Αναπαυόταν απαλά στο στήθος της και το παρακολουθούσα να μετακινείται με «υπεροψία και μέθη», όπως ο περιβόητος Δαρείος, όταν κατέλαβε τον θρόνο των Αχαιμενιδών. Με κοίταζε χαιρέκακα και με ωθούσε ως δεσπότης να γονατίσω και να προσκυνήσω τη λάμψη του.
Ήταν δεμένο με τρόπο παλαιό σε ασημένια αλυσίδα. Ρουφούσε το φως και ανέδιδε μια σκοτεινή πρασινογάλαζη λάμψη. Η πέτρα του πρέπει να ήταν της σειράς. Ούτε διαμάντι ούτε ζαφείρι. Μια απομίμηση.
Δυστυχώς δεν είχε καθόλου επίγνωση της ταπεινής του θέσης. Δεν είχε τίτλους τιμής. Απορούσα πώς κατόρθωσε να αλώσει την καρδιά της και πού οφειλόταν η μεγάλη της αγάπη γι’ αυτό. Γιατί διάλεγε να το φοράει και να καμαρώνει επιδεικτικά. Να το παίρνει στο χέρι της με στοργή κάπου-κάπου και να το χαϊδεύει τρυφερά, αφήνοντάς με να πνίγομαι από μαύρη ζήλεια.
Προσπαθούσα να μάθω το μυστικό τους και μου αποκαλύφθηκε σε μια ώρα αμοιβαίων εξομολογήσεων. Ήταν δώρο του πατέρα, όταν πήρε το απολυτήριο Λυκείου. Δεν το αγαπούσε όμως μόνο γι’ αυτό. Πίστευε ότι είχε μια μαγική δύναμη κάθε φορά που αισθανόταν ν’ ανθίζει μέσα της και να σκιρτάει η αγάπη, κάθε φορά που λαχταρούσε ο πόθος, εκείνο το μενταγιόν την προστάτευε και τη γαλήνευε.
Της έδιδε δύναμη να μην προδοθεί και να μην παραδοθεί στους σκοτεινούς λαβυρίνθους μιας περιπέτειας. Αποτύπωνε τα συναισθήματα του θεατή και τα χρώματά του άλλαζαν.
Έπαιρναν την απόχρωση του πράσινου ή του γαλάζιου και εκείνη αποκρυπτογραφούσε το μήνυμά του. Έμενε χρόνια πολλά σιωπηλό στον λαιμό της, όταν ξαφνικά μετά την τυχαία συνάντησή μας έλαμψε και σκόρπισε μια ανταύγεια πράσινη το βράδυ στο δωμάτιό της.
Φυσικά δεν πίστεψα ούτε λέξη από τα λόγια της. Αποκαλύφθηκε όμως έτσι μια αλήθεια που μάντευα από καιρό. Εξακολούθησα να το φθονώ για την προνομιούχα του θέση και να τρέμω στη σκέψη ότι στο πέρασμα του χρόνου, αν αφήσουμε να παγώσει η αγάπη, κάποιο άλλο βράδυ εκείνη θα το δει να λάμπει σε μια νέα γνωριμία.
Δεν εμπιστευόμουν ποτέ τις πέτρες. Ούτε τις πολύτιμες, ούτε τις ημιπολύτιμες, ούτε τις ταπεινές.
Ούτε τους όρκους και προπαντός τη μυθοποίηση που είναι αναγκαία στην αρχή του έρωτα. Τότε έχεις το αίσθημα ότι ένας κήπος ανθοφορεί, ένας παράδεισος ανοίγεται για να σε δεχτεί.
Το τέλος έρχεται με πολλές μορφές. Κάποτε σαν μια πεταμένη προκήρυξη μιας επανάστασης που δεν έγινε ποτέ και τώρα τη βλέπουμε ξεχασμένη στην άκρη του δρόμου. Τότε πρέπει να αντισταθείς. Να κρατήσεις στη μνήμη ζωντανές τις ευτυχισμένες στιγμές που έζησες.
Τότε που για ελάχιστο χρόνο νίκησες τον θάνατο και άνοιξαν τα επουράνια. Να μην αφήσεις να ευτελιστούν τα όνειρα που έπλαθες, οι προσδοκίες που άνθιζαν. Να καταθέσεις στο ταμιευτήριο της ψυχής όσα έζησες και να αφήσεις ζωντανή μια μικρή χαραμάδα ελπίδας και προπαντός να μην πιστεύεις σε νεκραναστάσεις και μεταθέσεις ευθυνών.
Το αύριο έχει κάποτε ευχάριστες εκπλήξεις και το θείο δώρο της ζωής που απολαμβάνεις, μην αφήσεις να το σκοτώσει ο χρόνος. Απόλαυσε το σήμερα. Τη Δύση ακολουθεί μια νέα Ανατολή με χρώματα και ιριδισμούς.
Ο Ζαχαρίας Καραταράκης είναι φιλόλογος