Η αλήθεια να λέγεται πάντοτε, όσο πικρή και αν είναι, όπως λέγανε τα παλιά τα χρόνια. Ορισμένοι την παρεξηγούσανε γιατί συνηθίζανε να λένε όλο ψέματα, γι’ αυτό τους ενοχλούσε και η εκμάθησή της, όπως και όλες οι συνήθειες και έτσι ριζώνανε στη σκέψη όλων από τη μικρή τους ηλικία και δεν μπορούν να σβήσουν ποτέ.
Αυτά και πολλά άλλα τα πληροφορηθήκαμε από έναν υπερήλικο που τον συναντήσαμε στο σπίτι του μετά από το μνημόσυνο συγγενικού του ατόμου. Σε κάποια στιγμή μάς είπε ότι δεν θα σβήσουν ποτέ από τη σκέψη μου όλα όσα πέρασα από μικρός μέχρι που ήρθα σε αυτή τη μεγάλη ηλικία και θα τα κουβαλώ συνέχεια μαζί μου.
Μου λένε τα παιδιά μου και οι φίλοι μου να τα σβήσω για να μην τα ξαναθυμηθώ και να μην τα λέω όπου βρεθώ. Ο ένας γιος μου είπε: «Πατέρα, να μην τα λες συνέχεια γιατί τους κουράζεις και έχουν βαρεθεί να σε ακούνε».
Τότε του απάντησε: «Παιδί μου, ό,τι λέω είναι αλήθεια και θέλω να τα μάθουν όλοι. Στο σχολείο όταν πήγαινα είχα μια μαύρη πλάκα και έγραφα με ένα άσπρο κονδύλι ορισμένα μαθήματα και με μία πένα με μελάνι στο τετράδιο. Από την πλάκα τα έσβηνα με σφουγγάρι και από το τετράδιο με γομολάστιχα. Όμως στο μυαλό μου μένουν γραμμένα, γιατί εκεί δεν μπορεί κανείς να μπει μέσα να τα σβήσει».
Επειδή τον έχουμε κουράσει και μόλις ηρέμησε, τον ρωτήσαμε να μας πει αν θυμάται ποια συνήθεια βίωσε στην Κατοχή και που να είναι από το επάγγελμα του βοσκού που εκτελούσε, για να τη μάθουν και οι νέοι μας. Για λίγο σκεφτότανε και μετά μας είπε: «Πολλά βάσανα πέρασα αυτά τα χρόνια με τα πρόβατα. Συναντούσα πολλές δυσκολίες γιατί δεν είχαμε υπόστεγα να μπαίνουνε μέσα, αλλά μόνο μάνδρες περιφραγμένες από μεγάλους θάμνους.
Εκεί μέσα τα βάζαμε τα βράδια για να τα αρμέγουμε βράδυ και πρωί και για να μην μας τα κλέψουνε. Το καλοκαίρι ήτανε καλύτερα, γιατί και ο καιρός ήτανε καλύτερος και δεν υποφέραμε. Εκείνο που δεν θα ξεχάσω ποτέ -επειδή επρόκειτο για κάτι χαρούμενο- είναι μόνο όταν κουρεύαμε τα πρόβατά μας.
Από την προηγούμενη μέρα σφάζαμε ένα γέρικο κριό ή προβατίνα και όταν κουρεύαμε έβραζε και το κρέας. Αμέσως μόλις τελειώναμε το κούρεμα, χωρίζαμε όσα θηλυκά αρνιά ήτανε από καλές μάνες στο γάλα και λιγότερα αρσενικά για γονιμοποίηση, πάλι από καλή μάνα.
Τα θηλυκά με την ψαλίδα του κουρέματος τούς κόβαμε την περισσότερη από τη μισή ουρά «τα κουτσουραδίζαμε», για να μην μας εμποδίζει αργότερα στην αρμεγή τους. Όμως μια χρονιά κατά λάθος κόψαμε και την ουρά ενός αρσενικού. Το κρατήσαμε και αυτό γιατί ήτανε από καλή μάνα.
Μόνο που τον ονομάζαμε ο κουτσουράδης κριός. Όλα τα υπόλοιπα τα πουλούσαμε για να ντυθούμε με ρούχα και παπούτσια όλοι μας. Όταν πια τελείωνε το κούρεμα, ήτανε έτοιμο το κρέας με το πιλάφι και το στρώναμε στο φαγοπότι με μπόλικο κρασί και με ευχές του χρόνου να ξανασυναντηθούμε. Το ίδιο γινότανε και με όλους που είχανε κοπάδια. Αυτή ήτανε η καλύτερή μας παρέα το καλοκαίρι και ξεχνούσαμε αυτά που περάσαμε την Κατοχή».
Υπ’ όψιν ότι αυτή η συνήθεια γινότανε μόνο στην Κρήτη και αργότερα σε ορισμένα νησιά που είχανε μεταναστεύσει κτηνοτρόφοι Κρητικοί. Μετά από αρκετά χρόνια πήρε και αυτή τον δρόμο της να τη λένε μεταξύ των και οι άνθρωποι ανάλογα των πράξεων που εκτελούσανε και πάντα με την έννοια του κουτσουραδίσματος των προβάτων τους.
Τελειώνοντας πρόσθεσε: «Θα σας πω και ορισμένες περιπτώσεις που τις λέγαμε την εποχή μας και με την λέξη κουτσουράδισμα και με τις πράξεις ή με τα λεγόμενά τους όπως: Όταν ήτανε να γεννήσει η γυναίκα κάποιου χωριανού, έλεγε στην μαμή που θα την ξεγεννούσε: αν είναι κορίτσι να κουτσουραδίσεις λίγο με το ψαλίδι τη γλώσσα του για να μην γίνει γλωσσού και ποιος μετά θα την σταματά;
Ένα καλοκαίρι, η γειτόνισσα ενός βοσκού μάλωνε συνέχεια με δυνατές φωνές τα παιδιά του χωρίς λόγο. Μια μέρα έτυχε να είναι κοντά και ο ίδιος χωρίς να τον έχει δει. Αμέσως παρουσιάζεται και της λέει: γειτόνισσα, σήμερα κουτσουράδισα τα αρνιά μου. Έτσι ακριβώς θα σε κουτσουραδιάσω τη γλώσσα σου, μόνο να μην φωνάζεις άλλη φορά στα παιδιά μου και τέλος: να κουτσουραδίσεις τη γάτα σου για να πιάνει τους ποντικούς κ.λπ.
Τέλος σήμερα στην Κρήτη μόνο στις ορεινές περιοχές ακόμα εκτελούν το κουτσουράδισμα των αρνιών τους, αλλά και τη συνήθεια ορισμένοι παλιοί την εκφράζουν όταν θα παρουσιαστεί κάποια περίπτωση από τις πολλές που υπάρχουν. Όσο για τους νέους μας παρουσιάζουν τελεία άγνοια και απαντούν ότι οι παλιές συνήθειες δεν μας ενδιαφέρουν ούτε και θέλουμε να τις ακούμε.
Ο Γιάννης Τσακπίνης είναι απόστρατος αξιωματικός