώ στη Κρήτη. Την 21 του μηνός Απρίλη νομίζω αποβιβαστήκαμε εδώ στο Μπαλή.
Ο Ραλφ Στόκμπριτζ, ο Τζων Στάνλεϋ, εγώ και κάποιος Μπριλλάκης Ηρακλής από το Βάμο του Αποκορώνου. Εγώ ήρθα για να έχω την ασφάλεια του λημεριού. Βέβαια εγώ ήμουνα μικρός στα χρόνια και η δουλειά που έκανα έπρεπε να την κάνει κάποιος Ανθυπολοχαγός. Και μου είπε η υπηρεσία αν θες μπορείς να βάλεις τη στολή του Ανθυπολοχαγού. Λέω δεν θέλω γιατί ντρέπομαι. Εγώ ήμουνα στρατιώτης να γίνω και Ανθυπολοχαγός ; Δεν μπορώ να το κάμω.
Αποβιβαστήκαμε νύχτα. Στην παραλία μας περίμενε ο Λη Φέρμορ και ο Γιώργης ο Τυράκης που ήτονε στην απαγωγή του Κράιπε με ένα βοσκό Χαρίτο Χνάρη. Ήτανε βοσκός στο μοναστήρι του Βωσάκου. Από τα Λιβάδια Μυλοποτάμου.
Είχαμε συνεννοηθεί ότι θα βγούμε τυφλά δίχως να δώσουνε αυτοί σήμα επειδή ήτονε δυο φυλάκια και πήγαμε εμείς στη μέση να βγούμε. Κοντά το ένα φυλάκιο, κοντά και το άλλο. Όταν ερχόμεθα εμείς με τη λαστιχένια βάρκα τους ακούγαμε και μιλούσανε τους Γερμανούς.
Και μεις εβγήκαμε στο ενδιάμεσο. Ένα πράγμα είχε κάνει τότε η οργάνωση λάθος. Εφ’όσον ήτονε ναρκοθετημένο το μέρος, να μας είχε ειδοποιήσει να το ξέρομενε. Και βγήκαμε σ’ένα ναρκοπέδιο. Λοιπόν αυτοί καθόντανε πιο πάνω και πίνανε ρακή, οι δικοί μας κι εμείς εβγήκαμε.
Αλλά εγώ είχα εκπαιδευτεί στις νάρκες. Στο Σουέζ από πάνω ήτονε το μέρος που είχανε πάει οι Άγγλοι όλο το γερμανικό υλικό που είχανε πιάσει στη Λιβύη, Κανόνια, αεροπλάνα, αυτοκίνητα, τανκς, τα πάντα. Κι εκεί επήγα και εκπαιδεύτηκα στις νάρκες,.
Μόλις εβγήκα στη παραλία, επήρα χαμπάρι το ναρκοπέδιο αλλά υπάρχει και μια μυστική δίοδος σε κάθε ναρκοπέδιο. Φεγγάρι σαν την ημέρα και λέω τι θα γίνομε τώρα; Φωνάζω εγώ σταματήσετε όπως είστε γιατί’ μαστε μέσα στις νάρκες. Λέω μη φοβάστε. Θα σας βγάλω διότι είναι πετρώδες το μέρος και θα βρούμε κάποια δίοδο να φύγομενε. Κι έτσι κι έγινε.
Επορίσαμε όξω, βγάλαμε τα πράματα όξω, τον ασύρματο, το μοτέρ, τα όπλα μας, ούλα τα πάντα γιατί εμείς βγήκαμε με στολή ως κομάντο για να μη πάμε ως κατάσκοποι να μας ε πιάσου και μας σκοτώσου, φορούσαμε τη στολή τω κομάντο. Φορούσαμε τη Βρετανική στολή των κομάντω. Και άμα βγήκαμε, ντυθήκαμε με τα πολιτικά.
Ύστερα έφυγενε ο Λη Φέρμορ με το Στόκμπριτζ και μείναμε εμείς και φυλάγαμε τα πράματα εκεί σ’ένα δάσος εφτά μέρες. Ο βοσκός ο Χαρίτος έβλεπε τα πρόβατά του εκεί. Κι ερχότανε κάθε μέρα. Κι έκλεβε καμιά φορά ένα σεβεντούκο από τσι καλογέρους και μας το’φερνε γιατί εμείς δεν εβαστούσαμε ψωμί μόνο γαλέτες και κονσέρβες.
Κονσέρβες είχαμε και τρώγαμε αλλά δεν είχαμε ψωμί. Και μας έφερνε κι ένα μπουκάλι λάδι γιατί είχαμε πάρει αστακούς σε κονσέρβες και θέλαμε λαδολέμονο για να το φτιάξομε. Κι έπαιρνε αυτός από τσι καλογέρους ότι μπόριενε και μας το’φερνε.
Ο Λη Φέρμορ με το Στόκμπριτζ επήγανε στα Ανώγεια. Ήρθανε σε επαφή με των Ανωγείων την Οργάνωση, το Στεφανογιάννη, το Χριστομιχάλη Ξυλούρη, μάλιστα του Στεφανογιάννη του βάφτισενε ο Λη Φέρμορ ένα κοριτσάκι και το’βγαλε Αγγλία.
Επήγανε στο σπίτι του Στεφανογιάννη κι εκεί εσυννενοηθήκανε να πάρουν τον ασύρματο να τόνε πάνε στα Ανώγεια στην περιοχή που είχενε αυτός το μητάτο του στη Κορακόπετρα στο Ψηλορείτη.
Κι εκεί πήγαμε κιόλας. Ήρθανε ζα και μας πήρανε και μας πήγανε στη Κορακόπετρα. Δεν ήρθανε πολλοί Ανωγειανοί στο Μπαλή που είμεθα εμείς και περιμέναμε. Ήρθανε μερικοί, αλλά συνεννοηθήκανε με την Οργάνωση στο Δοξαρό, με τα Χελιανά κι από κει φέρανε τα ζώα που ήτανε τα χωριά αυτά κοντά στη παραλία και πήρανε τα πράματα και μας επήγανε εις τα Ανώγεια στη Κορακόπετρα.
Επεράσαμε από το σπίτι του Στεφανογιάννη αλλά δεν εκαθίσαμε, εφύγαμε για το Ψηλορείτη. Την πρώτη φορά που είδα το Στεφανογιάννη ήταν όταν επερνούσαμε από το σπίτι του κι εβγήκε αυτός έξω και μας υποδέχτηκε και μας οδήγησε στη Κορακόπετρα.
Ζωηρός άνθρωπος ήτονε ο Στεφανογιάννης, καλός πατριώτης, είχενε μια καλή εξαιρετική γυναίκα, τη κυρία Χαρίκλεια, εζούσε η μάνα του κι εφορούσε τη παλιά κρητική στολή, μια στολή που δεν την είχα δει ποτέ μου. Εκάμαμενε λημέρι εκεί κι εκάτσαμε κανένα μήνα.
Ύστερα μας είχανε εντοπίσει και φύγαμε από κει και πήγαμε σε άλλο τόπο. Επήγαμε στο Κάρχος. Όπως ήτονε η Κορακόπετρα, μπορεί να’τανε κάνα δυο χιλιόμετρα πιο πέρα. Επειδή ήτονε νερό κοντά, επήγαμε στο Κάρχος. Μετά το Κάρχος επήγαμε στα Τσουνιά.
Μακριά προς το Κρουσώνα. Εκεί που πήγαμε, ήτονε σα μια σπάθη. Κι εβγήκαμε στη κορφή κι ήτονε από δω ο Κρουσώνας κι από κει τ’Ανώγεια. Εκεί κάτσαμε όλο το καλοκαίρι του’43 και ύστερα που αρχίνηξε ο χειμώνας και τράκαρε και χιόνιζε, το σπηλιάρι ήτονε πολύ μικρό, δε μας έβαζε, και κατεβήκαμε σ’ένα μητάτο το Χαμένι. Ανωγειανό βουνό κι αυτό αλλά συνοράτορο με τσι Γωνιές.
Εφύγαμε εμείς από το Χαμένη ύστερα, λέμε μπορεί να έρθουν να μας ε πιάσουν επαδέ και πήγαμε στο Κουτσιά.
Εφύγαμε δηλαδή από το ανατολικό μέρος του Ανωγειανού βουνού και πήγαμε στο δυτικό μέρος. Ανωγειανή περιοχή ήταν κι αυτή και σύνορο με το Ζωνιανό αόρι. Μπορούσαμε να μπούνε στο Ζωνιανό αόρι να φύγομε, αν ερχόντανε γερμανική δύναμη.
Στο Χαμένι θα σου πω ένα περιστατικό. Έτυχενε και χιόνισε στο Χαμένι. Ο παπα-Γιάννης ο Σκουλάς ήτονε καμιά φορά στο λημέρι μας και μου λέει έλα να πορίσομε μη μπάνα βρούμενε λαγούς. Αυτός εβάστανε τσιφτέ. Είχε το τσιφτέ, δεν τον είχε παραδώσει. Είχε και σφαίρες.
Εγώ δεν εβάστουνα τσιφτέ, εβάστουνα ένα τόμιγκαν με τσι πενήντα σφαίρες. Έβαλα μια πενηντάρα κι έβαλα κι άλλη μια στη χλαίνη μου. Επορίσαμε. Αυτός εκυνήγανε κι έπιανε λαγούς. Εγώ εχτύπησα ένα και κατά τύχη τον ήβρηκα. Τόνε πέταξα σε μια αχλάδα απάνω για να ακολουθήσω το παπα-Γιάννη.
Εκεί απέναντι προς τσι Γωνιές το βουνό είδα μια δεκαριά αθρώπους και εφορούσανε ένα καλπάκι που βάνανε οι Γερμανοί. Λέω στο παπα-Γιάννη, ω ανάθεμά το, του λέω, εκείνοι νε απού’ναι απέναντι αν δεν είναι Γερμανοί.
Ώστε να του το πω με παίρνει στο μεζέ κι όταν σε πιάσουνε οι Ανωγειανοί στο μεζέ, δεν έχεις στεμό, πρέπει να φύγεις από τη περιοχή. Και λέω μωρέ τη πάτησα εδά. Μπρε Γερμανοί’ναι, μπρε δεν είναι, εφ’όσον μ’έπαιζενε ο παπάς, έκλεισα το στόμα μου.
Αλλά λέω να’ναι Γερμανοί κι ας με σκοτώσουνε για να μη με πάρουνε στο μεζέ οι Ανωγειανοί. Εκατεβαίναμε εμείς κάτω, ερχόντανε αυτοί προς εμάς. Όσο εσίμωνα τόσο εβεβαιώνουμουνε πως ήτονε Γερμανοί. Χωρίζω από το παπα-Γιάννη. Λέω δε του ξαναμιλώ. Εκατέβαινε αυτός κάτι λακούδια και ελαγόνευε.
Είχενε πιάσει τέσσερις λαγούς. Εγώ βλέπω ένα χάλευρο και λέω ανέ συναντηθούμενε θα συναντηθούμε σε μια συστάδα πρινάρια, μεγάλοι πρίνοι κι ήτονε παλιές μάντρες. Λέω, στσι μάντρες πουθενά θα συναντηθούμε. Στσι μάντρες από πάνω κατά τύχη ήτονε ένα χάλευρο μεγάλο και πήγα εγώ εκεί και κρύφτηκα. Ο παπα-Γιάννης ούτε μ’είδε ότι πήγα εγώ και κρύφτηκα.
Κι άφηκα το παπα-Γιάννη να κυνηγά. Όσο σιμώνανε, εγώ τσι θώρουνα πως ήσανε Γερμανοί. Όταν εσιμώσανε κοντά, επήγανε οι Γερμανοί και πρωτομπήκανε εις τη μάντρα και πιάσανε θέσεις.
Εγώ τσι θώρουνα από πάνω. Βάνω μια πενηντάρα στο αυτόματο και μόλις φωνάξανε αυτοί αλτ ! εφωνάξανε του παπα-Γιάννη, πετά ο παπα-Γιάννης το όπλο του, πετά το ράσο του, πετά τσι λαγούς χάμω και το βάνει στα πόδια.
Τόνε παίζω εγώ μια μπαταρία, του παπα-Γιάννη δε του βάλανε και πεθάνανε από το φόβο ντως μόλις ακούσανε το πολυβόλο. Αυτοί βαστούσανε τσιφτέδες σα το παπα-Γιάννη. Και φωνάζω του παπα-Γιάννη γύρισε να πάρεις τα πράματα, εγώ θα σε καλύψω. Και γυρίζει πίσω ο παπα-Γιάννης και παίρνει τα πράματα και το βάνομε στα πόδια και πάμε στο Χαμένι.
Εχτύπησα εγώ πέντε έξι φορές τσι Γερμανούς βολή κατά βολή για να μη του βαρούνε όντεν έπαιρνε τα πράματα. Ύστερα απής έφυγενε αυτός, είδα ότι δεν εβαστούσανε τουφέκια κι έφυγε ο παπα-Γιάννης στο λημέρι και πήγα και’γω στο λημέρι κι είχαμε ένα μπρεν οπλοπολυβόλο.
Λέω αυτοί θα το βάλουνε στα πόδια να φύγουνε και θα περάσουνε από το τάδε μέρος. Και πήγα εγώ και έστεσα το πολυβόλο και τον έριξα μερικές μπρος πίσω, ύστερα ήρθενε ο Ξυλούρης ο Μιχάλης ο οποίος μου λέει μπουταλές κάνεις θα κάψομε το χωριό και τα λοιπά, εγώ ήμουνα έτοιμος να τσι σκοτώσω, τσ’είχα στο κλισιοσκόπιο.
Λέω δε βαριέσαι, θα υπακούσω και παρετώ το πολυβόλο και τσ’αφήκαμε και φύγανε. Εγώ πιστεύω ότι οι Γερμανοί θα φύγανε από το Μάραθο. Στο Μάραθο είχανε μια βάση σα τα ραντάρ οι Γερμανοί εκεί.
Αυτό το συμπέρασμα εβγάλαμε. Και θα σου πω γιατί. Ήτανε τα μόνα περιστατικά με Γερμανούς που τσι χτυπήσαμε και δεν επράξανε αντίποινα. Ένα περιστατικό στο Βουρβουρέ με το θείο μου το Παπαδάκη κι αυτό το περιστατικό στ’Ανώγεια. Οι Γερμανοί σ’αυτά τα περιστατικά δεν εκάμανε αντίποινα, δηλαδή δεν ήρθανε να μας κυνηγούνε…».
Ο Γεώργιος Α. Καλογεράκης είναι Δρ. Πανεπιστημίου Ιωαννίνων Διευθυντής Δημοτικού Σχολείου Καστελλίου
