Σε τηλεοπτικές εκπομπές, αλλά και στα δελτία ειδήσεων των ΜΜΕ, γίνεται πολλές φορές σύγκριση στην τιμή διαφόρων προϊόντων, η οποία υπάρχει στη χώρα μας, σε σχέση με άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως για παράδειγμα έγινε πρόσφατα με την τιμή του λίτρου του πετρελαίου θέρμανσης της χώρας μας, σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες και διαπιστώθηκε ότι η τιμή του στη χώρα μας δεν είναι από τις πολύ υψηλότερες.
Αυτό όμως που δεν αναφέρεται, ή επιμελώς αποκρύπτεται, είναι το ποσό του μηνιαίου μισθού του εργαζομένου στη χώρα μας με αυτό που είναι με άλλες χώρες, όπως η Δανία, το Λουξεμβούργο, η Ιρλανδία κ.τ.λ., στις οποίες είναι δύο, τρεις ή και τέσσερις φορές παραπάνω από τη χώρα μας, κάτι που σημαίνει ότι και η αγοραστική δύναμη των πολιτών τους είναι πολύ μεγαλύτερη.
Όταν για παράδειγμα ο μέσος μηνιαίος μισθός του εργαζόμενου στην χώρα μας είναι χίλια ευρώ και η τιμή ενός προϊόντος είναι ανά μονάδα δύο (2) ευρώ, ο Έλληνας εργαζόμενος μπορεί να αγοράσει πεντακόσια τεμάχια το μήνα (1.000 διά 2 = 500), ενώ σε μια άλλη χώρα που ο μηνιαίος μισθός του εργαζόμενου είναι τέσσερις χιλιάδες (4.000) ευρώ, ο εργαζόμενος με την ίδια τιμή του ίδιου προϊόντος αγοράζει δύο χιλιάδες τεμάχια (4.000 διά 2 = 2.000).
Ακόμη όμως και αν το ίδιο προϊόν έχει διπλάσια τιμή σε άλλη χώρα, δηλαδή τέσσερα ευρώ το τεμάχιο, μπορεί με τον μηνιαίο μισθό του να αγοράσει διπλάσια ποσότητα, δηλαδή χίλια τεμάχια, (4.000 διά 4 = 1.000), σε σχέση με αυτά που μπορεί να αγοράσει ο Έλληνας εργαζόμενος. Σημασία, λοιπόν, δεν έχει μόνο η τιμή ενός προϊόντος, αλλά και ο μισθός που παίρνει ο εργαζόμενος σε κάθε χώρα.
Όταν λοιπόν η σύγκριση γίνεται μόνο σε ό,τι αφορά την τιμή των αγαθών, αυτό είναι η μισή αλήθεια, ενώ η άλλη μισή αλήθεια είναι το εισόδημα του πολίτη και όπως λέει ο σοφός λαός μας, η μισή αλήθεια είναι χειρότερη από το ψέμα. Έτσι όμως δημιουργείται η ψευδής εντύπωση ότι ο Έλληνας εργαζόμενος βρίσκεται σε καλή οικονομική κατάσταση σε σχέση με τους πολίτες άλλων χωρών, ενώ στην πραγματικότητα συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο.
Όμως εδώ πρέπει να δώσουμε συγχαρητήρια στην Κυβέρνηση, η οποία καταφέρνει να πείθει τους Έλληνες πολίτες με το ισχυρό οπλοστάσιο που διαθέτει -την επικοινωνία από τα ΜΜΕ- ότι πρέπει να είναι ευχαριστημένοι, και ας μένουν άφραγκοι μετά τη δεύτερη εβδομάδα του μήνα.
Ο πολίτης, όμως, μπορεί να αντιμετωπίζει πολλά προβλήματα -άλλα με επιτυχία και άλλα όχι-, αυτό όμως που δεν μπορεί να αντιμετωπίσει είναι η πείνα, διότι το αδειανό στομάχι διαμαρτύρεται, και ιδιαίτερα όταν υπάρχουν στην οικογένεια πολλά άτομα, όπως παιδιά, γονείς κ.τ.λ. και το εισόδημα του τελειώνει στα μέσα του μήνα.
Οι διαμαρτυρίες λοιπόν που γίνονται τις τελευταίες μέρες σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες με πρωταγωνίστρια τη Γαλλία, την οποία ακολούθησαν και άλλες χώρες όπως η Ιταλία, το Βέλγιο, οι οποίες, ενώ το βιοτικό επίπεδο των πολιτών τους βρίσκεται σε πολύ καλύτερη οικονομική κατάσταση σε σχέση με αυτό της χώρας μας, απαιτούν από τις Κυβερνήσεις τους να επιλύσουν τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν, όπως είναι η μεγάλη ακρίβεια και το μεγάλο κόστος ζωής γενικότερα.
Διαμαρτυρίες, βέβαια, των πολιτών έχουν γίνει πολλές φορές και στη χώρα μας, όπως των αγροτών με το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, το οποίο δυστυχώς αποκάλυψε η Ευρωπαία γενική εισαγγελέας Λάουρα Κοβέσι, η οποία μάλιστα είπε ότι «ήρθε η ώρα να καθαρίσουμε αυτούς τους σταύλους του Αυγεία».
Το γεγονός αυτό, όμως, δεν είναι προς τιμή για τις Ελληνικές Ελεγκτικές Αρχές, οι οποίες δεν έκαναν τίποτα, αφού αν δεν υπήρχε η Ευρωπαία Εισαγγελέας, όλα θα μένανε στο σκοτάδι.
Οι διαμαρτυρίες όμως που έγιναν από τους αγρότες, τους κτηνοτρόφους, τους μελισσοκόμους, και πρόσφατα του επαγγελματίες ψαράδες, οι οποίοι για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα είχαν δέσει τα σκάφη τους και δεν πήγαιναν για ψάρεμα, όλες ήταν φωνή βοώντος εν τη ερήμω.
Φαίνεται, λοιπόν, ότι η τακτική που εφαρμόζει η Ελληνική Κυβέρνηση για την αντιμετώπιση των πάσης φύσεως διαμαρτυριών των πολιτών είναι ότι αφενός αφήνει τους πολίτες να διαμαρτύρονται και ότι κάποια στιγμή θα κουραστούν και θα σταματήσουν, και αφετέρου, αν δώσει σε κάποιους, θα κινητοποιηθούν και άλλοι εργαζόμενοι να απαιτούν και αυτοί την ικανοποίηση των δικών τους αιτημάτων, εφαρμόζοντας έτσι την τακτική να μην υποκύπτει στις πιέσεις και να μην δίδει σε κανένα τίποτα.
Το μόνο, λοιπόν, που δίνει απλόχερα είναι οι πολλές υποσχέσεις, οι οποίες όμως μένουν κατά κανόνα ανεκπλήρωτες και αν κάποιες ικανοποιηθούν, αυτό γίνεται, με την ανάδειξή τους από τα Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας, διαφορετικά μένουν κλειδωμένες στα συρτάρια.
Ο Ιωάννης Ξηρουχάκης είναι πρώην δ/ντής ΕΛ.ΤΑ.