1946 — 2026
το ΧΘΕΣ
80
Συναντά το ΑΥΡΙΟ
80 ΧΡΟΝΙΑ ΠΑΤΡΙΣ · Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ
ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΠΟΥ ΑΞΙΖΕΙ ΝΑ ΔΕΙΣ →

Ο Νικόλαος Φαραγκουλιτάκης (ή Σκουτελονικολής) ήταν αδερφός του Γεωργίου Φαραγκουλιτάκη ή Σκουτελογιώργη, σημαντικού στελέχους της Κρητικής Αντίστασης 1941-1945, ενταγμένος στον πρώτο πυρήνα της αντάρτικης ομάδας του Καπετάν Πετρακογιώργη.

Ο Χριστόφορος Καργάκης (ή Ψαροχριστοφής) ήταν αδερφός του Γεωργίου Καργάκη ή Ψαρογιώργη, με αξιόλογη δράση τα χρόνια της Κατοχής 1941-1945, μέλος κι αυτός του πρώτου πυρήνα της αντάρτικης ομάδας του Καπετάν Πετρακογιώργη.

Ο Χριστόφορος (Χριστοφής) Καργάκης ή Ψαροχριστοφής. Δολοφονήθηκε από τους άντρες της Βέρμαχτ το Σάββατο 3 Ιουλίου 1943 στο χωριό Άγιος Αντώνιος ή Βρέλη Μεσσαράς

Τα χρόνια της γερμανικής σκλαβιάς, όλα τα μέλη των οικογενειών των ανταρτών ήταν ενταγμένα στην Αντίσταση και βοηθούσαν τον Αγώνα με όποιο τρόπο τούς ζητούνταν. Ο Γεώργιος Φαραγκουλιτάκης και ο Γεώργιος Καργάκης ήταν επικηρυγμένοι από τις πρώτες ημέρες της γερμανοϊταλικής Κατοχής της Κρήτης από τους κατακτητές, κατά συνέπεια και όλα τα μέλη των οικογενειών τους έδιδαν ιδιαίτερη προσοχή να μην πέσουν στα χέρια του φασιστικού και ναζιστικού στρατού.

Τα Βορίζα ήταν ο τόπος καταγωγής και κατοικίας των παραπάνω παλικαριών, ένα χωριό που έδωσε για την πατρίδα και τη λευτεριά δεκάδες παλικάρια, ένα χωριό που βομβαρδίστηκε και ισοπεδώθηκε από τη Luftwaffe τον Αύγουστο του 1943.

Την Παρασκευή 25 Ιουνίου 1943, τα δυο παλικάρια Σκουτελονικολής και Ψαροχριστοφής, γυρνώντας από μια αποστολή μεταφοράς εγγράφων στον Τσούτσουρο ώστε να παραδοθούν σε συμμαχικό υποβρύχιο που θα έφτανε εκεί (έγγραφα που παρέδωσε σ’ αυτούς ο Καπετάν Πετρακογιώργης), πιάστηκαν μετά από προδοσία σε μια σπηλιά έξω από το χωριό Πηγαϊδάκια. Οδηγήθηκαν δέσμιοι στα γερμανικά κρατητήρια στις Μοίρες. Ακολούθησαν σκληρά και απάνθρωπα βασανιστήρια που κράτησαν οχτώ ημέρες και στη συνέχεια μεταφέρθηκαν στο χωριό Άγιος Αντώνιος ή Βρέλη -4 περίπου χιλιόμετρα βορειοανατολικά των Μοιρών- και δολοφονήθηκαν από άντρες του τακτικού γερμανικού στρατού.

Ο Νικόλαος Φαραγκουλιτάκης (Σκουτελονικολής). Έπεσε από τα βόλια των ανδρών του τακτικού γερμανικού στρατού, το Σάββατο 3 Ιουλίου 1943, στο χωριό Άγιος Αντώνιος ή Βρέλη

Ο Κωστής Καργάκης είναι γιος του Γεωργίου Καργάκη ή Ψαρογιώργη και ανιψιός του Ψαροχριστοφή που εκτελέστηκε από τον κατοχικό στρατό. Συνταξιούχος δάσκαλος και εξαιρετικός ιστορικός ερευνητής με πλούσιο συγγραφικό έργο, μας παρέδωσε το 2019 ένα χειρόγραφο με το ιστορικό της εκτέλεσης του θείου του Ψαροχριστοφή και του συντρόφου του Σκουτελονικολή. Στο χειρόγραφό του ο Κωστής Καργάκης συμπεριλαμβάνει δύο μαρτυρίες. Της αδερφής του Νικολάου Φαραγκουλιτάκη ή Σκουτελονικολή, Αντιγόνης, καθώς και του γιου του Χριστόφορου Καργάκη ή Ψαροχριστοφή, Αντωνίου.

Οι μαρτυρίες πάρθηκαν το έτος 2012. Η Αντιγόνη Φαραγκουλιτάκη είχε παντρευτεί τον Κώστα Γιαμπουλάκη, ένα παλικάρι και μέτοχο της Κρητικής Αντίστασης που μετά την εκτέλεση του κουνιάδου του Σκουτελονικολή πιάστηκε από τους Γερμανούς και οδηγήθηκε στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Νταχάου του Γ΄ Ράιχ. Ο Κώστας Γιαμπουλάκης κατάφερε να επιστρέψει στην Κρήτη και ο Δήμος Ηρακλείου -τιμώντας τον- ονόμασε μία οδό κάθετη επί της λεωφόρου Κνωσού σε οδό Κωνσταντίνου Γιαμπουλάκη.

Ο Κώστας Καργάκης στο χειρόγραφο που μας παρέδωσε και που το συμπεριέλαβε το έτος 2021 στο βιβλίο του «Τραχήλι-Το Ολοκαύτωμα», 2η έκδοση και στις σελίδες 274-278, περιγράφει τα γεγονότα ως εξής:

Δεν είχαν περάσει είκοσι μέρες από την επιστροφή του Πετρακογιώργη από τη Μ. Ανατολή. Η ομάδα, αφού παρέμεινε 10 μέρες στο Τυρόσπιτο στου Κουτρουλού κι άλλες 10 στου Αληκαδάμη και οι αμερικανικές ρίψεις δεν πραγματοποιήθηκαν, έφυγαν προς το Λοχριανό βουνό προς συνάντηση της βρετανικής ομάδας, όπου λειτουργούσε ο ασύρματος, για να μάθουν για την αναμενόμενη αμερικανική βοήθεια τι ακριβώς συμβαίνει. Δεν είχαν καλά-καλά τακτοποιηθεί και ήρθε το αναπάντεχο μαντάτο στις 25 Ιουνίου ότι συνελήφθησαν τα αδέρφια των ανταρτών Ψαρογιώργη και Σκουτελογιώργη, δηλαδή ο Νίκος Φαραγκουλιτάκης (ή Σκουτελονικολής) και ο Χριστοφής Καργάκης (ή Ψαροχριστοφής), περιφερειακά και βοηθητικά μέλη της ομάδας.

Αναμνηστικό μετάλλιο Εθνικής Αντίστασης 1941-1945 στον Καργάκη ή Τζουλάκη Χριστόφορο του Δημητρίου (Ψαροχριστοφής) ως μέλος της ΕΑΟ Ψηλορείτης

Οι δύο άντρες επέστρεφαν από τον Τσούτσουρα, όπου μετέφεραν αλληλογραφία μεταξύ της ομάδας και της «βάσεως» των υποβρυχίων στον Τσούτσουρα. Επιστρέφοντας, έμειναν για λίγο σε ένα σπηλιάρι στην περιοχή του χωριού Πηγαϊδάκια. Σημειωτέον ότι ο Χριστοφής ήταν ακόμη τραυματισμένος (είχε σπασμένο κόκαλο στο πόδι). Κατά διαβολική σύμπτωση τούς είδε ένας αγροφύλακας και τους πρόδωσε στους Γερμανούς. Αλλά ας ακούσουμε καλύτερα τις ζωντανές μαρτυρίες από την Αντιγόνη, αδερφή του Νίκου Φαραγκουλιτάκη και του γιου του Χριστοφή, του Αντώνη Καργάκη. Ο μαγνητοφωνημένος διάλογος, εμένα προσωπικά και της Αντιγόνης πάνω στο θέμα αυτό, έχει ως εξής:

«…αυτοί ‘θελα πάνε, παιδί μου, στον Τσούτσουρα. Εκειά ήβγαινε το υποβρύχιο. Αυτοί θελα πάνε ψηφοδέλτια.

–Ήντά ’θελα πάνε;

-Ψηφοδέλτια τα λέγανε

–Τι ήταν αυτά;

-Ήτονε χαρθιά για των ανταρτώ και τα τρέχανε στη Μ. Ανατολή. Παιδί μου και τα πάγανε με τον Ψαροχριστοφή.

–Τα πήγανε πού;

-Στον Τσούτσουρα, να τα δώσουνε στο υποβρύχιο.

–Τους τα είχανε δώσει οι αντάρτες;

-Ναι, ναι, ο Πετρακογιώργης ήβγανε αντίγραφα, και τα πήγανε και τα δώκανε στο υποβρύχιο, κι απόκειας εγυρίζανε, κι αυτό τσοι πιάσανε, νύχτα. Επορίσανε στα Πηγαϊδάκια από ’ξω σ’ ένα σπηλιαράκι κι εκαθότανε, πριν να ξημερώσει, να μπούνε στον κάμπο, να πάνε απάνω, στον Ψηλορείτη. Παιδί μου, και πάει ένας αγροφύλακας. Αυτοί δεν εθέλανε να σιμώσει να ιδεί ποιοι ήτανε. Αυτός ήθελε να σιμώσει να ιδεί ποιοι

ήτανε. Του λένε, άμε στη δουλειά σου, εμείς δεν σε πειράζομε. Και σηκώνεται και πάει στην Πόμπια, ο αγροφύλακας, μα του κόψανε (αργότερα) την κεφαλή ντου.

–Και πήγε στην Πόμπια;

-Ναι, και πάει στην Πόμπια και καλεί την Γκεστάμπο και τόσε λέει, ετσέ κι ετσέ.

–Και δεν έφυγαν αυτοί γρήγορα, δεν το καταλάβανε; Δεν το πήραν χαμπάρι να σηκωθούν να φύγουνε;

-Και πάει κι ανεσηκώνει τη Σταμπό και πάνε και τσοι γυρίζουνε. Ετότες θε λα φύγουνε (την ώρα που φεύγανε), και τσοι τσακώνουνε. Και τοτεσάς θε λα φύγουνε και τσοι τσακώνουνε. Και τσακώνουνε, παιδί μου, πρώτο τον Ψαροχριστοφή, γιατί δεν ήταν ασβέλτος σα τζ’ άλλους (είχε σπάσει το πόδι του), κι εμάς ήφυγε… Και σιμώνει ο Νικολής και τόνε τσακώνουνε.

–Δηλαδή εγύρισε πίσω ο Νικολής ο αδερφός σου να γλιτώσει τον Χριστοφή;

-Ναι εγύρισε και τόνε τσακώνουνε.

–Και πού τσοι πήγανε ύστερα;

-Ύστερα τσοι πήγανε στην Πόμπια και ύστερα στσι Μοίρες, εκειά που είναι τώρα το ιατρείο του ανηψιού μου, και τσοι βάνουνε φυλακή. Παρασκή ημέρα (24, 25 Ιουνίου) και έρχεται ο Καμπουρογιάννης, κι ήτανε από τσοι Καμπούρηδες, κι ήτανε παντρεμένος από του Βρέλη, και λέει τ’ αντρούς μου, να ’ρθείς, Κωστή, να σου πω μια κουβέντα. Κατέχεις το πώς επιάσανε τον κουνιάδο σου το Νικολή και τον Ψαροχριστοφή και τσοι βάλανε φυλακή στσι Μοίρες; Και λέει ο κακομοίρης ο άντρας μου, μάνα μου ήντα μας εβρήκε! Και τόσε λέω, λέγετέ τα επαέ να γροικώ κι εγώ. Και μου λέει, να μαγερέψεις. Και μαγερεύω και λέω, να ’ρθω κι εγώ, όχι μου λέει, εγώ θα πάω. Και πάει πραματικώς, και δεν τον αφήκανε να τσοι δει. Κι επήραν το φαΐ, ο θιός κατέχει ανέ ντος το δώκανε. Φυλακή. Οχτώ μέρες τσοι τυραννούσανε και τσοι ρωτούσανε για ούλους τους αντάρτες.

Τα Βορίζα μετά τον αεροπορικό βομβαρδισμό τον Αύγουστο του 1943 από τη Luftwaffe

«Οι αντάρτες είχανε κατέβει (τότε) κι είχανε πέψει ένα γράμμα ενούς χωροφύλακα, του Λευτέρη, να τόσε πούνε πότε θα λα τσοι βγάλουνε, να τσοι πάνε στο Ηράκλειο, να πάνε στσ’ Ανεγύρους να τυλίξουνε τον τόπο, να τσοι ξεμπερδέψουνε. Και πάει ο κερατάς και το δίδει τω Γερμανώ.

–Δηλαδή εγίνηκε δεύτερη προδοσία.

-Ναι, όφου παιδί μου, και λέει τω Γερμανώ, κατέχετέ το πώς θαν έρθουν να σας σκοτώσουνε οι αντάρτες, και τόσε λέει, κάνετε ό,τι καταλαβαίνετε. Την Παρασκή το πρωί λέω στον άντρα μου, εγώ θέλω, Κωστή, να ’ρθώ να ιδώ τον αδερφό μου. Και παίρνομε και πάμε. Και γροικώ τον αδερφό μου και λέει από μέσα, η αδερφή μου είναι; Λένε, ναι. Και δεν μ’ αφήκανε να τσοι δω. Και λέει τω χωροφυλάκω, πέτε τζη να μπούνε να ιδούνε τα χάλια μου. Δε μ’ αφήκανε, και παίρνομε και φεύγομε. Δεν ήμαστε φταγμένοι στην Απόλυχνο και τσοι τουφεκίσανε στο Μύλο, στου Βρέλη κάτω-κάτω.

Τσοι τουφεκίσανε εξαιτίας της προδοσίας του χωροφύλακα (που πήρε το σημείωμα), αλλιώς θα τσοι πηγαίνανε στη χώρα. Ναι, εκειοσάς τσοι ’φαε. Τος έλεγε, άειστε να σασε πάμε εκειά που είναι οι αντάρτες. Να τσοι πάνε δηλαδή στη Χαλέπα, να κατέβουνε οι αντάρτες να τσοι τσακώσουν (δηλαδή οι Γερμανοί να πιάσουν τους αντάρτες)».

Στην τελευταία αποστροφή μιλά προφανώς για ένα σχέδιο του προδότη ενωματάρχη που παροτρύνει τους Γερμανούς να πάνε στη Χαλέπα για να σιμώσουν οι αντάρτες να τους πιάσουν κι αυτούς.

Στην ομάδα που βρισκόταν τότε πάνω απ’ τη Λοχριά έγινε μεγάλη αναστάτωση και κινητοποίηση, διότι η περίπτωση ήταν φοβερά δύσκολη. Οι συλληφθέντες κρατούσαν γερμανικά όπλα αλεξιπτωτιστών, κι αν σ’ αυτό συνυπολογιστεί το ότι πρόβαλαν ένοπλη αντίσταση, καθιστούσε την υπόθεση πιο επιβαρυντική. Αλλά το πιο επιβαρυντικό ήταν ότι, ως αδέρφια επικηρυγμένων επωνύμων παρτιζάνων δρούσαν προφανώς για λογαριασμό της Αντίστασης, αφού κινούνταν ένοπλοι στην απαγορευμένη ζώνη Λιβυκού-Αστερουσίων, σε μια περιοχή που γινόταν οι βρετανικές αποστολές.

Εδώ πρέπει να σημειώσουμε ότι ο διοικητής Φρουρίου Κρήτης, αρχές του’43, είχε κηρύξει τα Αστερούσια απαγορευμένη ζώνη, σε πλάτος πέντε χιλιομέτρων από τη θάλασσα, διότι υπήρχε το ενδεχόμενο της απόβασης των Συμμάχων στην Κρήτη.

Η ομάδα Πετρακογιώργη, όντας πάνω από τη Λοχριά, κινητοποιήθηκε δραστήρια και χωρίς καθυστέρηση. Η περίπτωση ήταν δραματική, καθότι η διαταγή του Μπρώυερ -διοικητή Φρουρίου Κρήτης- που είχε εκδοθεί πρόσφατα, προέβλεπε για την περίπτωση των δύο συλληφθέντων την ποινή του θανάτου. Εκείνο που ήταν αδιευκρίνιστο ήταν το αν θα περνούσαν από στρατοδικείο ή αν εκτελούνταν χωρίς δίκη ή ανάκριση.

Στην ομάδα κατέστρωσαν τέσσερα σχέδια, που ήταν και τα τέσσερα δύσκολα έως ακατόρθωτα, εκτός εάν βοηθούσε και λίγο η τύχη, η οποία δυστυχώς στάθηκε παντελώς αρνητική.

Πρώτον. Πλησίασαν ανθρώπους που είχαν σχέσεις με Γερμανούς, μεσάζοντες και προσπάθησαν έστω και με ανταλλάγματα να τους ελευθερώσουν. Δεν είχαν όμως αποτέλεσμα.

Δεύτερον. Σκέφτηκαν να στέσουν μπλόκο στους Ανεγύρους, μήπως τους μεταφέρουν στο Ηράκλειο να τους δικάσουν στο Φρουραρχείο. Όμως ήταν δύσκολο γιατί δεν γνώριζαν τη μέρα μεταγωγής και τους πρόλαβαν οι εξελίξεις της εκτέλεσης.

Τρίτον. Σκέφτηκαν να εισβάλουν νύχτα στο Αστυνομικό Τμήμα οι αντάρτες και πετώντας χειροβομβίδες να δραπετεύσουν μέσα στον πανικό. Όμως πληροφορήθηκαν από τις επισκέψεις της Αντιγόνης ότι ήταν χειροπόδαρα δεμένοι, επειδή υπήρχε αυτή η πιθανότητα της δραπέτευσης.

Τέταρτο και δραματικό. Έστειλε ο Πετρακογιώργης ένα σημείωμα στον επικεφαλής ενωματάρχη του Αστυνομικού Τμήματος στις Μοίρες, και, προσπαθώντας να του εγείρει το πατριωτικό αίσθημα, τον παρότρυνε να τους φέρει στην ομάδα και στη συνέχεια να μείνει και ο ίδιος στο βουνό ως αντάρτης.

Βέβαια ο ενωμοτάρχης θα μπορούσε να το κάνει, εξάλλου πολλοί αστυνομικοί γύρισαν με το μέρος της Αντίστασης. Όμως για κακή τους τύχη, ο ενωμοτάρχης, που μπορούσε τουλάχιστον να αποσιωπήσει το θέμα εξαφανίζοντας το σημείωμα, το παρουσίασε στους ίδιους τους Γερμανούς, όπως μας είπε και η Αντιγόνη Φαραγκουλιτάκη. Και ήταν αυτό ακριβώς που οδήγησε στην άμεση εκτέλεση στον Άγιο Αντώνιο στου Βρέλη, χωρίς δικαστήριο. Αυτό το υποψιάστηκαν οι τρεις αντάρτες, Σκουτελογιώργης, Κραουνάκης και ένας ακόμη που είχαν σταλεί από το λημέρι, και κινήθηκαν στην περιοχή της Χαλέπας με υπεύθυνο το Σκουτελογιώργη.

Όμως κι εδώ ο σχεδιασμός, είτε από κακοτυχία, είτε από λάθος δεν έφερε αποτελέσματα, αφού η μέρα της εκτέλεσης δεν ήταν συγκεκριμένη ή αναβλήθηκε για μία ή δύο μέρες. Έγινε τελικά στις 3 Ιουλίου ’43.

Βλέποντας σήμερα από κάποια χρονική απόσταση το γεγονός, μπορεί να επικαλούμαστε λάθη, κακοτυχίες ή αστοχίες, όμως δεν μπορούμε να μιλήσουμε με σιγουριά για τίποτα. Εκείνο όμως για το οποίο είμαστε σίγουροι, όπως λένε και οι μαρτυρίες της Αντιγόνης αλλά και άλλων, είναι η δεύτερη προδοσία του ενωμοτάρχη που παρέδωσε το σημείωμα του Πετρακογιώργη στους Γερμανούς, που ανέτρεψε και συντόμευσε τη ροή των γεγονότων.

Και αυτό το λέω γιατί ο νέος διοικητής Φρουρίου Κρήτης, Μπρώυερ, ναι μεν όρισε την περιοχή των Αστερουσίων απαγορευμένη ζώνη, όμως, αντικαθιστώντας τον πρώην διοικητή, Αλεξάντερ Αντρέ, ήταν κάπως πιο πολιτικάντης. Αν δηλαδή πήγαιναν στο Ηράκλειο στο Γερμανικό Στρατοδικείο, ίσως να φυλακίζονταν και ποιος ξέρει, ίσως κάποτε να γλίτωναν.

Και κλείνοντας αυτό το θέμα, παραθέτω τη μαρτυρία του Αντώνη Καργάκη, γιου του Ψαροχριστοφή:

«Το σπίτι μας ήτανε στα Βορίζα, αλλά είχαμε περιουσία στη Γαλιά, και πριν ακόμη από την Κατοχή, και κατεβαίναμε τακτικά, προπάντος το καλοκαίρι για τα θέρητα. Οι Γερμανοί είχανε φυλακίσει (κατά καιρούς) όλα σχεδόν τ’ αδέρφια του μπάρμπα μου του Ψαρογιώργη. Οι Γερμανοί γύρευαν τον πατέρα μου τον Ψαροχριστοφή συνέχεια, στα Βορίζα. Ερχόταν, εκάνανε έρευνα στο σπίτι, τα σπούσαν όλα, γύρευαν τον πατέρα μου που ήταν αδερφός του αντάρτη Ψαρογιώργη. Μια μέρα έσπασαν και μπήκανε στο σπίτι. Ο πατέρας μου κι η μάνα μου πρόλαβαν και έφυγαν από το δώμα. Οι Γερμανοί δεν μας άφηναν ήσυχους, γυρεύαν τ’ αδέρφια του Ψαρογιώργη. Εμείς εγλιτώναμε, πηγαινοερχόμαστε στη Γαλιά. Είχαμε σπαρμένα, πρόβατα, είχαμε καταδιά καλούτσικη. Εκείνες τσι μέρες ο πατέρας μου, που βοηθούσε την Αντίσταση, είχανε πάει με το Σκουτελονικολή στον Τσούτσουρα, σε μια αποστολή για να δώσουνε σημειώματα στο υποβρύχιο, και γυρίζοντας τους πιάσανε στα Πηγαϊδάκια. Ο πατέρας μου είχε σπασμένο κόκαλο στο πόδι και δεν μπορούσε να τρέξει, όταν τους κυκλώσανε οι Γερμανοί…».

Ο Κωστής Καργάκης, στο ποιητικό του έργο, αφιερώνει λίγους στίχους για τη λευτεριά και τους αρνητές της πατρίδας, εκείνους που ο λαός ονόμασε δωσίλογους ή γερμανοπροδότες ή γερμανοτσολιάδες. Είναι αυτοί που πρόδωσαν τα δύο παλικάρια -Σκουτελινικολή και Ψαροχριστοφή- και δολοφονήθηκαν το Σάββατο 3 Ιουλίου 1943 στου Βρέλη. Λένε οι στίχοι του Κωστή Καργάκη:

Λευτεριά

«Όμως σαν χάραξε η μέρα της πληρωμής

και στη θήκη της έβαλες στομωμένη τη σπάθα σου,

την κάπα σαν πέταξες απ’το πληγωμένο κορμί σου

και μπήκες αγέρωχη απ’την πύλη της Νίκης

στο πανηγύρι της μεγάλης πλατέας,

ρίχνοντας στον αέρα τις μπαλωθιές της απελευθέρωσης,

σα σήκωσες της χαράς το ποτήρι

κι έστησες πρώτη το χορό,

αφήνοντας την εξουσία της πρώτης ημέρας

στις καμπάνες της Αναστάσεως,

όλοι αυτοί,

μ’ ευνουχισμένο το βλέμμα τους,

ασπόνδυλοι, σύρθηκαν πίσω σου,

προσπαθώντας να ορθώσουν το άδειο κορμί τους,

να ψάλλουν κι εκείνοι τον Ύμνο τον Εθνικό

και να κρατήσουν ενός λεπτού σιγή

για τους νεκρούς που οι ίδιοι επρόδωσαν».

*Ο Γεώργιος Α. Καλογεράκης είναι δρ. Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, διευθυντής Δημοτικού Σχολείου Καστελλίου