Η εφημερίδα "ΠΑΤΡΙΣ" κλείνει 80 χρόνια ενημέρωσης και ιστορίας, 1946-2026

Αν και το θέμα μου είναι καλοκαιρινό, θα ξεκινήσω το σημερινό πόνημά μου με χειμωνιάτικες εμπειρίες.

Ήταν ένα πρωινό του Γενάρη και είχα πάρει την άδειά μου ενόψει της ελαιοσυγκομιδής, στην περιοχή της Γόρτυνας και συγκεκριμένα στο χωριό Μητρόπολη.

Ξεκινήσαμε να ραβδίσουμε, αλλά ένας εργάτης μού επισήμανε να περιμένουμε λίγο, γιατί είχε πολύ γιάτσο ο κάμπος, εννοώντας αυτή την πρωινή παγωνιά. Σιγά-σιγά η λέξη αυτή άρχισε να μου γίνεται πιο οικεία, όταν τον όρο αυτόν τον είδα στο λεξικό του Μαρίνου Ιδομενέως, μία έκδοση που έγινε από τη Βικελαία Βιβλιοθήκη. Συγκεκριμένα, ανέλυε έμμετρα τη λέξη αυτή ως εξής:

«Ο γιάτσος ώρες και βολές, ποτίζει τα σπαρμένα και προπαντός άμα τα βρει, να είναι διψασμένα».

Γιάτσο… η παγωμένη κρούστα… Εκτός από την πρωινή παγωνιά, το απόι, σήμαινε και απόλαυση, ενόψει του καλοκαιριού. Σίγουρα όποιος θα επιχειρούσε να γράψει την ιστορία του παγωτού, θα έπρεπε ν’ αρχίσει με την παρακάτω βιβλική φράση: «Εν αρχή ήν το γιάτσο…».

Πριν από τον πόλεμο σίγουρα πολλοί θα το θυμούνταν να εμφανίζεται με τις πρώτες ζέστες του καλοκαιριού, όπως θα θυμούνται οι άνθρωποι εκείνης της εποχής τις φωνές των πωλητών να διασταυρώνονται στους δρόμους: «Εδωωωωώ… το γιάτσοοο!…», καθώς και «κρύο είναι μπούζι, γλυκό σαν το καρπούζι!…».

Το γιάτσο ήταν η αιτία πολλές φορές για αυστηρότατες απαγορεύσεις του μπαμπά ή της μαμάς.

«Είναι βρώμικο παιδί μου…». Και όταν για ποικίλους και πολλούς λόγους τύχαινε καμία στομαχική ενόχληση, πάντα ακουγόταν το αγωνιώδες ερώτημα της μαμάς: «Μήπως έφαγες κανένα γιάτσο και σε πείραξε;». Το γιάτσο δρόσισε μάζες λαϊκές. Πόση ήταν η λαχτάρα των υπηρετριών που με ανοιχτά παράθυρα περίμεναν να περάσιτο γιάτσο, επίσης πόσα λαίμαργα παιδικά βλέμματα συνωστίζονταν γύρω-γύρω στο καροτσάκι. Και ήταν αμέτρητα τα καροτσάκια εκείνα που ανεβοκατέβαιναν στους δρόμους από το 1925 και μετά, έναν αιώνα πριν.

Πολλά έφεραν και ονόματα τα οποία προεξοφλούσαν παγωμένες καταστάσεις, δεικνύοντας το εμπορικό και επιχειρηματικό πνεύμα των ανθρώπων της εποχής: «Βόρειος Πόλος, Ελβετία, Εσκιμώ, ρίγος, καθώς και το ανεπανάληπτο «σταμάτησέ με και δοκίμασέ με».

Όλα αυτά βέβαια συνοδεύονταν και με το ανάλογο τραγουδάκι του μικροπωλητή, μέρες ντάλα του καλοκαιριού:

«Μια πεντάρα το χωνάκι

κρύο σαν το πεπονάκι

φάτε για να δροσιστείτε

γιατ’ αλλιώς, αδίκως ζήτε.

Πάρτε γιάτσο σαν το χιόνι,

που το τρώνε οι βαρώνοι.

Μόλις τον άκουγαν οι μικροί πελάτες, έτρεχαν με τις πενταρούλες για ν’ αγοράσουν το γιάτσο, όπως το αποκαλούσαν εκείνα τα χρόνια. Λίγο αργότερα, στα 1934 ιδρύεται η Εθνική Βιομηχανία Γάλακτος, η περίφημη ΕΒΓΑ και το 1936 βγαίνει το πρώτο παγωτό ξυλάκι. Η ίδρυσή της έδωσε το δικαίωμα στην εφημερίδα «Ελεύθερο Βήμα» τον Ιανουάριο του 1935 να γράψει τα εξής: «Από αύριον οι Αθηναίοι και οι Πειραιείς θα πίνουν αγνό και ανέρωτο γάλα».

Τότε το νερωμένο γάλα ήταν συνηθισμένο φαινόμενο και ήταν γνωστοί οι γαλατάδες που έκαναν νοθεία, ακόμα και εδώ στην πόλη μας. Κάποτε πήγε κάποιος να μεταλάβει και λέει κρυφά του ιερέα ότι έφαγε γάλα. Όταν τον ρώτησε ο ιερέας από ποιον προμηθεύεται το γάλα «χαριτολογώντας του επέτρεψε τη θεία κοινωνία», αφού γνώριζε αυτόν, ότι έβαζε λίγο γάλα μέσα στο νερό, το οποίο και πουλούσε!

Θα επανέλθω όμως και θα κλείσω με κάποια ιστορικά στοιχεία κατασκευής του παγωτού. Πρόσφυγες Επτανήσιοι, οι οποίοι γνώριζαν άριστα την ιταλική τέχνη της ζαχαροπλαστικής, μετέφεραν τις γνώσεις τους στην Αθήνα, όπου στα 1855 ξεπετάχθηκαν δεκάδες γαλακτοπωλεία-ζαχαροπλαστεία. Αρχές του 20ού αιώνα, παγωτό πωλούνταν στην Αίγλη του Ζαππείου…!