Πάντα, το να βρίσκεσαι σε μια παρέα πυροσβεστών έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Αυτοί οι άνθρωποι μπορούν να σε ξαφνιάσουν με τις ιστορίες που διηγούνται. Ίσως διανθισμένες και με κάποια, ας πούμε, στοιχεία υπερβολής, ο μέσος άνθρωπος είναι λογικό να μένει άναυδος με αυτά που λέγονται.
Το πάθος κάθε ιστορίας εύκολα μπορεί να παρασύρει τον καθένα μας. Τακτικά, αναφέρουν την πρόταση «υγεία να έχουμε», προφανώς με την ελπίδα ότι η επόμενη ημέρα θα τους βρει αρτιμελείς και «γνωστικούς», με τόσα που βιώνουν…
Θέλοντας κάποιος να αναλύσει το επάγγελμα του πυροσβέστη, θα έρθει αντιμέτωπος με την πραγματική διάσταση του επαγγέλματος στην Ελλάδα. Η Πυροσβεστική Υπηρεσία αντιμετωπίζει αστικά, δασικά, χημικά περιστατικά, θα κληθεί για εκκένωση (θα πάρει την ευθύνη τις περισσότερες φορές) περιοχών, θα πάει στο φαράγγι, στο περιστατικό με τους μετανάστες, στη γάτα πάνω στο δέντρο, στο ακαθάριστο οικόπεδο, έλεγχο μελετών, ανακριτικό έργο, εκπαιδευτικό έργο, διαχείριση σεισμού και πλημμύρας.
Καθώς πρόκειται για ένα επάγγελμα με το οποίο μάλλον παθιάζονται και το αγαπούν, τους φαίνεται ξένο και προσβλητικό όταν κάποιος τούς λέει: «κάθεστε όλο τον χρόνο, μόνο μερικούς μήνες δουλειά», το ανεκδιήγητο: «να βάλω μια φωτιά να σηκωθείς να δουλέψεις λίγο;».
Δεν μπορεί να γίνει κατανοητή αυτή η προσέγγιση της απόλυτης απαξίωσης ενός επαγγέλματος, που δυστυχώς τα άτομα που το απαρτίζουν είναι εκτεθειμένα σε κινδύνους και γεγονότα από τα οποία ο μέσος πολίτης προσπαθεί να ξεφύγει.
«Αφού είναι έτσι, γιατί δεν φεύγεις;», είναι ένα από τα συχνά σχόλια που ακούν οι πυροσβέστες. Η απάντηση απλή: Ανεξάρτητα αν κάποιος ήθελε να γίνει ή έγινε τυχαία πυροσβέστης, οι πυροσβέστες ζουν και αγαπούν αυτή τη δουλειά. Δουλειά που ταυτίζεται με «πόλεμο», όπου κάνουν ό,τι μπορούν, χωρίς δισταγμό, για να περιορίσουν έναν «δαίμονα».
Έναν «δαίμονα» που η… ανάσα του καίει ψυχές και σώματα, πέρα από τις περιουσίες. «Δαίμονα» της φύσης, με την ορμή που παρασύρει τα πάντα (φωτιά, σεισμός, πλημμύρα), έναν «δαίμονα» που μπορεί να σου πάρει τη ζωή. Κάθε μέρα στις επάλξεις (με ή χωρίς γκρίνια) για να βοηθήσουν (τον αλλοδαπό επισκέπτη που μπήκε σε χωματόδρομο, καθώς παρατηρούσε το GPS χωρίς καμία αίσθηση και κάλεσε το 112, τον Έλληνα που, ενώ καίγεται ο τόπος, δηλώνει ότι υπάρχουν σφήκες στον χώρο, τον πολίτη που κάνει καταγγελία και βρίζει, τον παράνομο «εγκαταστάτη» που αποθηκεύει εύφλεκτα, τις δομές που αποποιούνται κάθε ευθύνη έναρξης πυρκαγιάς με δική τους υπαιτιότητα).
Οι πυροσβέστες, όταν καλωσορίζουν κάποιο νέο στέλεχος, λένε «σιδεροκέφαλος». Η λέξη αυτή κρύβει την ελπίδα τους να είναι καλά σωματικά για να συνεχίσουν την επόμενη μέρα ως επαγγελματίες, οικογενειάρχες, φίλοι (ίσως ψυχικά μάλλον δεν είναι αλώβητοι με τόσα που έχουν δει), αλλά απέραντα μόνοι με τις σκέψεις, τα βιώματα και τις απώλειές τους.