Ροδάνθη Γεωργίου Σαββάκη-Βαμβουκάκη
Ιούνιος 1945. Στη φωτογραφία διακρίνεται το αεροδρόμιο του Μάλεμε, η γέφυρα του Ταυρωνίτη και τάφοι των Γερμανών αλεξιπτωτιστών στον λόφο 107. (Φωτογραφία: Krauth Victor John, Greece at WW2 archives)

Η Ροδάνθη Σαββάκη – Βαμβουκάκη, γεννήθηκε στον Κρουσώνα Ηρακλείου το έτος 1925. Σε ηλικία δεκαέξι ετών, βίωσε τον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο, τη Μάχη της Κρήτης και την Κατοχή που ακολούθησε. Ο πατέρας της Γεώργιος Σαββάκης,  ήταν δραστήριο μέλος της Κρητικής Αντίστασης, ενταγμένος από την πρώτη στιγμή στην Ανεξάρτητη Ανταρτική Ομάδα Σατανά.

Ο θείος της, ο Καπετάν Χαράλαμπος Γιανναδάκης, ήταν  αδερφός της μητέρας της Μαρίας και ένας από τους έξι συναρχηγούς της Ομάδας, μετά τον θάνατο του φυσικού Αρχηγού της Αντώνη Γρηγοράκη – Σατανά το 1943 στη Μέση Ανατολή.

Ο Καπετάν Χαράλαμπος Γιανναδάκης, ένας από τους έξι συναρχηγούς της Ανεξάρτητης Αντάρτικης Ομάδας Σατανά και θείος της Ροδάνθης. (φωτογραφία εξωφύλλου του βιβλίου: Καπετάν Χαράλαμπου Γιανναδάκη – Αναμνήσεις από τα περασμένα, Ηράκλειο, 1995)

Τα κατοχικά γεγονότα που εκτυλίχθηκαν στον Κρουσώνα ήταν καταιγιστικά και τον Οκτώβριο του 2006, είκοσι χρόνια πριν, η Ροδάνθη Σαββάκη – Βαμβουκάκη μας αφηγήθηκε μεταξύ άλλων και τα εξής:

«Λέγομαι Ροδάνθη Σαββάκη στο γεννητικό μου, Γιώργη λέγανε τον πατέρα μου, Μαρία τη μάνα μου. Τον άντρα μου τόνε λέγανε Νικόλα Βαμβουκάκη. Γεννήθηκα το εικοσιπέντε, όντεν επέφτανε οι Γερμανοί στην Κρήτη ήμουνε δεκάξε χρονών. Στο χωριό εσκοτώσανε τσι Τζουλιάδες και ενοχοποιούσανε το θείο μου Χαράλαμπο Γιανναδάκη.

Ζει στο Ηράκλειο. Ήτανε κι άλλοι αντάρτες, εγώ δεν είδα βέβαια, τον ενοχοποιούσανε πως ήταν κι αυτός. Κι από κει δα μας εγυρίσανε όλα τα κακά, ότι γενήκανε, κάψανε σπίθια, εσκοτώσανε αθρώπους, ο πατέρας μου φυλακή, τόνε πιάσανε κι ήκαμε ένα χρόνο. Ήρθε ένας συγγενής μας και μας ε λέει ετσέ κι ετσέ εσκοτώσανε τσι δυο Τζουλιάδες. Και σου λέει ποιοι τσι σκοτώσανε; Είχανε το Χαραλάμπη ως αντάρτη ύποπτο.

Ανέ τόνε γυρεύγουνε ήντα θα γεννούμε; Και είμαστε με τη μάνα μου στο σπίτι τση θείας μου, απάντρευτη αυτή. Και λέει η μάνα μου, εσύ που’σαι απάντρευτη πρέπει να φύγεις από το σπίτι μην  έρθουνε και σε πάρουνε. Η θεία μου ήτανε αδερφή του Χαραλάμπη. Και μου λέει άντε να πάμε κάτω – κάτω σε μιας θείας της το σπίτι.

Η + Ροδάνθη Γεωργίου Σαββάκη-Βαμβουκάκη από τον Κρουσώνα. Ο πατέρας της Γιώργης Σαββάκης ήταν δραστήριο μέλος της Εθνικής Αντίστασης. Η μητέρα της, η Μαρία, ήταν αδερφή του συναρχηγού της Αντάρτικης Ομάδας Σατανά-Κρουσώνα, Χαράλαμπου Γιανναδάκη

Εγώ την ακολούθησα και πήγαμε σε μιας τση θείας το σπίτι και έρχεται δα πάλι ένας γιος τση θείας και λέει επαδέ δε κάνεις γιατί ενοχοποιούνε τσι αντάρτες πως τσι σκοτώσανε και πρέπει να φύγεις. Λέει να πάει στη Πυργού που είχε εκεί τη μητριγιά τση. Και πήγε δα εκεί κι έκατσε. Και ήθελε να με πάρει. Και τση λέω, η μάνα μου δε το κατέχει, που θα με γυρίζεις εμένα; Λέει να τσι ειδοποιήσομε θέλει.

Μηνούνε τση μάνας μου ότι η Ροδάνθη με τη Κατίνα πάνε εκειδέ μόνο να το κατέχεις. Πάμε δα εκειά στση γιαγιάς μου το σπίτι, καθίζομε λίγο και έρχεται ένας πρώτος αξάδερφος. Και λέει πρέπει να φύγετε κι απ’εδώ να πάτε στι Αθανάτους. Είχαμε εκειά συγγενείς. Μόνο να μη πηένεται στο δρόμο, μόνο σε παράμπατα μη σας ε δει κιανείς. Πάμε στου Σάρχου, από του Σάρχου στη Πυργού και από κει στσι Αθανάτους με τα πόδια.

Πάμε και το’χε μάθει ο θείος μου το σκοτωμό τω Τζουλιάδω και μας ε λέει ότι επαδέ είναι κέντρο και δε κάνει μόνο θα σας ε πάω αποπάνω στο σπίτι να ξομείνετε. Μας επεριποιθήκανε οι αθρώποι, επέρασε η μέρα και ξομείναμε ύστερα κει δα. Εμάθαμε μετά ότι οι γερμανοί εκάψανε τα σπίθια στο χωριό. Ο πατέρας μου ο Γιώργης ο Σαββάκης ήτανε στο βουνό και εξετρύπησε με τα πόδια στσι Αθανάτους, ήρθε να δει ήντα γενήκαμε.

Το πρωί ήρθε, μας είπε δα ύστερα τα νέα, κάβγουνε σπίθια, σκοτώνουνε. Και χωστά χωστά από το ποταμό από τσι Αθανάτους, ήρθαμε απού του Σάρχου και πάμε στο Βρωμονερό. Εγώ, η θεία μου κι ο πατέρας μου. Ήτανε κι η μάνα μου εκεί και τ’αδέρφια μου, μικρά, και πάμε κεια πέρα να ξομείνομε στο μητάτο.

Ύστερα ειδοποιά κιανείς φαίνεται ότι οι Γερμανοί θα βγούνε στο βουνό και δε κάνει να μείνει κιανείς άλλος στο μητάτο πέρα απ’αυτούς που’χουνε τα ζα. Και μας ε πάει απέναντι από το μητάτο που ήτονε ένα μεγάλο δεντρό να ξομείνομε. Κι ύστερα δα τη νύχτα μόνο να δεις. Φωθιές πυροβολισμούς στο βουνό.

Το ίδιο βράδυ, φωτοβολίδες μπαλωθιές, ταχυβόλα, οι γερμανοί ήρθανε και πήγανε κατευθείαν στο μητάτο. Το μητάτο ήτανε του πατέρα μου του Σαββάκη και τση οικογένειας. Γροικούμε το κακό και λέμε ήρθανε οι γερμανοί θα μας ε σκοτώσουνε, ήντα θα γεννούμε.

Καθουμέστανε εμείς εκειδά και μια στιγμή ακούμε φωνές κακό, εχτυπούσανε οι Γερμανοί κιανένα και φώναζε, εγροικούντανε κι οι χτυπημαθιές, το ξύλο. Γροικούμε το σύθρηνο και λέμε ο πατέρας μου είναι. Τότες στο μητάτο ήτανε πολλοί, ο πατέρας μου, ο Μενέλαος Ξυλούρης, μα εφύγανε. Τότε τόνε τραυματίσανε το Μενέλαο οι Γερμανοί του παίξανε και τόνε βρήκε μια σφαίρα.

Ένας άλλος έλεγε ηντά’καμα εγώ και με δέρνεται, Επανωμεριτάκης Γιάννης ελέγουντανε, τον είχαμε στα ζα, δεν ήφυγε αυτός. Οι άλλοι εχωστήκανε, αυτός δεν ήφυγε. Και πομένει και σκοτώσαντονε. Το ξύλο που γροικούσαμε ήτανε του Γιάννη κι εμείς ενομίζαμε πως ήτανε ο πατέρας μου. Γιαννίκο Επανωμεριτάκη τόνε λέγανε.

Τόνε ρωτούσανε οι Γερμανοί που είναι οι αντάρτες, που είναι οι βοσκοί. Σε μια στιγμή πρωί πρωί μόλις εξημέρωσε να’τσι δυο Γερμανούς  κι ένας χωριανός μας γκεσταμπίτης. Είμαστε από κάτω από ένα δεντρό όξω από το μητάτο.

Ο χωριανός μας ελέγουντονε … Μας ε λένε οι Γερμανοί να τσι ακολουθήσομε. Ο χωριανός μας ο γκεσταμπίτης μας είπε να πούμε την αλήθεια, ότι ξέρομε. Ήντα να πούμε με τη μάνα μου. Εβγήκαμε στο μητάτο μας με τη μάνα και τα δυο μου αδέρφια. Εσήκωνα το μικρό αδερφό μου, είχε γεννηθεί το 37, ήτανε πέντε χρονών.

Εκειά που μας επήγανε δα ύστερα είχανε διερμηνέα οι Γερμανοί. Ο Νίκος, ο άλλος μου αδερφός, εκράθιε μια βούργια με σαπούνι και του τη πήρανε οι Γερμανοί. Αυτά που  λέω εγεννήκανε Τα ξημερώματα τση τρίτης μέρα απήτι εσκοτώσανε οι αντάρτες  τσι Τζουλιάδες.

Μας επροχωρούσανε κάτω και μας ε πάνε από το Βρωμονερό στο Καψαλιά. Ο πατέρας μου δα από τόπο ως τόπο, από κλαδί ως κλαδί εξετρύπησε χαμηλά εκειά που μας επήγανε οι Γερμανοί. Από ένα τόπο που κατεβαίναμε είχε δάμακα. Κι εγώ δα καθίζω στο δάμακα φήνω το κοπέλι για να κατεβώ.

Η μάνα μου, εγώ, μια μου θεία Ροδάνθη και τα αδέρφια μου. Ο χωριανός μας ο γκεσταπίτης ήτανε μαζί  ντως. Μετά που μας επήγανε κει δα εφέρανε το Ξυλουρογιάννη του Μενέλαου του Ξυλούρη τον πατέρα. Εφέρανε και μερικά παιδιά που βοηθούσανε στα ζα, μαντρατζήδες τσι λέγαμε. Αρωτούνε δα ύστερα τη μάνα μου πως λέγεσαι, λέει αυτή Μαρία Σαββάκη. Εσύ πως λέγεσαι μου κάνουνε. Ροθάνθη Σαββάκη λέω.

Ερωτήξανε τη θεια μου εσύ πως λέγεσαι κι αυτή εφοβούντανε και δεν εμπόριε να μιλήσει. Ήτρεμε και δεν εμπόριε να πει. Φοβούντανε να πει Γιανναδάκη γιατί εκυνηγούσανε το Χαραλάμπη το Γιανναδάκη. Το πατέρα σου πως τόνε λένε, τση κάνουνε. Αυτή δεν εμπόριε να πει. Πετάται ο Ξυλουρογιάννης και λέει Γιώργη Βαμβουκάκη.

Γιατί το πατρικό τση ήτανε Βαμβουκάκενα.  Ήρχουντανε ενούς ενούς η σειρά. Ρωτά και τη Κατίνα τη θεία μου, ήτανε απάντρευτη. Εβαστούσανε σε μια κόλα γραμμένα τα ονόματα. Και τση λένε που είναι ο Γιάννης, ο Κωστής ο Γιώργης, η Ειρήνη και τελευταίος ήτανε ο Χαραλάμπης ο Γιανναδάκης.

Τση λένε τι σου είναι ο Χαραλάμπης. Αδερφός σου; Λέει αδερφός μου. Ε και που βρίσκεται τώρα; Λέει ξέρω εγώ που είναι; Κι αν τόνε πιάναμε τι θα του κάναμε; Θα τόνε κόβγαμε λίγο λίγο να του βάνομε πιπέρι και αλάτσι. Τόσα χρόνια και δε το ξεχνώ. Πιπέρι κι αλάτσι.

Και πού βρίσκονται οι δυο αδερφοί οι Δόμηδες; Δε ξέρω που είναι. Πού βρίσκεται ο Νικολής ο Βιδάκης; Αυτά ερωτούσανε τη θεία μου τη Κατίνα. Να πάτε να τσι γυρεύγετε εσείς, εμείς που να ξέρομε που είναι; τόσε κάνει στα τελευταία αυτή.

Ύστερα πιάνουνε το Ξυλουρογιάννη, ρωτούντονε το ένα τ’άλλο. Όντεν είπε το όνομά του Ιωάννης Ξυλούρης, πιάνει τ’αυτί του ο διερμηνέας και λέει πώς; Τον είχαν κι αυτό σημειωμένο για να τόνε πιάσουνε και λένε επετυχαμέντονε εδά. Στο γύρο κι αυτός. Αρωτά δα ύστερα τσ’άλλους αυτοί ήτανε ουδέτεροι από τη παρέα. Και μας ε λέει σε λίγη ώρα ράους, να πάμε τάξε στο σπίτι μας.

Ο Ξυλούρης Ιωάννης του Γεωργίου-Ξυλουρογιάννης, πατέρας του συναρχηγού της Ανεξάρτητης Αντάρτικης Ομάδας Σατανά, Μενέλαου Ξυλούρη. Δολοφονήθηκε μετά από σκληρά και απάνθρωπα βασανιστήρια στην Αυγενική, στις 6 Ιουνίου 1942

Και κοντέψανε το Ξυλουρογιάννη, τη θεια μου τη Γιαναδάκενα την αδερφή του Χαράλαμπου και τσι πήρανε. Εμείς αλλάξαμε να πάμε στο μητάτο, εκειά που’μαστε κονεμένοι, εκλαίγαμε, στενοχωρίες. Δεν εξέραμε πράμα, εσκοτώσανέ τσι, που τσι πήγανε, δεν εκατέχαμε πράμα.

Μια στιγμή θωρούμε το πατέρα μου κι εβγήκε από’να κλαρί, επερίμενε να φύγουνε οι Γερμανοί. Και ευτυχώς που δεν ήτανε βγαρμένος από το κλαρί γιατί εγυάγυρε ένας Γερμανός, εξέχασε πρέπει πράμα. Προβαίρνει ο πατέρας μου και μας ε ρωτά ήντα μας είπανε. Του λέμε επήρανε τη Κατίνα.

Εκούσαμε μετά πως τσι κατεβάσανε από το βουνό κι εγύρανε στην Αυγενική. Από την Αυγενική την επήγανε στο Ηράκλειο τη Κατίνα και εκάμαμε σαράντα μέρες να μάθομε ήντα γίνηκε. Το Ξυλουρογιάννη τόνε δέσανε από το λαιμό και τόνε κατεβάσανε στο χωριό, με ένα τρίχινο σκοινί. Το σκοινί το δέσανε στο γάιδαρο, εχτυπούσανε οι Γερμανοί το γάιδαρο κι ακλούθιενε αυτός δεμένος από το λαιμό.

Τόνε γύρανε στην Αυγενική κι εκειά τόνε σκοτώσανε. Η θειά μου ήκαμε έξε μήνες φυλακή κι απής τη μολάρανε. Το Ξυλουρογιάννη τόνε χτυπούσανε μ’ένα κομμάτι ταβλί που΄χε απάνω μπρόκες. Εσκάφτανε και το λάκκο ντως εμάθαμε, όσους εσκοτώνανε οι Γερμανοί, με ήντα τρόπο τσι σκοτώνανε ο Θεός κατέχει.

Εμείς μετά δεν εφύγαμε από το βουνό. Γιατί οι Γερμανοί εκάβγανε τα σπίθια. Εμείς το δικό μας το φήκαμε όπως ήτανε και το βρήκαμε όφκαιρο, μας τα πήρανε όλα μας τα πράματα. Τση μάνας μου το σπίτι δε το κάψανε, αλλά το σπίτι ήτανε ανοιχτό κι εμπήκανε οι γκεσταμπίτες και πήρανε όλα μας τα πράματα. Μόνο τσι τοίχους αφήκανε. Τσι Τζουλιάδες τσι σκοτώσανε οι Δομαλάκηδες, ο θείος μου ο Γιανναδάκης, ο Αντρεαδογιάννης, ο Τσικαλάς.

Ο Σατανάς ήκαμε ομάδα κι εμάζωξε τσι πια γερούς άντρες του χωριού και επήγε και ο θείος μου Χαραλάμπης. Στον Άγιο Χαράλαμπο ο θείος μου είχε ένα παλιό σπίτι κι εκεί ήτανε ένας Τζουλιάς κι έκανε απόπειρα να τόνε σκοτώσει το θείο μου πριν να γενούνε οι φασαρίες, πριν να σκοτωθούνε οι Τζουλιάδες.

Ένα βράδυ εκάνανε μια βάφτιση. Εβάφτιζε ο Δομαλαντώνης το γιο του το Δημήτρη. Στη βάφτιση ήτανε κι ένας που τόνε λέγανε Τζουγκροκωστή. Όλοι οι αντάρτες του Σατανά καλεσμένοι και γλεντίζανε. Είπανε φαίνεται και μια μαντινάδα και το Τζουγκροκωστή τόνε σκοτώσανε επιτόπου στην αγορά.

Τόνε σκοτώσανε οι Τζουλιάδες, είχανε κάνει και την απόπειρα του θείου μου. Έρχεται την άλλη μέρα ο Πολιουδάκης να δει και λέει ότι αυτή τη ποινή θα πάρουνε όλοι. Αυτό είπε για το θάνατο του Τζουγκροκωστή. Από κεια και πέρα εχώνουντανε οι αντάρτες και πως τα κάνανε ύστερα και σκοτώσανε τσι Τζουλιάδες δε ξέρω. Και μετά εκυνηγούσανε εμάς οι Γερμανοί, το συγγένειο δηλαδή των ανταρτών.

Απής εδά εγενίκανε όλα τα γεγονότα και επέρασε κάμποσος καιρός, εκατεβήκαμε επαδέ στο χωριό με τη μάνα μου να πάει λέει να παραδοθεί να μη μας εκυνηγούνε. Και τη πήρανε και τη βάλανε κι αυτή φυλακή δυο τρεις μήνες στο Ηράκλειο. Κι εμείς ολομόναχα τα παιδιά στα όρη.

Ο πατέρας μου εκρύβουντανε κι αυτός. Τελικά άμα βάλανε τη μάνα μου φυλακή μας είπανε κατεβείτε στο χωριό κι ότι είναι να γενεί ας γενεί. Μαρία Σαββάκη ελέγανε τη μάνα μου, αδερφή του Χαραλάμπη.

Στο σπίτι μας είχαμε μια αποθήκη με άχερα. Και μέχρι να βγάλουνε τη μάνα μου από τη φυλακή εμείς τα κοπέλια εμέναμε στα άχερα. Εφοβούμαστε να μπούμε και στο σπίτι. Ήτανε ερείπιο. Ένα βράδυ ήθελα να κάμω μια πίτα τω κοπελιώ, μου΄χε στείλει ο πατέρας μου λίγο αλεύρι. Και κατεβαίνω στο κάτω σπίτι.

Εκεί ήτανε ο αδερφός μου ο Μήτσος, Δημήτρης Σαββάκης, τόνε σκοτώσανε μετά οι Γερμανοί. Είχαμε κάμποσα οζά ακόμη και μας τα κλέψανε. Εκατέβηκε να το πει του θείου μου του Σαββοϊδάκη. Και μόλις ήρθε ο αδερφός μου εχτυπούσανε τη πόρτα. Πάω κι ανοίγω και θωρώ αστυνομία, γερμανούς. Και του λέω αστυνομία είναι μόνο πολέμησε να φύγεις. Είχαμε ένα παραθύρι κι έβγαινε σ’άλλα σπίτια από πάνω.

Εμπήκαμε και ερευνούνε, σα να γυρεύγανε πράμα. Ο αδερφός μου επρόλαβε κι ήφυγε. Ο αδερφός μου ήτανε δεκαεφτά χρονών. Και επήγε σε μιας γειτόνισσας το σπίτι, στην Ευαγγελία Πρινιανάκη και βάνει το Δημήτρη με τα δικά τσι παιδιά. Εγώ είχα το καζά, έλεγα επιάσανέ ντονε ήντα γίνηκε.

Πρωί πρωί έρχεται η Βαγγελιά και μου λέει ότι το Δημήτρη επρόλαβα και το’βαλα με τα κοπέλια και πρωί πρωί ήφυγε. Επήγανε και μας επροδώσανε πως ήρθανε αντάρτες στο σπίτι. Οι Γερμανοί εψάχνανε το Γιανναδάκη, τσι Δομαλάκηδες, το Τσικαλά, τον Αντρεαδάκη. Είδανε το παιδί πως ήρθε και μας επροδώκανε. Επομείνανε δυο αστυνομικοί, οι Γερμανοί εφύγανε και μας ε λένε εμένα και τω παιδιώ καθίσετε.

Μας ε λένε μη φοβάστε, μας εδώσανε θάρρος. Εγώ, παρόλο που’μουνε μικρή δεν εφοβούμουνε. Και τος τά’λεγα. Και τόσε λέω ο θείος μου ανέ σας ε φταίει εμείς τι δουλειά έχομε; Μου λένε το ξέρομε, να μη φοβάστε, δεν θα’ρθει κανείς να σας ενοχλήσει πάλι. Μόνο να μας ε πεις την αλήθεια.

Προ δέκα λεφτά ποιοι ήτανε εδώ πέρα. Λέω κι εγώ την αλήθεια. Ένα αδερφό έχω και είχαμε μερικά ζα και τα πήρανε οι χωριανοί μας. Και εκατέβηκε το παιδί μιας στιγμής να το πει ενούς θείου ντου. Και ήτανε μέσα και εφοβήθηκε κι ήφυγε. Και λένε αυτοί βλέπετε δα τσ’άλλους; Τάξε και καλά είδανε το κοπέλι και γλακούσανε ντελόγο και προδώσανε. Ποιοι τα κάνανε; Δε τα κάνανε οι δικοί μας;

Τον Αύγουστο δα ύστερα ήτανε η μάνα μου ερχομένη από τη φυλακή. Μια Κυριακή έρχουνται πολλοί Γερμανοί στο χωριό. Η μάνα μου είχε πάει στ’αμπέλι. Πομένω στο σπίτι με τ’άλλα παιδιά. Μια στιγμή λένε συγκέντρωση. Το σπίτι μας ήτανε στο δρόμο μέσα και επερνούσανε οι Γερμανοί και χτυπούσανε τα πόδια ντως, είχανε από κάτω από τ’άρβυλα μπρόκες.

Πάω σε μια γειτόνισσα και τση λέω, ήντα θα γενούμε εδά. Μου λέει συγκέντρωση κάνουνε και πρέπει να πάμε όλοι. Λέω κι εγώ ανέ πάω μη με κοντέψουνε; Μου λέει ανέ χωστείς και δε πας και σε βρούνε κι είναι πια κακά; Εκείνη τη στιγμή να ένας Γερμανός. Φωνάζει απάνω.

Μπορείς να μη πας; Και μας ε παίρνουνε και πάμε στην εκκλησία που κάνανε τη συγκέντρωση. Ήτανε όλοι οι χωριανοί. Εγώ στενοχωρημένη. Εβάνανε άλλους στη μια μπάντα, άλλους στην άλλη. Τελευταία, αφού εκάνανε όλες τσι διανομές, πιάνουνε και τσι κοπελιές και τσι βάνουνε δεξά.

Με βάνουνε και μένα. Μας επαίρνουνε και μας ε πάνε στο Χριστό. Οχτώ γυναίκες. Από τσ’οχτώ εφήκανε τρεις, τη Λευτερία Φουντουλάκη,  τη Γιωργία Μπελαντάκη και τη Στασούλα Σπυριδάκη. Μας επιένανε δρόμο δρόμο και φτάνομε στ’Αγίους Πάντες. Εκεί είχανε τ’αυτοκίνητο.

Εσκοτείνιαζε ωστόσο. Ήτανε μαζί μας κι ένας Νίκος Γωνιανάκης, τόνε λέγανε Πίκουλο. Μας ε λένε να βγούμε στ’αυτοκίνητο. Πέντε γυναίκες. Βγαίνομε και ήτανε μια ρόδα στη καρότσα και πάμε να κάτσομε. Μας ε κάνει ένας Γερμανός νόημα να μη κάτσομε γιατί η ρόδα είχενε πίσσα.

Εμείς εκάτσαμε και κολλήσανε τα φουστάνια μας. Το τέλος μας δε το κατέχαμε. Πού θα μας ε πάνε; Κι επήγαμε στην Αγιά Βαρβάρα. Εκεί το αυτοκίνητο έκανε στάση κι επήρε κι άλλους χωριανούς μας που τσ’είχανε εκειά αγγαρεία οι Γερμανοί. Εξεκίνησε πάλι τ’αμάξι, είχε βραδιάσει, και μας επήγανε στο Τυμπάκι.

Εμείς οι πέντε κοπελιές εκλαίγαμε, οι χωριανοί μας εκάνανε καερέτι να μη φοβούμαστε. Κατεβαίνομε και μας εκλειούνε σ’ένα σπιτάκι μικρό μικρό και τσι πέντε. Το πρωί που σηκωθήκαμε μας επήγανε στα μαγειρεία ντως. Εκάναμε όλη τη μέρα και το βράδυ μας ελάσουνε πάλι στο σπιτάκι.

Ύστερα εκάνανε επαδέ στο χωριό έρανο, ο παπα Γιώργης, και μαζώξανε πράματα και ήρθανε στο Τυμπάκι και βρήκανε το μεγάλο το Γερμανό και του’πανε εμάς τσι κοπελιές να μας αφήσει να φύγομε.  Επαρακαλέσανε οι χωριανοί μας κι ο παπά Γιώργης και μας αφήκανε. Εκάναμε δυο βραδιές και μας αφήκανε. Με τα πόδια επήγαμε στσ’Αγίους Δέκα, εκειά εξωμείναμε. Μετά πάλι με τα πόδια ήρθαμε στο χωριό. Μια από τσι κοπελιές που επήγαμε στο Τυμπάκι, η Δημοκρατία Ξυλούρη, έβγαλε δα ύστερα κι ένα τραγούδι γι’αυτό.

Τη μάνα μου, όλα τα χρόνια τση κατοχής, όπου ήθελα τη δούνε οι αδερφές τω Τζουλιάδω να τη πιάσουνε να τήνε ρίχνουνε κάτω και να τη κατασκοτώνουνε. Η μάνα μου ήτανε νέα γυναίκα και γερή κι όμως τήνε κατασκοτώνανε στο ξύλο όπου ήθελα να τη δούνε. Τη μια τη λέγανε Στελιανή, αυτή ήτανε πια ανάποδη.

Την άλλη τη λέγανε Ελένη. Αυτή είχε παντρευτεί το Κωστή το Τζουτζουρούκο. Την Ελένη τη σκοτώσανε  οι αντάρτες μετά τη κατοχή. Μια μέρα ήρθε η Ουρανία η Ξυλούρη και λέει τση θειας μου τση Κατίνας, τη Στελιανή τη πιάσανε. Και την έχουνε στου Κουτεντάκη το σπίτι. Και άμα θες εδά να πας.

Και μου λέει η θεία μου άντε να πάμε να τη δούμε.  Και βγαίνομε στο σπίτι και τη βλέπομε να κάθεται απάνω σ’ένα κρεβάτι. Τση λέει η θεία μου ήντα κάνεις, λέει αυτή καλά. Κι ήντα λες εδά πρέπει να σε τιμωρήσομε κι εμείς; Εμείς τι φταίγαμε και μας τα κάνετε αυτά;

Και να’φταιξε ο αδερφός μας, γιατί μας τα κάνετε αυτά; Μέσα στη στενοχωρία μας τα κάναμε είπε. Αυτή ήτανε απάντρευτη. Ότι και να μου κάνετε μου βγαίνει, μας είπε. Τη πήρανε εδά ύστερα και την πήγανε στο νεκροταφείο και τη σκοτώσανε οι αντάρτες…».

Ο Γεώργιος Α. Καλογεράκης είναι Δρ. Πανεπιστημίου Ιωαννίνων Διευθυντής Δημοτικού Σχολείου Καστελλίου