Κάποτε, η 3η του Σεπτέμβρη δεν ήταν απλώς μια ημερομηνία στο πολιτικό ημερολόγιο. Ήταν σύνθημα, ήταν σημαία, ήταν «πράσινος» ήλιος, ήταν Ανδρέας με ζιβάγκο και μια ολόκληρη Ελλάδα, που πίστευε -δικαίως ή αδίκως, αυτό ας το κρίνει η Ιστορία- ότι κάτι καινούργιο ξεκινούσε.
Στις 3 Σεπτέμβρη του 1974, ο Ανδρέας Παπανδρέου παρουσίαζε τη διακήρυξη που γέννησε το ΠΑΣΟΚ. «Εθνική Ανεξαρτησία, Λαϊκή Κυριαρχία, Κοινωνική Απελευθέρωση, Δημοκρατική Διαδικασία». Τέσσερις φράσεις που δεν χρειάζονταν ούτε επικοινωνιολόγους, ούτε think tanks, ούτε διαδίκτυο! Περνούσαν… και παραπερνούσαν στον κόσμο.
Το ΠΑΣΟΚ εκείνης της εποχής δεν ήταν απλώς ένα κόμμα. Έγινε κοινωνικό φαινόμενο. Μπήκε στα καφενεία, στα χωριά, στα εργοστάσια, στα πανεπιστήμια, στα σπίτια ανθρώπων που μέχρι τότε αισθάνονταν ότι παρακολουθούσαν την πολιτική από το «παράθυρο».
Και μετά ήρθε το 1981. Μπορεί να μην έφερε ακριβώς τον σοσιαλισμό που είχαν φανταστεί ορισμένοι, έφερε όμως το ΠΑΣΟΚ στην εξουσία και άλλαξε, για καλό και για κακό, την Ελλάδα.
Έφτιαξε το ΕΣΥ, αναγνώρισε την Εθνική Αντίσταση, προχώρησε σε μεγάλες κοινωνικές μεταρρυθμίσεις, άλλαξε το οικογενειακό δίκαιο, έδωσε φωνή και δικαιώματα σε κοινωνικές ομάδες που για δεκαετίες βρίσκονταν στο περιθώριο.
Έφτιαξε όμως και ένα κράτος που έμαθε να ζει με λογικές κομματισμού, τις προσλήψεις επί προσλήψεων… γενικώς, αλλά και την περίφημη λογική του «δώσ’ τα όλα».
Γιατί το ΠΑΣΟΚ έχει μια ιδιαιτερότητα: Μπορείς να του χρεώσεις πολλά από τα στραβά της Μεταπολίτευσης, αλλά δύσκολα μπορείς να γράψεις την ιστορία της χωρίς αυτό. Και κάπως έτσι φτάσαμε στο περίφημο: «Αχ, ΠΑΣΟΚ, ωραία χρόνια».
Μια φράση που ξεκίνησε περίπου ως πολιτική καζούρα και κατέληξε να κρύβει μια παράξενη νοσταλγία. Για τις εποχές που υπήρχαν λεφτά στην τσέπη, επιδοτήσεις, διακοποδάνεια, διορισμοί, μπουζούκια τις καθημερινές και εκείνο το θρυλικό «Τσοβόλα, δώσ’ τα όλα» που σήμερα θα προκαλούσε εγκεφαλικό σε οποιονδήποτε υπουργό Οικονομικών.
Μόνο που ο λογαριασμός, νομοτελειακά, κάποια στιγμή ήρθε. Και όταν ήρθε το ΠΑΣΟΚ βρέθηκε να πληρώνει πολιτικά όχι μόνο τα δικά του λάθη, αλλά σχεδόν ολόκληρο τον λογαριασμό της Μεταπολίτευσης. Από το 44% βρέθηκε στο 4,68%. Από το «κίνημα του λαού» έγινε… «κίνημα υπό εξαφάνιση».
Και όμως, δεν εξαφανίστηκε. Πενήντα δύο χρόνια μετά, ο «πράσινος» ήλιος είναι ακόμη εκεί. Μπορεί να μη φωτίζει όπως το 1981, μπορεί οι σημαίες να λιγόστεψαν και οι συγκεντρώσεις να μην θυμίζουν τις λαοθάλασσες του Ανδρέα σε όλη την Ελλάδα, αλλά το ΠΑΣΟΚ επιμένει να βρίσκεται στο πολιτικό παιχνίδι.
Το μεγάλο ερώτημα, όμως, για κάθε 3η του Σεπτέμβρη δεν είναι αν θα ακουστεί ξανά το «καλημέρα ήλιε». Είναι αν το σημερινό ΠΑΣΟΚ μπορεί να κάνει κάτι που φαντάζει σχεδόν αδύνατο! Να δώσει σε μια νέα γενιά έναν λόγο να το ψηφίσει, χωρίς εκείνη να χρειάζεται πρώτα να ρωτήσει τους γονείς της: «Ρε μπαμπά, τελικά πόσο ωραία ήταν εκείνα τα χρόνια;».