Ο χώρος «εκπέμπει» ιερότητα, αποτελεί μνημείο ιστορίας και όχι απλώς τον τάφο ενός πολιτικού. Οι Τάφοι των Βενιζέλων, που είναι από τα σημαντικότερα τοπόσημα των Χανίων, έχουν αγκαλιάσει τα σώματα μιας οικογένειας που στάθηκε στο πλευρό της Ελλάδας και μέχρι σήμερα αποδίδονται τιμές, ειδικά στον Ελευθέριο Βενιζέλο, τον εθνάρχη, που ένωσε την Ελλάδα, την οραματίστηκε μεγάλη, και όταν χρειάστηκε να την εκπροσωπήσει στη Λωζάνη μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή που επήλθε από τους κακούς χειρισμούς των αντιπάλων του, που κέρδισαν τις εκλογές του 1920 για να σταματήσουν τον πόλεμο, όμως οδήγησαν σε ανθρωπιστικό δράμα την Ιωνία, που κατοικούνταν από Έλληνες για χιλιάδες χρόνια.
Ο τάφος του έγινε ακριβώς στο σημείο που είχε στηθεί το επαναστατικό στρατόπεδο του 1897 στο Ακρωτήρι.
Πίσω από τον εμβληματικό πολιτικό με το λευκό σκούφο και τα χαρακτηριστικά γυαλιά κρυβόταν μια προσωπικότητα πληθωρική, μαγνητική και γεμάτη αντιθέσεις.
Ο Ελευθέριος Βενιζέλος δεν διέθετε απλώς πολιτικό ένστικτο· είχε μια ιδιοσυγκρασία που γοήτευε τους συμμάχους του και τρομοκρατούσε τους αντιπάλους του, ενώ για την εποχή ήταν ο μόνος πολιτικός που μπορούσε να συνδιαλέγεται με τις Μεγάλες Δυνάμεις και ήταν αποδεκτός και ίσος συνομιλητής έναντι των ομολόγων του στη Βρετανία και τη Γαλλία.
Όταν ο Βενιζέλος έχασε τις εκλογές του 1920 από τον ίδιο εκλογικό νόμο τον οποίο είχε θεσπίσει, οι Γάλλοι και οι Βρετανοί ήδη από τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους είχαν δηλώσει μέσω διακοινώσεών τους ότι παύουν την παροχή στρατιωτικής βοήθειας στο μέτωπο της Μικράς Ασίας, καθώς έβλεπαν ότι η νέα Κυβέρνηση ενέπλεκε το παλάτι, τον μεγάλο αντίπαλο του Βενιζέλου στις υποθέσεις εξωτερικής πολιτικής.
Η απόφασή του να συγκρουστεί με το «Παλάτι», να δημιουργήσει το κράτος της Θεσσαλονίκης μέσα στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ή να στείλει τον ελληνικό στρατό στη Μικρά Ασία, δείχνουν έναν άνθρωπο με τεράστια αυτοπεποίθηση. Πίστευε ακράδαντα ότι η ιστορία δημιουργείται από εκείνους που εκμεταλλεύονται την κατάλληλη ευκαιρία τη στιγμή που εμφανίζεται.
Αυτή η τόλμη του, ωστόσο, για τους επικριτές του μεταφραζόταν μερικές φορές ως αλαζονεία ή τυχοδιωκτισμός. Όμως, συνέβαινε το αντίθετο. Μπορούσε να «διαβάζει» το μέλλον των διεθνών εξελίξεων. Εκεί που οι άλλοι «έβλεπαν» τοπικές συγκρούσεις, ο Βενιζέλος «έβλεπε» τη μεγάλη γεωπολιτική εικόνα.
Κατάλαβε νωρίς ότι η Οθωμανική Αυτοκρατορία κατέρρεε και ότι η Ελλάδα μπορούσε να κερδίσει εδάφη μόνο αν ευθυγραμμιζόταν με τις ναυτικές δυνάμεις της εποχής (τη Μεγάλη Βρετανία και τη Γαλλία).
Αυτή η ικανότητα να προβλέπει τις νικηφόρες συμμαχίες ήταν που διπλασίασε την Ελλάδα και θα τη μετέτρεπε στην «Ελλάδα των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών», όταν εισήλθε στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, κατά το τελείωμά του, με το κάλεσμα των Γάλλων να ελέγξει τη Σμύρνη ύστερα από τη στάση των Ιταλών που έδειχναν να μετατοπίζονται στρατιωτικά και πολιτικά.
Δεν είναι τυχαίο ότι κατά την απόβαση του Ελληνικού Στρατού που πήγε ως εγγυητής στη Σμύρνη, συνέβησαν έκτροπα που οι ίδιοι οι Ιταλοί προκάλεσαν και τότε ο ύπατος αρμοστής, Αριστείδης Στεργιάδης, στενός συνεργάτης του Βενιζέλου από το Ηράκλειο στο κίνημα στο Γουδί, τιμώρησε τους Έλληνες που ενεπλάκησαν για να φανεί ότι ο Στρατός δεν πήγε ως κατακτητής. Εξάλλου, ήταν μπροστά το δημοψήφισμα που θα γινόταν στη Σμύρνη για να αποφασιστεί το μέλλον της. Και η ύπαρξη του ελληνικού πληθυσμού εγγυόταν ότι θα κέρδιζε τη Σμύρνη η Ελλάδα.
Η απόφαση του Ελευθέριου Βενιζέλου να στείλει στρατό στη Μικρά Ασία είχε πρωτίστως ανθρωπιστικό χαρακτήρα, συνήθιζε να λέει ο πρόεδρος του Ιδρύματος Ελευθέριος Βενιζέλος στα Χανιά, δεινός βενιζελικός, Νίκος Παπαδάκης, που προσφάτως έφυγε από τη ζωή.
Στόχος ήταν η διάσωση, η προστασία και η σωτηρία των περίπου δύο εκατομμυρίων αυτόχθονων Ελλήνων της περιοχής, των οποίων η ζωή, η περιουσία και ο πολιτισμός διέτρεχαν άμεσο κίνδυνο. Εξάλλου, τα μεγέθη ήταν τέτοια που δεν χώραγαν αμφισβήτηση. Το ελληνικό στοιχείο της Θεσσαλονίκης το 1912, αν και πληθυσμιακά τρίτο στην περιοχή, κατόρθωσε να την απελευθερώσει.
Το ίδιο θα συνέβαινε και στη Σμύρνη, που οι Έλληνες αποτελούσαν τη συντριπτική πλειοψηφία. Εξάλλου, υπήρχε βιωμένη εμπειρία για τον Βενιζέλο από τους νικηφόρους Βαλκανικούς Πολέμους το 1912 – 1913. Ταυτόχρονα, το 1919 ήταν έτος κατά το οποίο η Ελλάδα, μπαίνοντας στην τελική φάση του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, πήγαινε ως εγγυήτρια δύναμη στη Μικρά Ασία και όχι ως κατακτητής.
Ωστόσο, από το 1914, είχαν ξεκινήσει οι εθνικιστές Τούρκοι σφαγές και πογκρόμ Ελλήνων, Αρμενίων, Ποντίων και άλλων, επιχειρώντας εκκαθάριση. Η ελληνική εκστρατεία στη Σμύρνη ήταν η αρχή ενός σχεδίου που θα πολλαπλασίαζε τα εδάφη της Ελλάδα, όχι μόνο με στρατιωτική επιβολή, αλλά και με την παιδεία, τη γνώση, τις τέχνες και τα Γράμματα.
Εξάλλου, στις προθέσεις του Ελευθερίου Βενιζέλου δεν ήταν να αφομοιωθεί και να εξαλειφθεί κάθε άλλο φυλετικό και πολιτισμικό στοιχείο από την αρχαία Ιωνία, αλλά να δημιουργήσει κοινή ταυτότητα. Η συγκολλητική ουσία των κατοίκων μιας πολυπολιτισμικής περιοχής, κοσμοπολίτικης όπως έμεινε στην ιστορία, θα ήταν ένα πανεπιστήμιο.
ΤΟ ΕΓΧΕΙΡΗΜΑ ΤΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΤΗΣ ΣΜΥΡΝΗΣ
“Ex oriente lux”, η συγκολλητική ουσία αλλόθρησκων
Το Πανεπιστήμιο της Σμύρνης θα εγκαινιαζόταν τον Οκτώβριο του 1922, δηλαδή τον επόμενο μήνα από το Ολοκαύτωμα της Σμύρνης. Όμως, δεν πρόλαβε. Το 1920, με ΦΕΚ του ελληνικού κράτους, ίδρυσε το Πανεπιστήμιο της Σμύρνης (επίσημα: Ιωνικό Πανεπιστήμιο), ίδια χρονιά που υπογράφεται η Συνθήκη των Σεβρών και χάνει και τις εκλογές ο Βενιζέλος.
Το πανεπιστήμιο σχεδιάστηκε για να είναι απολύτως κοσμικό και ανοιχτό σε όλες τις εθνότητες της περιοχής (Έλληνες, Τούρκους, Αρμένιους, Εβραίους), με υπερσύγχρονα εργαστήρια και βιβλιοθήκη.
Έξω από το Πανεπιστήμιο θα αναγραφόταν στα λατινικά η φράση “ex oriente lux”, δηλαδή «Φως εξ Ανατολών». Για την οργάνωσή του, κάλεσε τον κορυφαίο μαθηματικό, Κωνσταντίνο Καραθεοδωρή, μια σπουδαία προσωπικότητα και μαθηματική διάνοια που είχε αλληλογραφία με τον Αϊνστάιν.
Αν και το κτήριο ολοκληρώθηκε και εξοπλίστηκε πλήρως, το πανεπιστήμιο δεν πρόλαβε να λειτουργήσει ποτέ λόγω της κατάρρευσης του μετώπου τον Αύγουστο του 1922. Ο Καραθεοδωρή κατάφερε την τελευταία στιγμή, μέσα στις φλόγες της καταστροφής, να σώσει μέρος του πολύτιμου εργαστηριακού εξοπλισμού και των βιβλίων, μεταφέροντάς τα στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.
Σε υπόμνημα του Καραθεοδωρή βασίστηκε ο νόμος 2251/14-7-1920 περί ιδρύσεως και λειτουργίας ελληνικού πανεπιστημίου εν Σμύρνη (ΦΕΚ, τευχ. Α’ ΙΙ), που ψηφίστηκε τον Αύγουστο του 1920. Ο διορισμός του Καραθεοδωρή υπογράφτηκε στις 28 Οκτωβρίου/10 Νοεμβρίου 1920 με αναδρομική ισχύ από τις 15/28 Ιουλίου 1920, ενώ το ιδρυτικό διάταγμα εκδόθηκε από την Ύπατη Αρμοστεία την 1η Δεκεμβρίου 1920.
Ετοιμάστηκε το κτήριο στον λόφο Μπαχρή Μπαμπά στη Σμύρνη που στοίχισε 110.000 τουρκικές λίρες και το κλειδί του Πανεπιστημίου αποδόθηκε μετά την καταστροφή στον Πλαστήρα συμβολικά.
Ο Χανιώτης δικηγόρος που έγινε επαναστάτης και μετά… εθνάρχης!
Η σχέση του Ελευθέριου Βενιζέλου με την Κρήτη δεν ήταν απλώς μια σχέση εντοπιότητας· ήταν μια σχέση οργανική, βαθιά συναισθηματική και καθοριστική τόσο για τον ίδιο όσο και για το νησί.
Γεννημένος στις Μουρνιές Χανίων το 1864, ο Βενιζέλος σπούδασε Νομική στην Αθήνα, αλλά επέστρεψε αμέσως στην πατρίδα του. Γρήγορα ξεχώρισε ως μαχητικός δικηγόρος και εκδότης της εφημερίδας «Λευκά Όρη».
Η πρώτη του μεγάλη ιστορική εμφάνιση έγινε στην Επανάσταση του 1897 στο Ακρωτήρι. Εκεί, ως αρχηγός της επαναστατικής παράταξης, έδειξε για πρώτη φορά την τόλμη του να μην υποσταλεί η ελληνική σημαία και την πολιτική του ψυχραιμία, χρησιμοποιώντας τη διπλωματία για να κερδίσει η Κρήτη την αυτονομία της.
Με την ανακήρυξη της αυτόνομης Κρητικής Πολιτείας, ο Βενιζέλος ανέλαβε σύμβουλος Δικαιοσύνης (υπουργός) υπό τον ύπατο αρμοστή, πρίγκιπα Γεώργιο. Ο Βενιζέλος ζητούσε συνταγματικές ελευθερίες, δημιουργία εγχώριου στρατού (Κρητική Χωροφυλακή) και σταδιακή, μεθοδική διπλωματική προσέγγιση για την ένωση.
Υπήρξε ρήξη με τον πρίγκιπα που οδήγησε στην Επανάσταση στο Θέρισο (1905). Ο Βενιζέλος ανέβηκε στο βουνό, ανάγκασε τον πρίγκιπα σε παραίτηση και πέτυχε την αντικατάστασή του, αποδεικνύοντας ότι η Κρήτη δεν μπορούσε πλέον να κυβερνηθεί ερήμην του.
Το 1909, η Ελλάδα βρισκόταν σε τέλμα. Μια ομάδα αξιωματικών ξεσηκώθηκε στο Γουδί, ζητώντας αλλαγή. Μπροστά στο πολιτικό αδιέξοδο, κάλεσαν από την Κρήτη έναν χαρισματικό δικηγόρο: τον Ελευθέριο Βενιζέλο.
Ο Βενιζέλος δεν ήρθε ως επαναστάτης, αλλά ως αναμορφωτής. Κέρδισε την εμπιστοσύνη του λαού, εκσυγχρόνισε το κράτος και οργάνωσε τον στρατό, οδηγώντας τη χώρα στον θρίαμβο των Βαλκανικών Πολέμων. Η Ελλάδα διπλασιάστηκε, και ο Βενιζέλος, με τον διάδοχο Κωνσταντίνο, έγιναν οι ήρωες του έθνους.
Όταν όμως ξέσπασε ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, η δόξα μετατράπηκε σε τραγωδία. Ο Βενιζέλος ήθελε την Ελλάδα στο πλευρό των Συμμάχων για να απελευθερώσει κι άλλα εδάφη. Ο Κωνσταντίνος, πλέον βασιλιάς με γερμανικές συμπάθειες, επέμενε στην ουδετερότητα.
Η διαφωνία τους έγινε προσωπική και ιδεολογική σύγκρουση, χωρίζοντας τη χώρα στα δύο: στον «Εθνικό Διχασμό». Το 1916, η Ελλάδα «κόπηκε» κυριολεκτικά στη μέση, με δύο αντίπαλες Κυβερνήσεις, σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη. Ακολούθησαν διώξεις, μίση και το περιβόητο «ανάθεμα» κατά του Βενιζέλου.
Η Αντάντ, τελικά, εξόρισε τον βασιλιά και ο Βενιζέλος ένωσε τη χώρα με τη βία των όπλων, μπαίνοντας στον πόλεμο. Όμως, το «γυαλί» είχε ραγίσει. Οι βαθιές πληγές αυτού του διχασμού δεν έκλεισαν ποτέ, προετοιμάζοντας το έδαφος για τη Μικρασιατική Καταστροφή.
Όταν ο Βενιζέλος ανέλαβε την Πρωθυπουργία της Ελλάδας το 1910, αρνήθηκε αρχικά να δεχτεί τους Κρήτες βουλευτές στο ελληνικό κοινοβούλιο για να μην προκαλέσει πόλεμο με την Οθωμανική Αυτοκρατορία πριν η Ελλάδα είναι στρατιωτικά έτοιμη. Αυτό του κόστισε προσωρινά σε δημοτικότητα στο νησί, αλλά έδειξε τη στρατηγική του ωριμότητα.
Η δικαίωση ήρθε με τους Βαλκανικούς Πολέμους. Την 1η Δεκεμβρίου 1913, ο Βενιζέλος, ως πρωθυπουργός της Ελλάδας πλέον, ύψωσε την ελληνική σημαία στο φρούριο Φιρκά στα Χανιά, παρουσία του βασιλιά Κωνσταντίνου και του γηραιού αγωνιστή Χατζημιχάλη Γιάνναρη. Το όνειρο γενεών για την Ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα είχε γίνει πραγματικότητα.
Η Κρήτη ήταν για τον Βενιζέλο το απόλυτο πολιτικό του ορμητήριο. Όταν το 1916 η Αθήνα τον εχθρευόταν κατά τον «Εθνικό Διχασμό», η Κρήτη τον στήριξε καθολικά στο Κίνημα της Εθνικής Αμύνης.
Αλλά και αργότερα, στις μεγάλες πολιτικές του αποτυχίες ή μετά από τις δολοφονικές απόπειρες εναντίον του, η επιστροφή στα Χανιά, στο πατρικό του σπίτι στη Χαλέπα, ήταν η πηγή από την οποία αντλούσε ξανά δυνάμεις.
Η Κρήτη τον λάτρεψε με έναν σχεδόν θρησκευτικό φανατισμό (οι «βενιζελικοί» της Κρήτης αποτελούσαν μια συμπαγή πολιτική δύναμη για δεκαετίες), ενώ και ο ίδιος δεν ξέχασε ποτέ την κρητική του ταυτότητα, διατηρώντας πάντα την ντοπιολαλιά, τις συνήθειες και το χαρακτηριστικό κρητικό σαρίκι στις ιδιωτικές του στιγμές.
Όταν πέθανε, εξόριστος στο Παρίσι, τον Μάρτιο του 1936, η σορός του δεν πέρασε καν από την Αθήνα υπό τον φόβο ταραχών. Μεταφέρθηκε με πολεμικό πλοίο απευθείας στα Χανιά.
Τάφηκε εκεί που ο ίδιος είχε ζητήσει, στο επαναστατικό στρατόπεδο του 1897. Εκεί βρίσκονται σήμερα οι Τάφοι των Βενιζέλων στο Ακρωτήρι. Από εκεί ψηλά, δίπλα στον γιο του Σοφοκλή, ο Βενιζέλος «βλέπει» αιώνια την πόλη των Χανίων, τον κόλπο της Σούδας και το Κρητικό Πέλαγος, σφραγίζοντας για πάντα μια σχέση που πέρασε στην ιστορία και τον μύθο.
Νίκος Παπαδάκης (Παπάδης)
Ο άνθρωπος που ήθελε να δικαιώσει τον Βενιζέλο για τον «Εθνικό Διχασμό»
Για τον αείμνηστο Νίκο Παπαδάκη, η ενασχόληση με τον Ελευθέριο Βενιζέλο δεν ήταν απλώς μια επαγγελματική ή διοικητική υποχρέωση ως πρόεδρος και διευθυντής του Εθνικού Ιδρύματος «Ελευθέριος Κ. Βενιζέλος» στα Χανιά· ήταν ένα βαθύ, διαχρονικό έργο ζωής και μια προσωπική ανάγκη να αναδειχθεί η αλήθεια για τον άνθρωπο που καθόρισε τη μοίρα της σύγχρονης Ελλάδας.
Ο Νίκος Παπαδάκης τόνιζε πάντα ότι ο Βενιζέλος δεν ήταν ένας κοινός πολιτικός της σειράς, αλλά ένας ηγέτης παγκόσμιας εμβέλειας με απίστευτη διπλωματική οξύνοια. Θαύμαζε τον τρόπο με τον οποίο ο Βενιζέλος μπορούσε να «διαβάζει» τις διεθνείς ισορροπίες, να δημιουργεί ισχυρές συμμαχίες και να παίρνει τεράστια ρίσκα που, παρά το κόστος τους, τελικά διπλασίασαν την Ελλάδα.
Ο Παπαδάκης γοητευόταν από το γεγονός ότι ο Βενιζέλος ήθελε να φέρει το «φως» της εκπαίδευσης και της ευρωπαϊκής νεωτερικότητας στην Ελλάδα και την Ανατολή, επιδιώκοντας την ειρηνική συνύπαρξη των λαών.
Ένας από τους μεγαλύτερους οδηγούς στη ζωή του Νίκου Παπαδάκη ήταν να καθαρίσει το όνομα του Βενιζέλου από τις λάσπες και τα πάθη του «Εθνικού Διχασμού». Ήθελε να παρουσιάσει τον Βενιζέλο βασισμένος σε ντοκουμέντα και ιστορικά στοιχεία, φωτίζοντας τόσο το μεγαλείο του όσο και τις ανθρώπινες πτυχές του, ώστε να γίνει κατανοητός από τις νεότερες γενιές χωρίς τις παρωπίδες του παρελθόντος.
Ουσιαστικά, ο Νίκος Παπαδάκης «αγαπούσε» τον Βενιζέλο, γιατί έβλεπε στο πρόσωπό του το σύμβολο μιας Ελλάδας που τολμά, εκσυγχρονίζεται, κοιτάζει μπροστά και καταφέρνει το ακατόρθωτο.
