1946 — 2026
το ΧΘΕΣ
80
Συναντά το ΑΥΡΙΟ
80 ΧΡΟΝΙΑ ΠΑΤΡΙΣ · Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ
ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΠΟΥ ΑΞΙΖΕΙ ΝΑ ΔΕΙΣ →

Παρά τις συνεχείς διακηρύξεις για τη δημιουργία ενός νέου αναπτυξιακού μοντέλου που οδηγεί την Ελλάδα μπροστά, μελέτες δείχνουν ότι η χώρα ακολουθεί ένα μοντέλο παρατεταμένης στασιμότητας.

Στηρίζεται όλο και περισσότερο σε τομείς χαμηλής παραγωγικότητας που προσφέρουν απασχόληση, αλλά δεν εξασφαλίζουν αντίστοιχη αύξηση της οικονομικής αποδοτικότητας και των εισοδημάτων.

Σύμφωνα με μελέτη του Ελληνικού Παρατηρητηρίου του London School of Economics, την οποία συνυπογράφουν οι Μιχάλης Νικηφόρος, Βλάσης Μίσσος, Χρήστος Πέρρος και Νικόλαος Ροδουσάκης, η ελληνική οικονομία μετά την περίοδο των μνημονίων παραμένει «εγκλωβισμένη» τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια σε ένα αναπτυξιακό μοντέλο με σαθρά θεμέλια, το οποίο χαρακτηρίζεται ως «οικονομία της καφετέριας».

Στο μοντέλο αυτό, οι δραστηριότητες που σχετίζονται με τη φιλοξενία, την εστίαση, τα ξενοδοχεία, τα μπαρ, τη διασκέδαση και τις βραχυχρόνιες μισθώσεις επεκτείνονται δυσαναλόγως σε σύγκριση με άλλους παραγωγικούς κλάδους.

Με βάση τα στοιχεία της έρευνας, η παραγωγικότητα της εργασίας μειώθηκε κατά 16% μεταξύ 2009 και 2024, παραμένοντας κάτω από τα προ κρίσης επίπεδα.

Η υποχώρηση των πραγματικών μισθών ήταν ακόμη μεγαλύτερη: συνολικά, η μείωση εκτιμάται μεταξύ 26% και 35%, ενώ στον τουριστικό τομέα έφτασε έως και το 60%.

Οι συγγραφείς αποδίδουν σημαντικό μέρος αυτής της εξέλιξης στη συρρίκνωση της συνολικής ζήτησης και στην πτώση των πραγματικών αποδοχών.

Εκτιμούν, παράλληλα, ότι η μετατόπιση της απασχόλησης προς τη φιλοξενία και την εστίαση ευθύνεται για περίπου το ένα τρίτο της συνολικής μείωσης της παραγωγικότητας της εργασίας. Την εικόνα επιβάρυνε η απώλεια εκατοντάδων χιλιάδων θέσεων εργασίας σε πιο παραγωγικούς κλάδους, όπως η μεταποίηση, αλλά και η ανεπαρκής δημιουργία θέσεων σε τομείς υψηλής τεχνολογίας και καινοτομίας.

Η μελέτη περιγράφει αυτή την εξέλιξη ως επιστροφή σε ένα «δυαδικό» οικονομικό μοντέλο, το οποίο χαρακτηρίζει συνήθως λιγότερο ανεπτυγμένες οικονομίες ή οικονομίες σε μετάβαση. Σε αυτό το μοντέλο, η ανάπτυξη στηρίζεται σε κλάδους χαμηλής παραγωγικότητας, οι οποίοι απορροφούν εργαζομένους προσφέροντας χαμηλές αποδοχές. Η «συμπίεση» των μισθών μειώνει το κόστος εργασίας, χωρίς όμως να δημιουργεί από μόνη της κίνητρα για τεχνολογική αναβάθμιση, επενδύσεις και καινοτομία.

Σύμφωνα με τους μελετητές, η υπερβολική εξάρτηση από τον τουρισμό δημιουργεί σημαντικές διαρθρωτικές αδυναμίες. Η ανεξέλεγκτη τουριστική ανάπτυξη επιβαρύνει το περιβάλλον και τον πολιτιστικό χαρακτήρα των περιοχών που δέχονται μεγάλες ροές επισκεπτών, ενώ η επέκταση των βραχυχρόνιων μισθώσεων και οι ξένες επενδύσεις στην αγορά ακινήτων συμβάλλουν στην αύξηση των ενοικίων, δυσχεραίνοντας την πρόσβαση των εργαζομένων σε προσιτή κατοικία. Παράλληλα, η εποχικότητα και η εξάρτηση από την εξωτερική ζήτηση καθιστούν ολόκληρες περιοχές ευάλωτες στις διακυμάνσεις του τουρισμού.

«Μια επιτυχημένη πορεία για την Ελλάδα θα απαιτήσει πολιτικές που όχι μόνο θα αποκαθιστούν τη ζήτηση, αλλά θα προωθούν στρατηγικά κλάδους υψηλής παραγωγικότητας, θα στηρίζουν την τεχνολογική αναβάθμιση και θα διασφαλίζουν ανάπτυξη χωρίς αποκλεισμούς», αναφέρουν οι συγγραφείς.

Προειδοποιούν, μάλιστα, ότι χωρίς μια τέτοια αλλαγή, η «οικονομία της καφετέριας» κινδυνεύει να μην αποτελέσει μια προσωρινή προσαρμογή, αλλά να παγιωθεί ως ένα μοντέλο παρατεταμένης στασιμότητας.