Τα στοιχεία της νέας Έκθεσης του Παρατηρητηρίου για τη Βία κατά των Γυναικών WOMEN_WATCH δεν αφήνουν περιθώρια εφησυχασμού. Περισσότερα από 1.100 περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας καταγράφηκαν στην Κρήτη το 2025, ενώ η παιδική κακοποίηση σημείωσε εκρηκτική αύξηση, ξεπερνώντας κατά πολύ τα επίπεδα των προηγούμενων ετών.

Πίσω από τους αριθμούς, όμως, κρύβονται άνθρωποι. Γυναίκες που ζουν με τον φόβο, παιδιά που μεγαλώνουν μέσα στη βία και οικογένειες που δοκιμάζονται καθημερινά.

Οι Περιφερειακές Ενότητες Ηρακλείου και Χανίων εξακολουθούν να συγκεντρώνουν τον μεγαλύτερο αριθμό καταγγελιών, εξέλιξη που συνδέεται τόσο με πληθυσμιακούς παράγοντες όσο και με τη συγκέντρωση υπηρεσιών καταγραφής και υποστήριξης.

Ειδικότερα, στην Π.Ε. Ηρακλείου καταγράφηκαν 320 περιστατικά το 2025 (379 το 2024, 211 το 2023), ενώ στα Χανιά 153 περιστατικά, με σταθερά υψηλά επίπεδα την τελευταία τριετία. Αντίστοιχα, το Ρέθυμνο και το Λασίθι παρουσιάζουν μικρότερα μεγέθη αλλά σημαντικές διακυμάνσεις, επιβεβαιώνοντας τον οριζόντιο χαρακτήρα της αύξησης το 2024.

Συχνά, όταν δημοσιοποιούνται τέτοιες εκθέσεις, η συζήτηση επικεντρώνεται στο αν τα περιστατικά αυξήθηκαν ή μειώθηκαν σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά. Ακόμη όμως και αν οι αριθμοί παρέμεναν σταθεροί, το γεγονός ότι εκατοντάδες γυναίκες και παιδιά εξακολουθούν να βιώνουν κακοποίηση θα έπρεπε να αποτελεί από μόνο του λόγο εγρήγορσης και συναγερμού.

Η ενδοοικογενειακή βία δεν είναι ένα ιδιωτικό ζήτημα που αφορά τέσσερις τοίχους. Είναι κοινωνικό πρόβλημα, ζήτημα ανθρωπίνων δικαιωμάτων και δείκτης της ποιότητας μιας κοινωνίας.

Όταν μια γυναίκα φοβάται να επιστρέψει στο σπίτι της ή όταν ένα παιδί μεγαλώνει σε περιβάλλον κακοποίησης, τότε αποτυγχάνουν όχι μόνον οι οικογενειακές σχέσεις αλλά και οι μηχανισμοί προστασίας που οφείλει να διαθέτει η Πολιτεία.

Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η δραματική αύξηση των περιστατικών παιδικής κακοποίησης.

Τα παιδιά είναι τα πιο ευάλωτα θύματα της βίας και συχνά τα πιο αόρατα. Δεν έχουν πάντα τη δυνατότητα να μιλήσουν, να καταγγείλουν ή να αναζητήσουν βοήθεια. Για τον λόγο αυτό, η προστασία τους δεν μπορεί να εξαρτάται από την τύχη ή από την ευαισθησία μεμονωμένων επαγγελματιών. Απαιτείται ένα ολοκληρωμένο δίκτυο πρόληψης, έγκαιρου εντοπισμού και παρέμβασης.

Ταυτόχρονα, δεν πρέπει να παραβλέπεται το γεγονός ότι η αύξηση των καταγγελιών μπορεί να σημαίνει και κάτι θετικό: ότι περισσότερα θύματα βρίσκουν το θάρρος να «σπάσουν» τη σιωπή.

Αυτό αποτελεί πρόοδο. Όμως, η πρόοδος αυτή χάνει την αξία της όταν οι δομές στήριξης παραμένουν υποστελεχωμένες, όταν οι υπηρεσίες δεν συνεργάζονται αποτελεσματικά και όταν η βοήθεια δεν φτάνει εγκαίρως σε όσους τη χρειάζονται.

Η Έκθεση επισημαίνει ακριβώς αυτό το πρόβλημα. Παρά τις νομοθετικές παρεμβάσεις και τις πρωτοβουλίες των τελευταίων ετών, η αντιμετώπιση της βίας εξακολουθεί να είναι κυρίως αντιδραστική. Ενεργοποιείται αφού το περιστατικό έχει ήδη συμβεί.

Η πραγματική πρόκληση, όμως, είναι η πρόληψη. Είναι η εκπαίδευση στα σχολεία, η ενημέρωση των πολιτών, η συστηματική κατάρτιση των επαγγελματιών πρώτης γραμμής και η δημιουργία ενός αποτελεσματικού πλαισίου προστασίας πριν η βία εξελιχθεί σε τραγωδία.

Ο «Σύνδεσμος» απευθύνει επείγουσα έκκληση για τη μετάβαση σε ένα θεσμοθετημένο σύστημα συντονισμού, την καθιέρωση υποχρεώσεων ετήσιας εκπαίδευσης για τους επαγγελματίες πρώτης γραμμής, την επέκταση του δικτύου των «Ασφαλή Σημεία», αλλά και άλλων πρακτικών πρόληψης, ευαισθητοποίησης και κινητοποίησης των πολιτών.

Τέλος, απευθύνει έκκληση για πλήρη ευθυγράμμιση με τις συστάσεις της ομάδας εμπειρογνωμόνων του Συμβουλίου της Ευρώπης για την καταπολέμηση της βίας των γυναικών και της ενδοοικογενειακής βίας – Ομάδα GREVIO.