Η αστικοποίηση, δηλαδή η μετακίνηση ανθρώπων από την ύπαιθρο, δηλαδή χωριά στις πόλεις, άρχισε με τη βιομηχανική επανάσταση τον 19ο και επιταχύνθηκε μεταπολεμικά τον 20ό αιώνα. Σήμερα αυτό το φαινόμενο συνεχίζεται παγκοσμίως με αποτέλεσμα περισσότερο από το 55% του παγκόσμιου πληθυσμού να ζει σε αστικές περιοχές. Εκτιμάται ότι το 2080 το 85 % του παγκόσμιου πληθυσμού θα ζει σε αστικές περιοχές.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αστικοποίησης στην Κρήτη αποτελούν οι τρεις όμοροι δήμοι Ηρακλείου, Μαλεβιζίου και Χερσονήσου. Ενώ έχουν συνολική έκταση 809,4 km2, δηλαδή το 9,7 % της έκτασης της νήσου, έχουν πληθυσμό 232.256 κατοίκους, που ισοδυναμούν με το 37,62 % του συνολικού πληθυσμού της νήσου, σύμφωνα με την απογραφή του 2021, ή κατοικούν 286,95 κάτοικοι/km2 (Εικ. 1), όταν σε επίπεδο Κρήτης κατοικούν μόνο 37,28 κάτοικοι/ km2. Με τις επικρατούσες τάσεις, εκτιμάται ότι το 2031 οι κάτοικοι των τριών δήμων πιθανότατα θα προσεγγίσουν το 45 % του μονίμου πληθυσμού της Κρήτης. Την ίδια λίγο-πολύ αυξητική τάση ακολουθούν και οι επισκέπτες/τουρίστες.
O πρωτογενής τομέας (γεωργία, κτηνοτροφία και αλιεία) παλαιότερα και συγκεκριμένα την 10/ετία του 1960 συνεισέφερε στην Ακαθάριστη Προστιθέμενη Αξία (ΑΠΑ) της Κρήτης περισσότερο από 70 %. Σήμερα συνεισφέρει στην ΑΠΑ Κρήτης μόνο 9,4 %, παραμένει όμως υπερδιπλάσιος από τον εθνικό μέσο όρο, που είναι γύρω στο 4-4,3 %. Βασικοί κλάδοι του πρωτογενή τομέα είναι η ελαιοκομία, η αμπελουργία, τα κηπευτικά και η κτηνοτροφία.
Όπως είναι γνωστό, το μέγεθος μιας γεωργικής εκμετάλλευσης είναι ιδιαίτερης σημασίας για την επιτυχή ανάπτυξη της. Στη χώρα μας, η μέση έκταση των γεωργικών εκμεταλλεύσεων παρουσιάζει τελευταία μικρή αύξηση. Από 50 στρ. και 6 αγροτεμάχια περίπου ανά εκμετάλλευση το 1980 αυξήθηκε στα 70 στρ. και 7 αγροτεμάχια το 2010 (Κοντογεώργος, 2015).
Στην νησιώτικη Ελλάδα και ιδιαίτερα στην Κρήτη, η κατάσταση είναι σαφώς χειρότερη. Ο αναδασμός στις ελάχιστες περιοχές, που εφαρμόστηκε, δεν απέδωσε τα αναμενόμενα αποτελέσματα, με αποτέλεσμα η κατάσταση με την πάροδο του χρόνου να χειροτερεύει.
Εκτός από το μικρό και διάσπαρτο μέγεθος των γεωργικών
εκμεταλλεύσεων, άλλο πολύ σημαντικό πρόβλημα είναι ότι, παρά την μακρά και λαμπρή ιστορία μας, η διαχείριση των υδατικών πόρων είναι προβληματική. Στην Κρήτη οι βροχοπτώσεις των προηγουμένων ετών ήταν μειωμένες, ενώ το τρέχον υδρολογικό έτος (2025-26) ήταν σημαντικά αυξημένες σε σχέση με αυτές του 2024-25 και προηγούμενων ετών, με αύξηση που, ανάλογα με την περιοχή, ξεπερνά το 50% του προηγούμενου έτους.
Όμως σημειώνεται ότι η σύγκριση γίνεται με εξαιρετικά ξηρικά προηγούμενα έτη, κυρίως στην ανατολική Κρήτη. Άρα, η φετινή αύξηση ναι μεν σημαίνει βελτίωση, αλλά σε χαμηλή βάση, δηλαδή όχι πλήρη επάρκεια νερού. Κανείς δεν μπορεί να προβλέψει το «αύριο» και η Κρήτη μας εξακολουθεί να μην είναι επαρκώς θωρακισμένο απέναντι σε πιθανές μελλοντικές περιόδους ξηρασίας.
Η λύση, λοιπόν, δεν είναι να περιμένουμε τη βροχή, αλλά να αλλάξουμε τον τρόπο που διαχειριζόμαστε κάθε σταγόνα διαθέσιμου νερού, όπως έκαναν οι πρόγονοί μας οι Μινωίτες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Μινωική Φαιστός.
Ο Όμηρος την αποκαλεί «εϋναιετάωσα» (καλά κατοικημένη/χτισμένη), δείγμα ότι αποτελούσε έναν σημαντικό πολυανθρώπινο οικισμό της εποχής (Ανώνυμο, 2012). Ήταν ο δεύτερος μεγαλύτερος Μινωικός οικισμός μετά την Κνωσό, με έκταση γύρω στα 18 στρ. για το ανάκτορο και μια τεράστια, εύφορη πεδιάδα στη δυτική Μεσαρά, που ήταν υπό τον έλεγχό της. Βρίσκεται σε λόφο υψόμετρου 100 m περίπου, όπου οι Μινωίτες συνέλεγαν και αποθήκευαν κάθε σταγόνα βρόχινου νερού από αυλή έκτασης 1,375 στρ. και κατάλληλες δεξαμενές στη δυτική πλευρά της, με παράπλευρα αμμόφιλτρα για τον καθαρισμό του πόσιμου νερού (Αγγελάκης, 2026).
Επίσης, υπήρχε επιλεγμένο κεντρικό δίκτυο αποχέτευσης, που διοχέτευε με βαρύτητα τα υγρά απόβλητα ΝΔ στην πεδιάδα της Μεσαράς, που μετά από πλημμελή φυσικό καθαρισμό τους σε απόσταση ροής ενός km περίπου, άρδευαν γεωργικές καλλιέργειες. Σημειώνεται ότι οι Μινωίτες θα μπορούσαν να διαθέτουν τα υγρά απόβλητα του οικισμού στον ποταμό Γεροπόταμο, ΒΑ του λόφου της Φαιστού.
Επίσης, σήμερα μπορούμε να διδαχθούμε και από άλλες αναπτυγμένες χώρες, όπως η Σιγκαπούρη. Η χώρα καλύπτει τις ανάγκες της από τοπικές υδατοσυλλογές, ανακύκλωση, και αφαλάτωση, ενώ παράλληλα έχει μειώσει τις απώλειες στα δίκτυα σε ποσοστό μικρότερο του 5 %, αποτελώντας παγκόσμιο πρότυπο διαχείρισης υδατικών τους πόρων.
Υπερκάθαρο ανακυκλωμένο νερό από επεξεργασμένα αστικά υγρά απόβλητα καλύπτει ήδη περίπου το 30% των συνολικών αναγκών της χώρας και προβλέπεται αύξησή του έως το 55% μέχρι το 2060. Σήμερα το γνωστό ως NEWater (νέο νερό) είναι τέτοιο νερό και όλοι οι Έλληνες, που την έχουμε επισκεφθεί, το έχομε γευθεί.
Επίσης, το Ισραήλ, μια άλλη μικρή αναπτυγμένη χώρα με λαμπρή ιστορία υδατικών πόρων, είναι σήμερα η μοναδική χώρα, που έχει δυο κύριες πηγές νερού: (α) Αφαλατωμένο πόσιμο νερό 370 εκατ. ημερησίως από 40 μικρές και μεγάλες μονάδες αφαλάτωσης θαλασσινού νερού και (β) περίπου το 90 % των εκροών των επεξεργασμένων εκροών αστικών υγρών απόβλητων επαναχρησιμοποιείται και αρδεύει με στάγδην άρδευση αγροτικές εκτάσεις. Οι απώλειες νερού στα δίκτυα ύδρευσης και άρδευσης είναι ελάχιστες. .
Στην Κρήτη σε παραγωγικές περιοχές, όπως στην πεδιάδα της Μεσαράς, θα μπορούσαν να οργανωθούν πιλοτικές υποδειγματικές-πρότυπες εκμεταλλεύσεις κυρίως με νέους αγρότες κατοίκους της περιοχής και όχι μόνο. Βαθμιαία, αυτό το παραγωγικό μοντέλο θα μπορούσε να αξιοποιήσει το σύνολο της περιοχής υποδειγματικά.
Οι πρότυπες, βιώσιμες εκμεταλλεύσεις θα μπορούσαν με κατάλληλα κίνητρα να αξιοποιήσουν τις νέες τεχνολογίες υδατικών πόρων και άλλες και τις εφαρμογές γεωργίας ακριβείας, νέες μεθόδους φυτοπροστασίας και να απασχολήσουν εξειδικευμένο επιστημονικό γεωτεχνικό και τεχνικό προσωπικό.
Επιπρόσθετα, θα μπορέσουν να έχουν πρόσβαση σε κρίσιμες αγορές για διάθεση των παραγόμενων προϊόντων, όπως είναι τα σημεία εισόδου-εξόδου της Κρήτης (λιμάνια και αεροδρόμια), αξιόπιστα super markets (shop-in-shop) και άλλα.
Η δημιουργία τέτοιων πρότυπων καλλιεργητικών δομών προϋποθέτει τη συνένωση γειτνιαζόντων αγρών με ομοειδείς καλλιέργειες, ώστε να επιτευχθεί οικονομία κλίμακας, τόσο για τη βέλτιστη αξιοποίηση των συντελεστών παραγωγής (γης και κεφαλαίου), που τώρα υπο-αξιοποιούνται, όσον και στην εμπορία, αφού μεγαλύτερες ποσότητες ποιοτικών προϊόντων. Έτσι, συνεπάγονται αυτομάτως και μεγαλύτερη διαπραγματευτική ισχύ (ΡουμπελακηΑγγελάκη και άλλοι, 2025).
O Ανδρέας Ν. Αγγελάκης είναι Επίτιμο Μέλος και Διακεκριμένος Fellow του Παγκόσμιου Οργανισμού Υδατικών Πόρων.
Βιβλιογραφία
Αγγελάκης, Α. Ν. (2026). Αρχαίες υδρο-τεχνολογίες: Σύνοψη της ιστορικής εξέλιξής τους. Χανιώτικα Νέα, Χανιά, https://www.haniotikanea.gr/archaies–ydro–technologies–synopsi–tis–istorikis–exelixis–toys/
Ανώνυμο (2012). Φαιστός: Ιστορικό. Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού, Αθήνα,
http://odysseus.culture.gr/h/3/gh351.jsp?obj_id=2363
Κοντογεώργος, Α. (2015). Αγροτική Οικονομία Ενότητα 3: Η αγροτική εκμετάλλευση. Σχολή Οργάνωσης και Διοίκησης Επιχειρήσεων, Τμήμα Διοίκησης Επιχειρήσεων Αγροτικών Προϊόντων & Τροφίμων (Δ.Ε.Α.Π.Τ.). Πανεπιστήμιο Πατρών, Πάτρα.
Ρουμπελάκη-Αγγελάκη, Κ. Αγγελάκης, Α. Ν., Στρατάκης, Μ. και άλλοι (2025). Οροπέδιο Λασιθίου: Ένας ανεκμετάλλευτος πλουτοπαραγωγικός τόπος. ΠΑΤΡΙΣ Ηρακλείου, https://www.patris.gr/stiles/proektaseis/oropedio-lasithiou-enasanekmetalleftos-ploutoparagogikos-topos/