Από τα πανεπιστημιακά μου χρόνια, τότε που η γλωσσολογία άρχιζε να απομακρύνεται από την ύλη του μαθήματος και να γίνεται ένας ιδιαίτερος τρόπος παρατήρησης του κόσμου, δύο ήταν οι κλάδοι που με συγκρατούσαν σταθερά: η κοινωνιογλωσσολογία και η ετυμολογία.
Η πρώτη, γιατί μου αποκάλυπτε τις λεπτές και συχνά αδιόρατες σχέσεις ανάμεσα στη γλώσσα και την κοινωνική πραγματικότητα· η δεύτερη, γιατί λειτουργούσε σαν μια ήσυχη ανασκαφή, φέρνοντας στο φως τα βαθύτερα στρώματα των λέξεων, εκεί όπου η σημασία δεν έχει ακόμη φθαρεί από τη συνήθεια.
Με την ετυμολογία ασχολούμαι σχεδόν καθημερινά έκτοτε, όχι από φιλολογική εμμονή, αλλά από μια ανάγκη κατανόησης. Και κάθε φορά ενισχύεται μέσα μου η ίδια σκέψη: οι λέξεις δεν είναι ουδέτερα εργαλεία. Κουβαλούν μνήμη, διαδρομή, και -το σημαντικότερο- μια λανθάνουσα αξιολόγηση. Επιλέγοντας μια λέξη, συχνά χωρίς να το αντιλαμβανόμαστε, υιοθετούμε και έναν τρόπο να βλέπουμε τα πράγματα.
Ενδεικτική αυτής της υπόγειας αξιολογικής λειτουργίας είναι η περίπτωση του προθήματος «υπό». Στην αρχική του σημασία δηλώνει απλώς το «κάτω από», το ευρισκόμενο σε χαμηλότερη θέση, το μη άμεσα ορατό. Ωστόσο, στη ζωντανή χρήση της γλώσσας, το «υπό» σπάνια παραμένει ουδέτερο. Αντιθέτως, αποκτά συχνά μια αρνητική απόχρωση, σαν να το συνοδεύει η δυσπιστία απέναντι σε ό,τι δεν εκτίθεται στο φως.
Αρκεί να σταθούμε σε λέξεις όπως «υπόκοσμος», «υπονόμευση», «υποκλοπή». Και στις τρεις περιπτώσεις, το «κάτω» δεν δηλώνει απλώς θέση, αλλά ποιότητα. Το αφανές γίνεται ύποπτο, το κρυφό απειλητικό, το μη φανερό ηθικά επιβαρυμένο. Η γλώσσα, θα έλεγε κανείς, δεν αρκείται να περιγράψει· υποβάλλει, υπαινίσσεται, ενίοτε και προδικάζει.
Εδώ ακριβώς αναδεικνύεται η βαθύτερη γοητεία της ετυμολογίας. Μας επιτρέπει να διακρίνουμε ότι πίσω από την επιφάνεια των λέξεων λειτουργεί ένας ολόκληρος μηχανισμός νοηματοδότησης, στον οποίο η περιγραφή και η αξιολόγηση συνυφαίνονται. Το «υπό» δεν είναι απλώς ένας χωρικός δείκτης· είναι, στις περισσότερες χρήσεις του, ένας ίσκιος που συνοδεύει τη λέξη, μια διακριτική αλλά σταθερή ηθική σκίαση.
Και ίσως, αν μάθουμε να προσέχουμε αυτές τις λεπτές σκιάσεις της γλώσσας, να αντιληφθούμε ότι δεν αποκαλύπτουν μόνο τη σημασία των λέξεων, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο σκεφτόμαστε, ή ακριβέστερα, τον τρόπο με τον οποίο η ίδια η γλώσσα μάς έχει μάθει να σκεφτόμαστε.