1946 — 2026
το ΧΘΕΣ
80
Συναντά το ΑΥΡΙΟ
80 ΧΡΟΝΙΑ ΠΑΤΡΙΣ · Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ
ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΠΟΥ ΑΞΙΖΕΙ ΝΑ ΔΕΙΣ →
…η απόλυσις του Χρήστου Ιωάννου Δαβάκη είναι αδύνατος επί του παρόντος καθ’ ό Κρης…
Μετά την κατάληψη της Κρήτης την 1η Ιουνίου 1941, εκατοντάδες αιχμάλωτοι (Έλληνες, Βρετανοί, Νεοζηλανδοί, Αυστραλοί) μεταφέρθηκαν στο στρατόπεδο αιχμαλώτων που δημιουργήθηκε στην παραθαλάσσια περιοχή των Αγίων Αποστόλων του νομού Χανίων (Greece at WW2 archives)

Αμέσως μετά την κατάληψη της Κρήτης από τους Γερμανοϊταλούς την 1η Ιουνίου 1941, οι αξιωματούχοι των κατακτητών του νομού Ηρακλείου στέλνουν στους προέδρους όλων των Κοινοτήτων μία επείγουσα διαταγή. Η διαταγή καθόριζε την αυθημερόν παρουσίαση στον σταθμό Χωροφυλακής Καστελλίου όσων από τους κατοίκους πολέμησαν στον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο και στη Μάχη της Κρήτης. Σκοπός των Γερμανών ήταν να συγκεντρώσουν άντρες και να τους οδηγήσουν προσωρινά στο Ηράκλειο για αγγαρείες (θάψιμο νεκρών Γερμανών της Μάχης, άνοιγμα και καθαρισμό των κεντρικών οδών της πόλης του Ηρακλείου που είχαν γεμίσει με μπάζα και ερείπια από τους βομβαρδισμούς που προηγήθηκαν και τις οδομαχίες μεταξύ των αντιμαχομένων).        

Ο Χρήστος Ιωάννου Δαβάκης από το χωριό Σμάρι Πεδιάδος

Οι Πεδιαδίτες που πολέμησαν στα βουνά της Αλβανίας τον φασιστικό στρατό του Μουσολίνι με επιτυχία και είχαν επιστρέψει, καθώς και εκείνοι που πήραν μέρος στη Μάχη της Κρήτης, βρέθηκαν σε αμηχανία. Πολλοί παρουσιάστηκαν, άλλοι όχι. Όσοι έδωσαν το «παρών», οδηγήθηκαν με στρατιωτικά αυτοκίνητα στο Ηράκλειο και κλείστηκαν στο Καπετανάκειο. Οι δεσμοφύλακες και ο επικεφαλής του προσωρινού στρατοπέδου κρατουμένων του Καπετανάκειου(ταγματάρχης Treeke), είχαν συντάξει κατάλογο με καθημερινές εργασίες και αμέσως ξεκίνησαν την υλοποίησή του.

Μεταξύ των εγκλείστων Πεδιαδιτών πατριωτών, που στο σύνολό τους ήταν από όλες τις επαρχίες του νομού Ηρακλείου, βρέθηκαν τέσσερις φίλοι και συγχωριανοί από το Σμάρι Πεδιάδος (Καλογεράκης Γεώργιος του Ιωάννου, τα αδέρφια Δαβάκης Χρήστος και Δαβάκης Μιχάλης του Ιωάννου και Καλυκάκης Μανόλης του Γεωργίου ή Κασαπομανόλης).

Κρήτη 1943. Κηδεία Γερμανού στρατιωτικού στο Ηράκλειο

Στις 25 Σεπτεμβρίου 1941 το βράδυ, μη αντέχοντας άλλο τις βαριές εργασίες και τις ταλαιπωρίες, κάποιοι έγκλειστοι του Καπετανάκειου αποφάσισαν να δραπετεύσουν. Συνολικά δραπέτευσαν 71 κρατούμενοι. Μεταξύ των δραπετευσάντων, ήταν και οι τρεις από τους τέσσερις Σμαριανούς, οι Χρήστος και Μιχάλης Δαβάκης και ο Μανόλης Καλυκάκης. Ο τέταρτος της παρέας, ο Γεώργιος Ιωάννου Καλογεράκης, δεν πρόλαβε τους υπόλοιπους, γιατί σε κάποια στιγμή οι Γερμανοί σκοποί το πήραν χαμπάρι και απέτρεψαν την απόδραση των υπόλοιπων κρατουμένων του στρατοπέδου.

Αυτή η φυγή των 71 κρατουμένων, για τους Γερμανούς ήταν ασυγχώρητη. Γιατί ήταν οι πρώτοι μήνες της Γερμανικής Κατοχής και είχαν προηγηθεί δεκάδες ομαδικές εκτελέσεις-δολοφονίες στους νομούς Χανίων, Ρεθύμνου και Ηρακλείου με το αφήγημα των αντιποίνων για την παλλαϊκή συμμετοχή των Κρητικών στη Μάχη της Κρήτης. Το κατοχικό καθεστώς με τους αξιωματούχους του και τα μίσθαρνα όργανα της πολιτικής Διοίκησης που είχαν οι ίδιοι διορίσει (νομάρχης, υπουργός γενικός διοικητής Κρήτης), άρχισαν να απειλούν και να δημοσιεύουν καθημερινά στην εφημερίδα «Κρητικός Κήρυξ» ανακοινώσεις, ώστε να παρουσιαστούν οι φυγάδες και πάλι στις θέσεις τους. Σε όλους τους προέδρους των Κοινοτήτων του νομού Ηρακλείου έστειλαν προειδοποιητικές απειλητικές διαταγές και τους προέτρεπαν να πείσουν τους φυγάδες των χωριών τους να επιστρέψουν στο Καπετανάκειο.

Καστέλλι Πεδιάδος 1943. Ο παπά Μανόλης Ψυλλάκης φωτογραφίζεται μέσα στο «Σπίτι του στρατιώτη» (Soldatenheim) κατά τη διάρκεια μιας γερμανικής έκθεσης αντικειμένων. Πίσω από τον παπά Μανόλη διακρίνουμε μία ντουλάπα με σκαλισμένη επιγραφή ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ (Φωτογραφία Karl Ottahal)

Ο διορισμένος νομάρχης Ηρακλείου των Αρχών Κατοχής, Ιωάννης Πασσαδάκης, με ημερομηνία 6 Οκτωβρίου 1941 απευθύνεται από τις στήλες της φιλογερμανικής εφημερίδας «Κρητικός Κήρυξ» στους προέδρους του νομού Ηρακλείου, καλώντας τους να πείσουν ή να καταδώσουν ή να παραδώσουν οι ίδιοι τους κρατούμενους συγχωριανούς τους που απέδρασαν από το Καπετανάκειο στις 25 Σεπτεμβρίου 1941. Συγκεκριμένα, η εγκύκλιος του Ιωάννου Πασσαδάκη αναφέρει τα εξής:

«ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΛΙΤΕΙΑ

ΝΟΜΑΡΧΙΑ ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ                                                Ηράκλειο, 6 Οκτωβρίου 1941

ΠΡΟΣ

    Άπαντας τους Προέδρους των Κοινοτήτων και τους κατοίκους του Νομού Ηρακλείου

Την νύκτα της 25ης προς 26ην π. μηνός Σεπτεμβρίου απέδρασαν ομαδικώς εκ του ενταύθα Στρατοπέδου αιχμαλώτων πολέμου 71 κρατούμενοι, εξ ων 4 αξιωματικοί, 19 εκ παλαιάς Ελλάδος και οι υπόλοιποι εκ διαφόρων χωρίων του Νομού.

Κατακρίνω και χαρακτηρίζω ως εντελώς επιπολαίαν και αδικαιολόγητον την απόφασιν της αποδράσεως και δη της ομαδικής των άνω κρατουμένων.

Ίσως η ζωή των αποδρασάντων εις το στρατόπεδον τούτο είχε ποιας τινάς στερήσεις, αλλά δεν έπρεπε να λησμονήσουν οι αποδράσαντες ότι ήσαν αιχμάλωτοι πολέμου και έπρεπε να έχουν υπομονήν, διότι δεν εισήλθομεν ακόμην εις την περίοδον της ειρήνης αλλά ευρισκόμεθα εις την ακμήν του Παγκοσμίου Πολέμου και ότι οι κανονισμοί όλων των στρατών του κόσμου τιμωρούν άνευ οίκτου και πολλών διατυπώσεων την πράξιν της αποδράσεως.

Ως Νομάρχης Ηρακλείου είμαι βαθύτατα περίλυπος και ανήσυχος διά το άνω ζήτημα, διότι εάν δεν διευθετηθεί είναι ενδεχόμενον τούτο να γίνει αφορμή να λάβουν χώραν σοβαρά γεγονότα και εδώ τώρα εις τον Νομόν μας όστις τόσον αρμονικώς και φιλησύχως διήγε με τα στρατεύματα Κατοχής.

Ο Μανόλης Καλυκάκης του Γεωργίου ή Κασαπομανόλης από το Σμάρι Πεδιάδος. Αιχμάλωτος των Γερμανών στο Καπετανάκειο από 15 Ιουνίου ως 25 Νοεμβρίου 1941 και όμηρος στη συνέχεια ως το τέλος του πολέμου στο στρατόπεδο εργασίας Lamstdorf της Πολωνίας

Λυπούμαι μάλιστα ιδιαιτέρως, διότι η απόδρασις αύτη είναι ενδεχόμενον να επιδράσει και επί της τύχης των άλλων κρατουμένων αιχμαλώτων μας, οίτινες πειθαρχούντες έμειναν εις τας θέσεις των και να γίνει αφορμή να ναυαγήσει η καταβαλλομένη προσπάθεια διά την απόλυσίν των ως επίσης να αποτύχει το έργον της Επιτροπής, την οποίαν τη εγκρίσει του ευγενεστάτου Φρουράρχου μας, κ. Litzenberger, συνέστησα εσχάτως υπό την προεδρείαν του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Κρήτης και εξ εκλεκτών μελών της κοινωνίας μας και ήτις επιτροπή ανέλαβε να προμηθεύσει δι’ εράνων εις τους αιχμαλώτους παν ότι χρειάζεται προς βελτίωσιν της ζωής των, εσώρουχα, σκεύη, καθίσματα, σκεπάσματα, βιβλία, σιγάρα και ραδιόφωνον ακόμη. Δεν έπρεπε λοιπόν να αποδράσουν.

Ο γερμανικός στρατός της Κατοχής, παρ’ ότι ημείς παρασυρθέντες από μίαν κακήν πολιτικήν, τον επολεμήσαμεν και αυτός μας κατέκτησε διά των όπλων, δεν έκαμε κατάχρησιν της δυνάμεώς του, όπως τόσοι και τόσοι άλλοι κατακτηταί έπραξαν εις βάρος των προγόνων μας.

Ο στρατός της Κατοχής ήτο υποχρεωμένος βεβαίως να λάβει και έλαβε μέτρα αμύνης εναντίον εκείνων, οίτινες εξηκολούθησαν τας εχθροπραξίας εις άλλους Νομούς. Ήτο επίσης υποχρεωμένος να λάβει μερικά έπιπλα και άλλα αντικείμενα ιδιωτών, απαραίτητα διά την εγκατάστασίν του, και τα οποία θα πληρωθούν μετ’ ολίγον, ως άρχισε τούτο να γίνεται στα Χανιά.

Πέραν όμως τούτου, τα γερμανικά στρατεύματα διευθυνόμενα υπό γενναίων ανδρών με ευγενή και ανθρωπιστικά αισθήματα, ούτε τα σιτηρά μας έθιξαν καίτοι είχον ανάγκη αυτών και επιπλέον έδειξαν μίαν εξαιρετικήν επιείκιαν και μίαν υπέροχον και άψογον διαγωγήν έναντι του λαού μας, διότι εσεβάσθησαν τας γυναίκας μας και την οικογενειακήν μας τιμήν και ουδένα πολίτην κατεδίωξαν διά πολιτικούς λόγους και προπαγάνδαν υπέρ της Αγγλίας, την οποίαν τόσον αναιδώς πολλοί εξακολουθούν ακόμη.

Ήδη ο αρμόδιος Αξιωματικός, ο διευθύνων υπευθύνως το στρατόπεδον αιχμαλώτων ταγματάρχης κ. Treeke, συνεχίζων την προς ημάς φιλικήν και ευμενή ταύτην γραμμήν των στρατευμάτων Κατοχής, μου έδωκεν την υπόσχεσίν του έγγραφον και ρητήν ότι εάν οι αποδράσαντες επανέλθουν μόνοι τους εις τας θέσεις των μέχρι της 25ης τρέχοντος μηνός θα μείνουν εντελώς ατιμώρητοι, ως ορίζει και το Διεθνές Δίκαιον διά τους αιχμαλώτους τους αποδράσαντες και επιστρέφοντας εις την θέσιν των εξ ιδίας των θελήσεως.

Κατόπιν της ανωτέρω ρητής ευμενούς υποσχέσεως, δι’ ην εκφράζω δημοσία την υψίστην μου ευγνωμοσύνην προς τον γενναιόψυχον Γερμανόν τούτον Αξιωματικόν

ΚΑΛΩ

Τους αποδράσαντας να σπεύσουν να επανορθώσουν την αρνησίαν, ην διέπραξαν και να επανέλθουν εις τας θέσεις των εντός της άνω προθεσμίας, διότι εάν δεν το πράξουν θα υποστούν τας βαρείας συνεπείας της πράξεώς των.

ΚΑΛΩ

Επίσης όλους τους Προέδρους των Κοινοτήτων, τας εδώ οικογενείας των αποδρασάντων και τους λοιπούς κατοίκους του Νομού να βοηθήσουν εις το ζήτημα της επανόδου των αποδρασάντων εις το στρατόπεδον, να μην δεχθούν να περιθάλψουν επ’ ουδενί λόγω τούτους, αλλά να τους συμβουλεύσουν να επανέλθουν εις την θέσιν των, και εάν ούτοι αρνηθούν να τους συλλάβουν και να τους παραδώσουν εις τας αρχάς ως εχθρούς της ησυχίας του νομού, όστις ένεκα της αποδράσεως ταύτης πρόκειται να δοκιμάσει ασφαλώς πολλάς πικρίας.

Μετά την εκπνοήν τής άνω προθεσμίας, ήτις επαναλαμβάνω εκ λόγων μεγάλης επιεικίας μας εδόθη από τας γερμανικάς Αρχάς, θα επακολουθήσει η καταδίωξις των φυγάδων τούτων και αι Κοινότητες, τα άτομα και αι οικογένειαι, αίτινες θα αποδειχθούν ότι παρέσχον άσυλον και περιθάλπουν τους άνω φυγάδας, θα υποστούν βαρυτάτας συνεπείας και ας το έχουν υπ’ όψιν των.

Ελπίζω ότι η άνω έκκλησίς μου δεν θα μείνει άνευ αποτελέσματος και ότι η λογική θα επικρατήσει εις το ζήτημα τούτο διά να διαφυλαχθεί η ησυχία και τάξις των εν τω Νομώ χάριν του συμφέροντος του λαού μας.

Ο Νομάρχης Ηρακλείου

Ι. ΠΑΣΣΑΔΑΚΗΣ».

Τελικά, με τις εκφοβιστικές παραινέσεις και απειλές του διορισμένου νομάρχη Ηρακλείου Ιωάννη Πασσαδάκη, των διοικητών των σταθμών Χωροφυλακής, καθώς και των προέδρων των Κοινοτήτων, οι περισσότεροι από τους φυγάδες του Καπετανάκειου επέστρεψαν πίσω, ώστε να συνεχίσουν την καταναγκαστική εργασία που τους είχαν επιβάλει οι Γερμανοί αξιωματούχοι.

Οι τρεις Σμαριανοί που είχαν αποδράσει (Χρήστος Δαβάκης, Μιχάλης Δαβάκης και Μανόλης Καλυκάκης-Κασαπομανόλης) αναγκάστηκαν να παρουσιαστούν εκ νέου στο Καπετανάκειο, αντιμετωπίζοντας όλα τα επακόλουθα της πράξης τους παρά τις δηλώσεις του Πασσαδάκη. Στην πρόσκληση επανόδου των φυγάδων, ο Πασσαδάκης τόνιζε: «… ο αρμόδιος Αξιωματικός, ο διευθύνων υπευθύνως το στρατόπεδον αιχμαλώτων ταγματάρχης κ. Treeke, συνεχίζων την προς ημάς φιλικήν και ευμενή ταύτην γραμμήν των στρατευμάτων Κατοχής, μου έδωκεν την υπόσχεσιν του έγγραφον και ρητήν ότι εάν οι αποδράσαντες επανέλθουν μόνοι τους εις τας θέσεις των μέχρι της 25ης τρέχοντος μηνός θα μείνουν εντελώς ατιμώρητοι, ως ορίζει και το Διεθνές Δίκαιον διά τους αιχμαλώτους τους αποδράσαντες και επιστρέφοντας εις την θέσιν των εξ ιδίας των θελήσεως…».

Καμιά υπόσχεση όμως δεν τηρήθηκε. Ακολούθησαν ξυλοδαρμοί, βαριές αγγαρείες, περισσότερη ώρα δουλειάς, στέρηση φαγητού, εξαντλητικές τιμωρίες, κ.ά.

Μετά τις καθημερινές αγγαρείες που κράτησαν ως τον Νοέμβριο του 1941, οι τρεις από τους τέσσερις Σμαριανούς κατάφεραν να επιστρέψουν στο χωριό τους (Δαβάκης Χρήστος, Δαβάκης Μιχάλης και Καλογεράκης Γιώργης).

Ο τέταρτος, ο Μανόλης Καλυκάκης ή Κασαπομανόλης, μεταφέρθηκε στο στρατόπεδο εργασίας Lamsdorf στην κατεχόμενη Πολωνία και η αιχμαλωσία του κράτησε ως το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Ο Γιάννης Δαβάκης, πατέρας του Χρήστου Δαβάκη, προσπάθησε να πείσει τους Γερμανούς να απελευθερώσουν τον ένα από τους δύο γιους του, τον Χρήστο Δαβάκη.

Εκτίμησε ότι αν ζητούσε την απελευθέρωση και των δύο του γιων, το αίτημά του θα απορριπτόταν αμέσως από τους Γερμανούς αξιωματούχους. Την αίτησή του προς το γερμανικό Φρουραρχείο Ηρακλείου συνόδευε έγγραφο του προέδρου της Κοινότητας Σμαρίου Ιωάννη Σταθάκη, με ημερομηνία 13 Σεπτεμβρίου 1941. Το πιστοποιητικό του προέδρου της Κοινότητας και την αίτηση ο Γιάννης Δαβάκης προσκομίζει στην Γερμανική Αστυνομία Ηρακλείου, με το αίτημα της απόλυσης του δικού του ανθρώπου. Συγκεκριμένα, ο πρόεδρος της Κοινότητας Σμαρίου, Ι. Σταθάκης, γράφει στο πιστοποιητικό για τον αιχμάλωτο Χρήστο Δαβάκη τα εξής:

«Ελληνική Πολιτεία

Ο Πρόεδρος της Κοινότητος Σμάρι Πεδιάδος βεβαιώ υπευθύνως ότι ο Χρήστος Ιωάννου Δαβάκης, κάτοικος Σμάρι Πεδιάδος της υφ’ ημάς Κοινότητος, κρατούμενος ήδη ως αιχμάλωτος στρατιώτης υπό των γερμανικών Στρατιωτικών Αρχών, είναι προστάτης οικογενείας απαρτιζομένης εκ του γέροντος ανικάνου προς εργασίαν πατρός του, Ιωάννου Δαβάκη, της μετ’ αυτόν εκ νομίμου γάμου μητρός του Μαρίας Ιωάννου Δαβάκη, ανικάνου επίσης προς εργασίαν και των αμφιθαλών εκ νομίμου γάμου αγάμων αδελφών του, Αικατερίνης και… Ιωάννου Δαβάκη, απάντων τούτων συγκατοικούντων.

Εφ’ ω εκδίδωμι το παρόν τη αιτήσει του ανωτέρου αναφερομένου αιχμαλώτου, ίνα χρησιμεύση όπου δει.

Εν Σμάρι Πεδιάδος τη 13 Σεπτεμβρίου 1941

Ο Πρόεδρος της Κοινότητος Ι. Σταθάκης».

Η απάντηση του γερμανικού Φρουραρχείου είναι αφοπλιστική. Στέλνεται στην οικογένεια του Χρήστου Δαβάκη μέσω του διορισμένου των Κατοχικών Αρχών νομάρχη Ηρακλείου Ιωάννη Πασσαδάκη δύο μήνες αργότερα, στις 7 Νοεμβρίου 1941 και αναφέρει τα εξής:

«ΝΟΜΑΡΧΙΑ ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ

 ΑΡΙΘΜ. πρωτ. 519    ΗΡΑΚΛΕΙΟ 7.11.1941

Προς                                       

Τον Πρόεδρον της Κοινότητος Σμάρι Πεδιάδος

Το Γερμανικόν Φρουραρχείον μάς εγνώρισεν ότι η απόλυσις του Χρήστου Ιω. Δαβάκη είναι αδύνατος επί του παρόντος καθ’ ό Κρης.

Ο Νομάρχης, Ι. Πασσαδάκης».

Ο Χρήστος Δαβάκης, γιος του Γιάννη και της Μαρίας από το Σμάρι Πεδιάδος, είχε οκτώ (8) αδέρφια. Τον Γιώργη, τον Μιχάλη, τον Μανόλη, τον Αντώνη, τον Νίκο, την Αικατερίνη, την Ειρήνη και την Ευφροσύνη. Στις προσπάθειες του πατέρα του να απελευθερωθεί από το στρατόπεδο κρατουμένων στο Καπετανάκειο, οι Γερμανοί αξιωματούχοι με την απάντησή τους δίδουν το στίγμα της φασιστικής και ναζιστικής ιδεολογίας τους, καθώς και το μίσος που έτρεφαν από την πρώτη ημέρα της κατάληψης της Κρήτης προς τους Κρητικούς.

Αιτιολογούν τη μη απόλυση από το στρατόπεδο κρατουμένων του Χρήστου Δαβάκη ότι δεν είναι εφικτή, επειδή είναι Κρητικός. Καθ’ ό Κρής, γράφουν στην απάντηση προς τον πρόεδρο της Κοινότητας Σμαρίου.

Η μεγαλειώδης αντίσταση του κρητικού λαού προς τους Γερμανούς αλεξιπτωτιστές, οι τεράστιες απώλειες των κατακτητών σε άνδρες και αεροπλάνα, η συμπόρευση των Κρητών ενόπλων με τα συμμαχικά στρατεύματα (Βρετανούς, Νεοζηλανδούς και Αυστραλούς), καθόρισαν τη στάση των Γερμανών τα τέσσερα χρόνια που ακολούθησαν την Κατοχή της Κρήτης. Από την πρώτη ημέρα της Μάχης της Κρήτης ως τον Ιούνιο του 1945 που εγκατέλειψαν οριστικά το νησί, ο τόπος γνώρισε έναν αδίστακτο κατακτητή που αποτελούνταν από εγκληματίες πολέμου, με δύο εκατοντάδες τουλάχιστον ομαδικές εκτελέσεις, συλλήψεις, φυλακίσεις, εγκλεισμούς στο στρατόπεδο της Αγυιάς Χανίων, αλλά και σε στρατόπεδα συγκέντρωσης και εργασίας του Ράιχ, λεηλατήσεις και πυρπολήσεις χωριών και οικισμών, κατασχέσεις αγροτικών και κτηνοτροφικών προϊόντων, καθορισμός νεκρών ζωνών, μαθητική διαρροή, πείνα και παιδική θνησιμότητα, καταναγκαστική εργασία, επιτάξεις σπιτιών, βία και τρομοκρατία κ.ά.

Οι Γερμανοί δεν μπόρεσαν τέσσερα χρόνια να δεχτούν την παλλαϊκή Αντίσταση των Κρητικών στην επιχείρηση κατάληψης της Κρήτης και τη μεγαλειώδη Αντίσταση που ακολούθησε. Έτσι αποφάσισαν με κάθε τρόπο να υποτάξουν την αδάμαστη ψυχή των κατοίκων. Στο τέλος της Κατοχής, δεν υπήρξε κανένα σπίτι στην Κρήτη που να μην είχε έναν τουλάχιστον νεκρό πρώτου ή δεύτερου βαθμού συγγενείας. Αυτό εξηγεί και την απόφασή τους να μην απελευθερωθεί ο Χρήστος Ιωάννου Δαβάκης, καθ’ ό Κρης, όπως οι ίδιοι σημειώνουν.

*Ο Γεώργιος Α. Καλογεράκης είναι δρ. Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, διευθυντής Δημοτικού Σχολείου Καστελλίου