Δεν αρχίσαμε τα κινέζικα, αλλά σας μεταφέρουμε λέξεις στον τίτλο που είναι γραμμένος στα κινεζικά στο βιβλίο που ανταλλάχθηκε ως δώρο μεταξύ του περιφερειάρχη Κρήτης και του Κινέζου πρέσβη. Και η λέξη αυτή -δηλαδή τα ιδεογράμματα αυτά των Κινέζων- συνθέτουν τη λέξη ελαιόλαδο στα ελληνικά. Ωστόσο, μπορεί να μην καταλαβαίνουμε τίποτα από τα ιδεογράμματα της Κίνας, όμως -όπως λένε και οι Κινέζοι- μια εικόνα χίλιες λέξεις, κι αν δείτε προσεκτικά το εξώφυλλο καταλαβαίνετε ότι το βιβλίο μιλάει για το λάδι. Και δεν είναι και ένα οποιοδήποτε βιβλίο. Είναι το βιβλίο για το ελαιόλαδο του Νίκου και της Μαρίας Ψιλάκη, που προάγει την αξία αυτού του «χρυσού» προϊόντος σε πολλές χώρες όπου κυκλοφορεί σε μετάφραση.
Με αφορμή το βιβλίο του αείμνηστου Νίκου Ψιλάκη για το ελαιόλαδο, οι Κινέζοι αποθέωσαν το «τοτέμ» των κρητικών προϊόντων, στην τέχνη της παραγωγής του οποίου μυήθηκαν όταν ήρθαν φιλοξενούμενοι του Στέλιου Ματζαπετάκη για πρώτη φορά όταν εκείνος ήταν βουλευτής. Και πράγματι ο λαός της σοφίας αναγνωρίζει την αξία του ελαιολάδου, ωστόσο ας δούμε πώς μεταφράζεται αυτός ο θαυμασμός με αριθμούς ως προς το ελληνικό ελαιόλαδο.
Σήμερα η παραγωγή ελαιολάδου στην Κίνα καταγράφεται κυρίως σε μία επαρχία της. Φτάνει ως τους 6.000 τόνους ετησίως στην Κίνα, ενώ οι ανάγκες της κινεζικής αγοράς φτάνουν τους 60.000 τόνους. Οι εισαγωγές που γίνονται προέρχονται από Ισπανία, Ιταλία, Τυνησία, Μαρόκο και λίγο Ελλάδα. Δηλαδή για να καλυφθούν οι ανάγκες της Κίνας σε ελαιόλαδο, περίπου εισάγονται 55.000 τόνοι, εκ των οποίων το 80% προέρχεται από την Ισπανία. Το 10% από την Ιταλία και το υπόλοιπο 10% από γύρω-γύρω, και φυσικά την Ελλάδα η οποία δεν εξάγει προς την Κίνα πάνω από 1.000 τόνους ετησίως.
Ωστόσο ο λαός της σοφίας -οι Κινέζοι δηλαδή- έχει αντιληφθεί πλήρως ότι το ελαιόλαδο αποτελεί «πεμπτουσία» τροφής, και φυσικά το ντόπιο κινέζικο λάδι φτάνει στο ράφι ως και τα 23 ευρώ. Προφανώς το λάδι είναι ο «Δούρειος Ίππος» για τους Κινέζους, που μάλλον στην Ελλάδα βλέπουν περισσότερο επιχειρηματικά την αγορά για τα κινέζικα προϊόντα και φυσικά τον τουρισμό.
Και το βιβλίο προς τον Αρναουτάκη με το ελαιόλαδο είναι μια τιμής ένεκεν προς την Κρήτη και την Ελλάδα που παράγει 300.000 τόνους ελαιόλαδο, καταναλίσκει στο εσωτερικό τούς 100.000 τόνους και οι υπόλοιποι 200.000 μένουν επί της ουσίας αναξιοποίητοι είτε σε πιθάρια και αποθήκες, είτε εξάγονται χύδην χωρίς μεγάλο κέρδος για καλλιεργητές και παραγωγούς.
Για παράδειγμα, από μια αναζήτηση στο Διαδίκτυο μαθαίνουμε ότι οι Κινέζοι με τη διμερή συμφωνία δεν μπορούν να εξάγουν ελαιόλαδο προς την Ελλάδα, αλλά εισάγουν μόνο τον αφρό: δηλαδή έξτρα παρθένο και τυποποιημένο. Συνεπώς οι τόνοι ελαιολάδου από την Ελλάδα φεύγουν προς τους πανέξυπνους Ιταλούς, ίσως και Ισπανούς, ακόμη και με κάποιο τρόπο προς την Τυνησία, όπου αναμειγνύονται με άλλα λάδια για να δώσουν όμως το δικαίωμα της αναγραφής του έξτρα παρθένου στη συσκευασία.
Η κινεζική αγορά είναι πολύ μικρή ως προς την κατανάλωση του ελαιολάδου. Σκεφτείτε ότι οι ετήσιες ποσότητες των 60.000 τόνων αντιστοιχούν σε κατανάλωση 36 γραμμαρίων ανά Κινέζο, ενώ ο μέσος Έλληνας θέλει περίπου 12 λίτρα τον χρόνο. Άρα, οι επιχειρηματικές επαφές ολίγον είχαν να κάνουν με το ελαιόλαδο, αλλά με πιο κερδοφόρα assets (κεφάλαια).
Οι επιχειρηματικές επαφές που επιζητούν οι Κινέζοι αφορούν προφανώς σε άλλους κλάδους πιο κερδοφόρους, όπως οι μεταφορές, ο τουρισμός, το αεροδρόμιο και άλλα που μπορεί κάποιος να φανταστεί.
Συνεπώς, μην περιμένετε ότι θα αλλάξει ξαφνικά η θέση του κρητικού ελαιολάδου ή η τιμή που θα «κοπεί» φέτος ανά κιλό… Οι δισεκατομμύρια Κινέζοι καταναλώνουν μόλις 36 γραμμάρια τον χρόνο, δηλαδή όσο μισό φλιτζανάκι του καφέ!
Σημείωση: Η κινεζική λέξη 橄榄油 προφέρεται Gǎnlǎnyóu και σημαίνει ελαιόλαδο!