Ακόμη θυμάμαι συναδέλφους, μιας κάποιας ηλικίας και με… περισσότερα χιλιόμετρα από μένα στο κοντέρ, να λένε: «Δεν μπορώ να κοιμηθώ. Σκέφτομαι τη δουλειά. Ξυπνάω μέσα στη νύχτα για να προγραμματίσω την ύλη, τα ρεπορτάζ, τα πρωτοσέλιδα…». Και αυτά είναι μόνο τα λόγια κάποιων δημοσιογράφων που μένουν ξάγρυπνοι για να είναι συνεπείς, έτοιμοι και καθόλα εντάξει στις υποχρεώσεις τους.

Φαντάζομαι το ίδιο λένε οι γιατροί, οι νοσηλευτές, οι πυροσβέστες και γενικότερα εργαζόμενοι και άλλων κλάδων που καθημερινά θυσιάζουν τον ελάχιστο ελεύθερο χρόνο τους, τις λιγοστές ώρες ύπνου που τους έχουν απομείνει, για κάτι που κανείς δεν θα τους πει έστω και ένα «μπράβο».

Δεν είναι υπερβολή τα παραπάνω. Είναι αποτέλεσμα έρευνας-μελέτης του Πανεπιστημίου του Εδιμβούργου. Μια μελέτη που αποκαλύπτει ότι σχεδόν 7 στους 10 εργαζόμενους, ηλικίας άνω των 50 ετών, αντιμετωπίζουν επίμονες διαταραχές ύπνου, με βασικό «ένοχο» το εργασιακό στρες και τη δυσκολία διατήρησης ισορροπίας μεταξύ επαγγελματικής και προσωπικής ζωής.

Στη μελέτη, που δημοσιεύτηκε στο Scientific Reports και δημοσίευσε το ygeiamou.gr, συμμετείχαν 45 εργαζόμενοι, ηλικίας 50 έως 66 ετών, από διαφορετικούς επαγγελματικούς κλάδους, οι οποίοι παρακολουθήθηκαν επί έναν χρόνο. Οι επιστήμονες συνδύασαν στοιχεία από ερωτηματολόγια ευεξίας και εργασιακής εμπειρίας με περισσότερες από 5.200 ημέρες καταγραφής μέσω φορητών συσκευών.

Σύμφωνα με τα αποτελέσματα, σχεδόν το 70% εμφάνιζε επίμονες, κλινικά σημαντικές διαταραχές ύπνου, χωρίς να έχει προηγούμενη διάγνωση. Το 90% παρουσίασε συχνές αφυπνίσεις και διακοπές του ύπνου κατά τη διάρκεια της μελέτης.

Παρότι οι περισσότεροι κοιμούνταν 6,5 έως 8 ώρες κάθε βράδυ, δήλωναν ότι ξυπνούσαν κουρασμένοι.

Το εύρημα αυτό δείχνει ότι το πρόβλημα δεν είναι απαραίτητα η διάρκεια του ύπνου, αλλά η συχνή διακοπή του, η οποία στερεί από τον οργανισμό την απαραίτητη ξεκούραση.

Με τη βοήθεια εργαλείων Τεχνητής Νοημοσύνης, οι ερευνητές εξέτασαν ποιοι παράγοντες σχετίζονται περισσότερο με τις διαταραχές ύπνου. Οι συνθήκες εργασίας αναδείχθηκαν ως ένας από τους σημαντικότερους.

Οι συμμετέχοντες που δήλωναν μεγαλύτερη ικανοποίηση από τη δουλειά τους και καλύτερη ισορροπία μεταξύ επαγγελματικής και προσωπικής ζωής είχαν σημαντικά υψηλότερα επίπεδα ευεξίας. Αντίθετα, όσοι ένιωθαν συχνά ένταση, εκνευρισμό ή κατήφεια στον εργασιακό χώρο εμφάνιζαν σταθερά χαμηλότερη ψυχική και σωματική ευεξία.

Ο επικεφαλής της μελέτης, καθηγητής Ψηφιακής Υγείας και Επιστήμης Δεδομένων στο Πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου, Αθανάσιος Τσάνας, δήλωσε ότι ακόμη και οι ίδιοι οι ερευνητές δεν περίμεναν να καταγράψουν τόσο εκτεταμένα προβλήματα ύπνου σε άτομα χωρίς γνωστή διάγνωση.

«Η ανάλυσή μας δείχνει ξεκάθαρα ότι πολλά από τα προβλήματα ύπνου και ευεξίας σχετίζονται με την εργασία, ενώ η συνολική ευεξία εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη διατήρηση μιας σταθερής ισορροπίας μεταξύ επαγγελματικής και προσωπικής ζωής», ανέφερε.

Όπως πρόσθεσε, η αξιοποίηση δεδομένων από έξυπνα ρολόγια επέτρεψε στους ερευνητές να εντοπίσουν μοτίβα που μέχρι σήμερα παρέμεναν αόρατα, ανοίγοντας τον δρόμο για στοχευμένες παρεμβάσεις που θα μπορούσαν να βοηθήσουν τους εργαζόμενους να διατηρήσουν την υγεία τους, καθώς πλησιάζουν στη συνταξιοδότηση.

Από την πλευρά της, η δρ Belinda Steffan, ερευνήτρια στη Σχολή Διοίκησης Επιχειρήσεων του Πανεπιστημίου του Εδιμβούργου, επισήμανε ότι, αν και ήταν ήδη γνωστό πως η εργασία και ο ύπνος αλληλεπιδρούν, η έκταση του προβλήματος σε έναν κατά τα άλλα υγιή πληθυσμό ήταν απρόσμενη.

Όπως εξήγησε, πέρα από παράγοντες που σχετίζονται με την ηλικία, όπως η εμμηνόπαυση ή οι φυσιολογικές αλλαγές του οργανισμού, σημαντικό ρόλο παίζουν το άγχος της φροντίδας άλλων ανθρώπων, οι οικονομικές πιέσεις και το χρόνιο εργασιακό στρες.

«Η μελέτη μάς δείχνει ότι ο ύπνος αποτελεί ζήτημα υγείας και ευεξίας στον χώρο εργασίας. Οι οργανισμοί και οι εργοδότες πρέπει να αναγνωρίσουν τον αντίκτυπο που έχουν τα προβλήματα ύπνου που σχετίζονται με την εργασία, όχι μόνο στους εργαζόμενους άνω των 50 ετών αλλά, ουσιαστικά, σε όλες τις ηλικιακές ομάδες», κατέληξε.