Πριν χρόνια είχα κάνει ρεπορτάζ για μια δομή φιλοξενίας ηλικιωμένων, δεν θυμάμαι σε ποια χώρα, όπου οι άνθρωποι της τρίτης ηλικίας είχαν στο δωμάτιό έπιπλα από το σπίτι τους, για να νοιώσουν οικεία, να αισθανθούν ότι κάτι έμεινε από την παλιά τους ζωή. Μια σερβάντα με οικογενειακές φωτογραφίες, λουλούδια στο όμορφο βάζο τους, την αγαπημένη τους πολυθρόνα.
Σκεφτόμουν ότι τουλάχιστον τους έδωσαν αυτή τη δυνατότητα, να νοιώσουν λίγο το γηροκομείο, «σαν το σπίτι τους».
Δεν είναι μια εύκολη απόφαση. Δεν είναι ποτέ. Κι όμως, όλο και περισσότερες οικογένειες βρίσκονται μπροστά στο ίδιο αδιέξοδο: τι κάνεις όταν ο άνθρωπός σου δεν μπορεί πια να μείνει μόνος κι εσύ δεν μπορείς να είσαι εκεί;
Τα γηροκομεία στην Ελλάδα είναι συχνά η τελευταία λύση που προσφέρουμε, με πολλές τύψεις και ενοχές, στον δικό μας, τον οποίο δεν μπορούμε πια να φροντίσουμε.
Για τους περισσότερους ηλικιωμένους, η είσοδος σε μια τέτοια δομή σημαίνει κάτι πολύ περισσότερο από αλλαγή κατοικίας.
Είναι η απώλεια της αυτονομίας, του γνώριμου χώρου, της καθημερινότητας που τους κρατούσε ζωντανούς. Είναι η στιγμή που η ζωή «μικραίνει» σε ένα δωμάτιο, σε συγκεκριμένες ώρες φαγητού, σε λίγες επισκέψεις την εβδομάδα.
Κι όμως, από την άλλη πλευρά, υπάρχουν οικογένειες που εξαντλούνται. Άνθρωποι που δουλεύουν ατελείωτες ώρες, που μεγαλώνουν παιδιά, που δεν έχουν καμία κρατική στήριξη για κατ’ οίκον φροντίδα.
Η παραδοσιακή ελληνική οικογένεια που «τα φρόντιζε όλα» δεν υπάρχει πια με τον ίδιο τρόπο. Κι εκεί γεννιέται το πιο σκληρό δίλημμα: αγάπη ή επιβίωση;
Το οικονομικό βάρος είναι εξίσου ασφυκτικό. Σε ορισμένες περιπτώσεις, σχεδόν ολόκληρη η σύνταξη του ηλικιωμένου πηγαίνει στο κόστος φιλοξενίας, και, σε πάρα πολλές άλλες, συνεισφέρουν οικονομικά τα παιδιά, για να συμπληρωθεί το ποσό που χρειάζεται.
Και η αγωνία των οικογενειών είναι, θα ζήσει εκεί αξιοπρεπώς η μάνα του, ο πατέρας του… ή απλά θα επιβιώνει, υποφέροντας;
Δεν είναι όλα τα γηροκομεία ίδια. Υπάρχουν δομές που δεν έπρεπε καν να υπάρχουν και να λειτουργούν και άλλες που προσφέρουν αξιοπρεπείς συνθήκες και ουσιαστική φροντίδα.
Οι έλεγχοι δεν επαρκούν, οι καταγγελίες έρχονται συνήθως αργά, και η ποιότητα ζωής των πιο ευάλωτων εξαρτάται από παράγοντες που δεν θα έπρεπε να είναι θέμα τύχης.
Το ζήτημα, δεν αφορά μόνο την οικογένεια που στέλνει τον άνθρωπό της στο γηροκομείο… Είναι βαθιά κοινωνικό και πολιτικό.
Η ελληνική είναι μια κοινωνία που γερνάει, χωρίς να επενδύει στη φροντίδα της τρίτης ηλικίας, που εγκαταλείπει τους ανθρώπους που έχτισαν το παρόν της.
Στη χώρα μας, δεν έχουμε δημιουργήσει τις συνθήκες για να φροντίζουμε τους ηλικιωμένους όπως τους αξίζει.
Γενικά, στην Ελλάδα, δεν έχουμε αναπτύξει δομές για τη φροντίδα των ευάλωτων.
Και όλη η ευθύνη πέφτει στις οικογένειές τους. Χωρίς κρατική μέριμνα σηκώνουν όλο το βάρος και κάνουν ό,τι μπορούν, αλλά δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι τα καταφέρνουν.
Ο πολιτισμός μιας χώρας φαίνεται από τον τρόπο που συμπεριφέρεται στα πιο αδύναμα μέλη του και, σε αυτό το ζήτημα, η χώρα μας έχει αποτύχει παταγωδώς.