Υπάρχει μια παράξενη εποχή που ζούμε. Μια εποχή κατά την οποία η δήλωση μοιάζει συχνά ισχυρότερη από την πράξη, η εικόνα ισχυρότερη από την ουσία και η δημόσια εκδοχή του εαυτού μας ισχυρότερη από εκείνον τον σιωπηλό άνθρωπο που συναντάμε όταν κλείνουν οι πόρτες και μένουμε μόνοι.
Είμαστε, λοιπόν, ό,τι δηλώνουμε;
Ή μήπως δηλώνουμε αυτό που θα θέλαμε να είμαστε, αυτό που έχουμε ανάγκη να πιστέψουν οι άλλοι ότι είμαστε, ακόμη κι αυτό που προσπαθούμε απεγνωσμένα να πείσουμε τον ίδιο μας τον εαυτό ότι είμαστε;
Η δήλωση ταυτότητας είναι μια βαθιά ανθρώπινη ανάγκη. Ο άνθρωπος δεν θέλει απλώς να υπάρχει, θέλει να αναγνωρίζεται. Θέλει να ανήκει κάπου, να αποκτά ένα όνομα, μια θέση, μια αφήγηση. Από την οικογένεια μέχρι την πολιτική, από την επαγγελματική ιδιότητα μέχρι την κοινωνική του εικόνα, οικοδομεί διαρκώς ένα «ποιος είμαι». Και όσο περισσότερο η κοινωνία γίνεται κοινωνία της έκθεσης, τόσο περισσότερο το «ποιος είμαι» μετατρέπεται σε «τι δείχνω ότι είμαι».
Μόνο που ανάμεσα στα δύο υπάρχει μια ολόκληρη ανθρώπινη άβυσσος.
Μπορούμε να δηλώνουμε δημοκράτες και να φοβόμαστε τη διαφορετική άποψη. Να δηλώνουμε ανεκτικοί και να αδυνατούμε να ανεχθούμε τον άνθρωπο που δεν μας μοιάζει. Να δηλώνουμε κοινωνικά ευαίσθητοι και να προσπερνούμε καθημερινά τον διπλανό μας.
Να μιλάμε για ελευθερία, ενώ απαιτούμε από τους άλλους να σκέφτονται όπως εμείς. Το πιο επικίνδυνο, όμως, δεν είναι η υποκρισία απέναντι στους άλλους. Είναι η σταδιακή αυτοεξαπάτηση.
Όταν επαναλαμβάνουμε για χρόνια μια εικόνα του εαυτού μας, κάποια στιγμή μπορεί να ξεχάσουμε ότι ήταν εικόνα. Η δήλωση γίνεται πεποίθηση και η πεποίθηση γίνεται ταυτότητα. Τότε δεν χρειάζεται πλέον να προσποιούμαστε. Έχουμε κατοικήσει τόσο βαθιά μέσα στον ρόλο μας, ώστε αδυνατούμε να δούμε την απόσταση ανάμεσα σε αυτό που λέμε και σε αυτό που πράττουμε.
Ίσως εδώ βρίσκεται ένα από τα βαθύτερα ψυχολογικά παράδοξα της εποχής μας: δεν φοβόμαστε τόσο μήπως οι άλλοι ανακαλύψουν ποιοι πραγματικά είμαστε, όσο μήπως εμείς οι ίδιοι ανακαλύψουμε ότι δεν είμαστε εκείνοι που τόσα χρόνια δηλώναμε.
Και τότε η κοινωνία ολόκληρη γίνεται ένας καθρέφτης γεμάτος δηλώσεις. Δηλώνουμε αξίες, ιδεολογίες, προθέσεις, ευαισθησίες. Δηλώνουμε στρατόπεδα. Δηλώνουμε «εμείς» και «εκείνοι». Η ταυτότητα παύει να είναι εσωτερική αναζήτηση και γίνεται δημόσιο διαπιστευτήριο.
Δεν ρωτάμε πλέον τόσο «τι κάνεις;», όσο «με ποιους είσαι;». Δεν εξετάζουμε τη συνέπεια μιας πράξης, εξετάζουμε σε ποια πλευρά μάς τοποθετεί.
Έτσι, η κοινωνία αποκτά ανθρώπους που υπερασπίζονται με πάθος την ταυτότητά τους, αλλά όχι πάντοτε τις αξίες που αυτή υποτίθεται ότι εκφράζει. Κι όμως, ίσως ο άνθρωπος δεν είναι ούτε αυτό που δηλώνει ούτε αυτό που πιστεύει πως είναι. Ίσως είμαστε, κυρίως, αυτό που πράττουμε όταν κανείς δεν μας κοιτά.
Είμαστε ο τρόπος που φερόμαστε στον αδύναμο όταν δεν έχουμε τίποτε να κερδίσουμε. Είμαστε η στάση μας απέναντι στον διαφορετικό όταν δεν κινδυνεύει η κοινωνική μας εικόνα. Είμαστε η σιωπή μας όταν θα μπορούσαμε να μιλήσουμε και η αυτοσυγκράτησή μας όταν θα μπορούσαμε να πληγώσουμε. Είμαστε, τελικά, η απόσταση ή η συμφιλίωση ανάμεσα σε όσα λέμε και σε όσα επιλέγουμε.
Ίσως, λοιπόν, το πραγματικό ερώτημα δεν είναι «είμαστε ό,τι δηλώνουμε;». Είναι αν έχουμε το θάρρος να πάψουμε κάποτε να δηλώνουμε και να αρχίσουμε να αποδεικνύουμε. Γιατί η ταυτότητα δεν είναι ανακοίνωση. Είναι καθημερινή πράξη. Και η κοινωνία δεν αλλάζει από εκείνους που δηλώνουν ότι πιστεύουν στην αλλαγή. Αλλά από εκείνους που, συχνά αθόρυβα και χωρίς ακροατήριο, αρχίζουν να ζουν σαν να την έχουν ήδη επιλέξει.
Η Εύα Καπελλάκη-Κοντού είναι εκπαιδευτικός, αρθρογράφος και ραδιοφωνική παραγωγός