Μετράμε αντίστροφα!

Εκδήλωση για τα 80 χρόνια.

Δείτε το σχετικό video

Η Αργυρώ Μαντόγλου είναι μια πνευματική μορφή με πολύ μεγάλη προσφορά στα ελληνικά γράμματα. Σπούδασε αγγλική λογοτεχνία και κριτική θεωρία. Σήμερα διδάσκει δημιουργική γραφή. Έχει μεταφράσει με υποδειγματικό τρόπο αρκετά σημαντικά έργα.

Έχει εκδώσει επτά μυθιστορήματα, αρκετές νουβέλες, αλλά και ποιήματα, και έχει κατακτήσει με κόπο το δικό της ύφος με μια γλώσσα χυμώδη, η οποία αναδεικνύει την εκφραστική δύναμη και επάρκεια της δημοτικής μας γλώσσας, που για πολλά χρόνια αγωνίστηκαν πολλοί να αναδείξουν.

Το βιβλίο της για τα νεανικά χρόνια του Αδαμάντιου Κοραή αξίζει να διαβαστεί από όλους όσοι θέλουν να κατανοήσουν το έργο και την προσφορά του μεγάλου μας φιλολόγου που απέτυχε ως επιχειρηματίας, αλλά λάμπρυνε τα γράμματά μας.

Πρόσφατα, από τις εκδόσεις «ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ», κυκλοφόρησε ένα κομψοτέχνημα με τίτλο: «ΕΝΑΣ ΔΙΚΟΣ ΤΗΣ ΔΡΟΜΟΣ, τρεις ιστορίες σε άλλο χρόνο», όπου περιέχονται τρεις νουβέλες για τρεις διαφορετικές γυναικείες μορφές. Οι δύο είναι ιστορικά πρόσωπα, ενώ η τρίτη ίσως είναι μυθοπλασία. Και στις τρεις όμως υπάρχει ένας κοινός πυρήνας. Η συγγραφέας, με εξαντλητική έρευνα, επιδιώκει να αναστήσει στιγμές που αποτυπώνουν τον υπαρξιακό αγώνα της γυναίκας και την αγωνία της για να βρει τον δρόμο της και τη φωνή της σε καταστάσεις δύσκολες και κοινωνικές συνθήκες, όπου η θέση της γυναίκας ήταν περιθωριακή.

Στην πρώτη, «Η αναχώρηση της Ελισάβετ Μουτζάν», ανασταίνεται μια όχι τόσο γνωστή συγγραφέας, η Ελισάβετ Μουτζάν Μαρτινέγκου, από τη Ζάκυνθο, στα χρόνια της αγγλοκρατίας. Ο πατέρας της συνεργάζεται με τον Άγγλο διοικητή. Είναι γεννημένη το 1801 και μεγαλώνει με τις ιδέες του Διαφωτισμού και της Γαλλικής Επανάστασης.

Οραματίζεται όχι μόνο την προσωπική υπαρξιακή της απελευθέρωση, αλλά και της πατρίδας της, ιδιαίτερα όταν ξεσπά η επανάσταση του ΄21 και ο απόηχός της συγκινεί τον Διονύσιο Σολωμό, αλλά και όλους τους Επτανήσιους. Οραματίζεται να γίνει συγγραφέας, αλλά το έργο της χάνεται. Τη φωνή της ανασταίνει η συγγραφέας μας και μας μιλεί:

«Οι επιθυμίες και ο έρωτας έχουν αντίτιμο την τρέλα, η τρέλα έχει χρώμα κόκκινο, όπως το αίμα, το χρώμα του αίματος και του φορέματος. Ξέραμε πως δύσκολα ξεφεύγει κανείς από τη μοίρα του κι όμως το προσπαθούσαμε με τα γκρίζα μας φορέματα, με τα αθόρυβα βήματά μας, με το κεφάλι σκυμμένο πάνω από τα εργόχειρά μας, και εγώ με απόλυτη προσήλωση στα συγγράμματά μου, παρά τις παρατηρήσεις τους.

Ούτε σκέψη για το πταίσμα. Ό,τι κι αν διάβαζα, ποιήματα, μυθιστορίες, ρομάντζα, ειδύλλια, όλα αυτά συνέβαιναν σε μια άλλη σφαίρα, άλλα πλάσματα, πιο τυχερά, πιο προικισμένα από εμάς είχαν τέτοια τύχη. Η δική μας μοίρα ήταν άχρωμη ζωή».

Ικετεύει τη συγγραφέα μας να την αναστήσει και να της δώσει κορμί.

«Πλάσε με. Ξέρω, όπου και να σε πάει η φαντασία σου θα με δικαιώσει, γιατί η φαντασία σου οδηγείται από τις λέξεις μου, αυτές τις σέβεσαι. Σε εμπιστεύομαι. Γίνομαι εσύ σε κάθε εποχή, γίνομαι εσύ πέρα από τις εποχές.

Σε βλέπω, στα δάχτυλά σου περασμένα δαχτυλίδια, πολλά καινούρια και παλιά, σχέδια αναγνωρίσιμα, στο ένα ο σκορπιός και στο άλλο ο φοίνικας. Σύμβολα θανάτου και αναγέννησης. Την αναγέννησή μου έχεις σκοπό. Σε βλέπω».

Ζούμε το δράμα της, καθώς ζει κλεισμένη στο σπίτι, ντυμένη στα μαύρα. Κάποια στιγμή αποφασίζει να φύγει κρυφά. Συναντά έναν νέο που την εμπνέει και θέλει να την ακολουθήσει. Η φυγή της έχει δραματικό τέλος. Επιστρέφει και τελικά αναγκάζεται να κάνει ένα συμβατικό γάμο και να «σκοτωθούν» τα όνειρά της.

Η Αργυρώ Μαντόγλου κατορθώνει να αποδώσει με εξαιρετικό τρόπο την ψυχική της αγωνία και να αναστήσει το έργο της, ερευνώντας όλα τα κατάλοιπα και τα ημερολόγιά της.

Η δεύτερη νουβέλα αναφέρεται στο νεανικό ταξίδι της Βιρτζίνιας Γουλφ στην Ελλάδα το 1906. Η συγγραφέας μας ερεύνησε εξαντλητικά όλα τα στοιχεία από την επίσκεψη μιας ομάδας περιηγητών στην τότε Ελλάδα. Όλοι έρχονταν για να ανακαλύψουν την ομορφιά του κλασικού κόσμου, καθώς είχαν σπουδάσει στα αγγλικά πανεπιστήμια.

Η Γουλφ, άλλωστε, είχε μελετήσει σε βάθος τους Έλληνες κλασικούς και η Ελλάδα ήταν για εκείνη ένας μύθος.

Πάντα προσπαθούσε να μάθει και τη γλώσσα. Περιηγούνται τις Μυκήνες, την Αθήνα και επισκέπτονται ένα κτήμα στην Εύβοια που είχε αγοράσει ένας Άγγλος. Φυσικά, το ταξίδι τότε ήταν επώδυνο και επικίνδυνο, όμως μας δίδονται εξαιρετικές περιγραφές από τους αρχαιολογικούς χώρους και το φως του ήλιου.

Αναφέρονται στιγμές και τοπία που εμπνέουν τον θαυμασμό, αλλά και δυσάρεστες, όπως το τσίμπημα μιας μέλισσας και η αρρώστια ενός από την παρέα.

Για το ταξίδι αυτό, η Γουλφ είχε εξοικονομήσει μερικά χρήματα από τα άρθρα που είχε δημοσιεύσει. Θα επανέλθει το 1936 και μέσα στο έργο της αποτυπώνονται άμεσα και έμμεσα οι εντυπώσεις της. Γνωρίζουμε το τραγικό της τέλος, αλλά το έργο της παραμένει σπουδαίο και πρωτοποριακό.

Στις σελίδες της αποτυπώνονται μνήμες από τις τότε εμπειρίες που έζησε, ιδιαίτερα στο μυθιστόρημά της «Η κυρία Νταλαγουέι».

«Το να κρατάς έναν νεκρό στη ζωή με τις λέξεις του ήταν κάτι μαγικό. Είχε επιτέλους ανακαλύψει τη δύναμη της γραφής, όσο γράφεις ζει ο ήρωάς σου, όσο του μιλάς σε παρακολουθεί, σε ακούει, θεραπεία, μαγεία, αντίδοτο στη λήθη και στον θάνατο, άντεχε τον θάνατο με αυτές τις εικόνες».

Η τρίτη νουβέλα «Η γέφυρα της τίμιας γυναίκας» είναι μυθοπλασία. Μια νέα κοπέλα έρχεται στη Βενετία, αναζητώντας τα ίχνη της μητέρας της με αφορμή μια φωτογραφία, όπου απεικονίζεται με τον ίσως βιολογικό της πατέρα. Εδώ θα γνωρίσει τον έρωτα με έναν αρχαιολόγο που στις ανασκαφές του βρίσκει τάφους γυναικών που, ως μάγισσες, τις είχαν σκοτώσει και θάψει με μια πέτρα στο στόμα.

Αποτυπώνεται η μαγεία της Βενετίας με τα κανάλια και τις γόνδολες. Μια πόλη όπου συναντώνται ο θάνατος και ο έρωτας. Στη νουβέλα αυτή υπάρχουν ίχνη από τις προηγούμενες γυναικείες μορφές.

Στο βιβλίο αυτό που πραγματικά ως έκδοση αποτελεί έργο τέχνης, η Αργυρώ Μαντόγλου, πέρα από τα μηνύματα που μας μεταφέρει, έχει αρκετές αναφορές στον δικό της αγώνα να δημιουργήσει και να βρει τη δική της γλώσσα, υπερβαίνοντας όλες τις δυσκολίες.

Στις σελίδες του βιβλίου εκφράζεται και η δική της αγωνία να δημιουργήσει το δικό της έργο. Το κατορθώνει, και ο αναγνώστης συνειδητοποιεί ότι ο πραγματικός συγγραφέας δεν αρκεί να έχει ιδέες και ταλέντο, αλλά να υποτάξει τη γλώσσα και τα συναισθήματά του, κερδίζοντας τους αναγνώστες του.

Ο Ζαχαρίας Καραταράκης είναι φιλόλογος