1946 — 2026
το ΧΘΕΣ
80
Συναντά το ΑΥΡΙΟ
80 ΧΡΟΝΙΑ ΠΑΤΡΙΣ · Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ
ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΠΟΥ ΑΞΙΖΕΙ ΝΑ ΔΕΙΣ →

Κάπως διαφορετικές τούτες οι μέρες. Έχουν κάτι ξεχωριστό μέσα τους. Ημέρες αγώνων, θυσιών, ημέρες νίκης. Αφήνω τη σκέψη μου να ταξιδέψει αρκετά χρόνια πίσω. Τη νιώθω να πλησιάζει, χωρίς να αγγίξει καν το χρονικό εκείνων των ημερών. Έχω ακούσει και διαβάσει αρκετά από βιβλία, εφημερίδες, μαρτυρίες και ιστορίες από τον μακαρίτη τον παππού μου, που πολέμησε και τράβηξε πολλά στα αφιλόξενα και χιονισμένα βουνά της Αλβανίας, υπερασπιζόμενος την αξιοπρέπεια και τη λευτεριά μαζί με τόσους άλλους.

Δεν υπήρχαν μεμψιμοιρίες, ούτε κατήφεια, υπήρχε ελπίδα και αισιοδοξία. «Θα πολεμήσουμε και θα μεγαλουργήσουμε» ήταν τα λόγια των φαντάρων μας, οι οποίοι «λυγίζουν» τη στιγμή του αποχαιρετισμού, σε κάποιον σιδηροδρομικό σταθμό. Μια εικόνα αρκετά γνώριμη, με τους υπαίθριους πλανόδιους πωλητές να πουλάνε τις πραμάτειες τους, που δεν είναι τίποτα άλλο από φυλαχτά και μικρά σταυρουλάκια.

«Πάρτε φυλαχτά, πάρτε τη Μεγαλόχαρη να σας φυλάει…». Δίπλα μια μάνα «πνίγεται στ’ αναφιλητά», αποχαιρετώντας τον μονάκριβο γιόκα της με σπαρακτική επίκληση «στο καλό, γιόκα μου, στο καλό… και να σκεπάζεσαι τη νύχτα, μη μου κρυώσεις…». Το τελευταίο σφύριγμα της αμαξοστοιχίας βρίσκει εκατοντάδες τρεμάμενα χέρια γονιών, παππούδων, γιαγιάδων και αδελφών να τους κατευοδώνουν.

Είναι μοναδικές αυτές οι στιγμές του αποχαιρετισμού, στιγμές που κάνουν τους φαντάρους μας να σπάσουν. Δάκρυα, ευχές και ξανά δάκρυα, δάκρυα. Στο καλό η Παναγιά μαζί σας!

Μαζί μ’ αυτές τις ευχές έχουμε και την ευχή της μεγάλης τραγουδίστριας της Νίκης, της Σοφίας Βέμπο. Αξίζει σήμερα να κάνουμε κάποια εκτενή αναφορά για το πρόσωπό της, για την προσφορά της, για την ίδια μας την Ελλάδα, αφού το όνομα της Βέμπο ταυτίστηκε με την Ελλάδα!

Ποιος θα ξεχάσει τους στίχους «Με της Νίκης τα κλαδιά, να γυρίσετε παιδιά». Τι περισσότερο απ’ αυτό θα μπορούσε να ευχηθεί η τραγουδίστρια της Νίκης στους φαντάρους μας;

Η Σοφία Βέμπο γεννήθηκε στην Καλλίπολη της Ανατολικής Θράκης.

Απ’ εκεί οι γονείς της μεταναστεύουν στην Κωνσταντινούπολη, αναζητώντας καλύτερη τύχη. Στη συνέχεια φεύγουν για τον Βόλο, όπου η Σοφία περνάει τα παιδικά της χρόνια και φυσικά τελειώνει και το Γυμνάσιο. Εκεί θα γνωρίσει και τον πρώτο της μεγάλο έρωτα, τον Αλέκο, γιο ενός φαρμακοποιού και γόνο πλούσιας οικογένειας. Η ωριμότητα έρχεται πρόωρα, αφού η υγεία του πατέρα της δεν πήγαινε καλά.

Η φτώχεια σύντομα τής κτύπησε την πόρτα. Θέλει να δουλέψει και ζητάει δουλειά στα τότε μεγάλα εμπορικά καταστήματα του Βόλου. Έπρεπε πάση θυσία να εργαστεί γιατί μόνο έτσι θα βοηθούσε την οικογένειά της.

Όμορφη και ελκυστική η Σοφία καθώς ήταν, με τα ρομαντικά ανατολίτικα μάτια της, φυσικό ήταν να συγκινεί τους νέους του Βόλου. Ο Αλέκος την υπεραγαπούσε, αλλά οι γονείς του δεν ήθελαν ν’ ακούσουν κουβέντα για αυτόν τον δεσμό. Επόμενο ήταν να τους χωρίσουν, γεμίζοντας την καρδιά της Σοφίας με απογοήτευση αλλά και πείσμα.

Ένα μεσημέρι, καθώς περιπλανιόταν στους δρόμους του Βόλου προς αναζήτηση εργασίας, κρατώντας ένα σταφιδόψωμο στο χέρι της, μήπως και ξεγελάσει την πείνα της, την πλησιάζει κάποια τσιγγάνα για να της πει τη μοίρα της…

Πράγματι η Τουρκογύφτισσα, με την πρώτη ματιά που έριξε στην παλάμη της, έδειξε να ενθουσιάζεται και εξήγησε στη Βέμπο πως θα έχει μεγάλη τύχη, καλό ριζικό και ότι οι δρόμοι της θα ήταν «σπαρμένοι» με λεφτά και δόξα.

Στη συνέχεια ταξιδεύει στη Θεσσαλονίκη για να βρει κάποια δουλειά. Δειλά-δειλά παίζει κιθάρα και τραγουδάει για τους φίλους της. Αρχίζουν διάφοροι να της κάνουν τις πρώτες προτάσεις για να εργαστεί στο θέατρο ή στο τραγούδι. Φεύγει για την Αθήνα και κάνει την πρώτη εμφάνισή της στο θέατρο «Κεντρικόν».

Γραμμοφωνεί τον πρώτο της δίσκο με τίτλο «θα γυρίσει ξανά» του Γιάννη Σπάρτακου, μια μεγάλη δισκογραφική επιτυχία του 1935.

Με τη Σοφία Βέμπο ξεκίνησε η βιομηχανία δίσκου στην Ελλάδα.

Τον Σεπτέμβριο του 1936 εμφανίζεται με τρίμηνο συμβόλαιο στο «Γκραν Τριανόν» της Αλεξάνδρειας. Ο ελληνισμός της Αλεξάνδρειας την υποδέχτηκε με ενθουσιασμό.

Ο ερχομός του 1940 βρίσκει τον Έλληνα μουδιασμένο. Οι πόθοι ολονών είναι να επικρατήσει η ειρήνη. Τα γκρίζα σύννεφα του πολέμου φαίνονται να απλώνονται για τα καλά. Ωστόσο, τα τραγούδια «Άσε τον παλιόκοσμο να λέει» του Σουγιούλ, το «Τανγκό-μπολέρο» και τα «Κοντά σου» χαλούν κόσμο. Τότε επίσης η Σοφία τραγουδάει και το γνωστό σ’ όλους μας τραγούδι «Στη Λαρ’ σα βγαιν’ ο Αυγερινός, στ’ν Ανακασά η πούλια».

Εμείς οι Θεσσαλοί συνηθίζουμε να κόβουμε τις λέξεις, σε σημείο που μια πολυσύλλαβη να την κάνουμε μονοσύλλαβη. Έχουμε κι αυτό το χάρισμα! Και πόσα άλλα ακόμα υπάρχουν και μπορούν να γραφτούν για τη μεγάλη Σοφία Βέμπο. Με την κήρυξη του πολέμου, το πάθος και η προσφορά της μεγαλώνουν. Μαζί της όλη η Ελλάδα τραγουδά το «Κορόϊδο Μουσολίνι», «Βάζει ο Ντούτσε τη στολή του», «Παιδιά της Ελλάδας παιδιά» και άλλα τραγούδια.

Όλοι οι τραγουδιστές της εποχής εκείνης τραγούδησαν σατυρικά και πατριωτικά τραγούδια. Τα παθητικά τανγκό και οι ρούμπες είχαν παραδοθεί με στίχους που γελοιοποιούσαν τον Μουσολίνι και τον περιβόητο στρατό του.

Η δύναμη της ερμηνείας της Βέμπο και το μεγάλο υποκριτικό της ταλέντο την έκαναν να ξεχωρίζει. Ο σταθμό του BBC μετέδιδε συνεχώς τους δίσκους της. Η Σοφία ζούσε τις συγκλονιστικότερες μέρες της ζωής της.

Ένας λαός ολόκληρος κρεμόταν από τα χείλη της! Η φωνή της τότε, πότε επική, πότε ερωτική, με εκείνα τα αξέχαστα ερωτικά τανγκό, πότε αιχμηρή σαν ξιφολόγχη, πότε γεμάτη καγχασμό και ειρωνία, άναβε φλόγες στις καρδιές και τις γέμιζε με ελπίδα για τη νίκη.