Υπάρχουν κάποιες εικόνες που δεν χρειάζονται πολλές λέξεις για να περιγράψουν μια ολόκληρη εποχή και μια ολόκληρη κοινωνία. Μία από αυτές ήταν η εικόνα στην κηδεία του Γιώργου Μαζωνάκη. Το φέρετρο περνά και γύρω του υψώνονται κινητά τηλέφωνα. Χέρια τεντωμένα, οθόνες αναμμένες, κάμερες σε λειτουργία.

Να μη χαθεί η στιγμή. Αλήθεια, ποια στιγμή; Η στιγμή που ένας άνθρωπος οδηγείται στην τελευταία του κατοικία; Όποιος κι αν είναι αυτός! Είτε λέγεται Μαζωνάκης είτε όχι…

Και τι ακριβώς θα κάνουμε αυτό το βίντεο μετά; Θα το ανεβάσουμε στο Facebook; Στο TikTok; Θα το στείλουμε στους φίλους μας; Θα μετρήσουμε προβολές, “likes” και «καρδούλες» κάτω από ένα φέρετρο;

Κάπου εδώ ίσως αξίζει να αναρωτηθούμε όχι τι συνέβη στην κηδεία, αλλά τι έχει συμβεί σε εμάς τους ίδιους. Γιατί έχουμε αρχίσει να χάνουμε την ικανότητα να ζούμε μια στιγμή χωρίς να τη βιντεοσκοπούμε.

Δεν βλέπουμε πια με τα μάτια. Βλέπουμε μέσα από μια οθόνη. Δεν κρατάμε μια ανάμνηση. Κρατάμε ένα αρχείο. Δεν συμμετέχουμε. Καταγράφουμε.

Και, ακόμη χειρότερα, πολλές φορές καταγράφουμε για να αποδείξουμε στους άλλους ότι ήμασταν εκεί.

Το κινητό έχει γίνει το τρίτο μας μάτι και τα social media η μεγάλη σκηνή πάνω στην οποία πρέπει να εκθέσουμε σχεδόν κάθε στιγμή της ζωής μας. Το φαγητό μας, τις διακοπές μας, τα παιδιά μας, τα ατυχήματα που συναντάμε στον δρόμο, τον πόνο των άλλων.

Τώρα και τον θάνατο, την οδύνη, το πένθος! Εκεί που χαμηλώναμε το κεφάλι μπροστά σε ένα φέρετρο, εκεί που κάναμε χώρο στους συγγενείς, εκεί που σιωπούσαμε… τώρα σπρωχνόμαστε για να έχουμε καλή γωνία λήψης.

Δεν πρόκειται για νοσταλγία μιας δήθεν καλύτερης εποχής. Όχι, δεν είμαι τέτοιος. Έχω μάθει να ζω την εποχή μου και αντιλαμβάνομαι και πώς λειτουργεί η τεχνολογία και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Εξάλλου, χάνομαι κι εγώ μέσα σε αυτά.

Όμως, η μαζικότητα αυτής της εικόνας πρέπει να μας προβληματίσει.

Γιατί όταν δεκάδες άνθρωποι αισθάνονται σχεδόν αυθόρμητα ότι μπροστά σε ένα φέρετρο πρέπει πρώτα να πατήσουν το “record”, κάτι έχει αλλάξει βαθιά στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τον δημόσιο και τον ιδιωτικό χώρο.

Ζούμε σε μια κοινωνία που φοβάται μήπως κάτι συμβεί και δεν το έχει καταγράψει. Σαν να μην υπάρχει πραγματικά ένα γεγονός εάν δεν υπάρχει το βίντεό του.

Και ίσως αυτό να είναι το πιο τρομακτικό. Όχι ότι βιντεοσκοπήθηκε ένα φέρετρο, αλλά ότι σιγά σιγά εκπαιδευόμαστε να στεκόμαστε απέναντι στη ζωή -και απέναντι στον θάνατο- περισσότερο ως θεατές παρά ως άνθρωποι.

Και αυτή η εικόνα, του να σηκώνουμε το χέρι μας με το κινητό για να «καδράρουμε» το πλάνο, δυστυχώς, λέει πολλά περισσότερα για εμάς τους ζωντανούς παρά για εκείνον που «έφυγε».