Η Κρήτη καίγεται. Δάση, καλλιέργειες, περιουσίες, κόποι μιας ζωής παραδίδονται στις φλόγες. Και μαζί τους χάνονται και άνθρωποι. Δύο πυροσβέστες, μόλις 25 και 58 ετών, δεν θα επιστρέψουν ποτέ στα σπίτια τους. «Έφυγαν» την ώρα του καθήκοντος, πολεμώντας τη φωτιά που, όπως κάθε καλοκαίρι, αποδείχθηκε πιο ισχυρή από τις δυνατότητες του κρατικού μηχανισμού.
Θα τους αποκαλέσουμε «ήρωες». Και είναι. Όμως, η λέξη «ήρωας» δεν μπορεί να λειτουργεί ως άλλοθι για να αποφεύγονται οι δύσκολες συζητήσεις. Γιατί κάθε φορά που ένας πυροσβέστης χάνει τη ζωή του, δεν πρόκειται μόνο για μια προσωπική τραγωδία. Είναι και μια συλλογική αποτυχία.
Κάθε χρόνο ακούμε τα ίδια. «Οι άνεμοι ήταν ακραίοι». «Οι συνθήκες ήταν πρωτόγνωρες». «Η φωτιά είχε μεγάλη δυναμική». Όλα αυτά μπορεί να είναι αλήθεια. Όμως, εξίσου αλήθεια είναι ότι κάθε χρόνο η κλιματική κρίση γίνεται πιο βίαιη και οι απαιτήσεις για πρόληψη, οργάνωση και επαρκή μέσα γίνονται μεγαλύτερες. Δεν μπορούμε να εκπλησσόμαστε κάθε Ιούλιο και κάθε Αύγουστο.
Οι άνθρωποι που μπαίνουν μπροστά από τις φλόγες αξίζουν κάτι περισσότερο από ένα χειροκρότημα και μια σημαία μεσίστια. Αξίζουν σύγχρονο εξοπλισμό, επαρκή στελέχωση, εκπαίδευση, σχεδιασμό και ένα σύστημα που δεν θα τους ζητά να κάνουν το αδύνατο με τα ελάχιστα.
Η Κρήτη, αυτές τις ημέρες, δεν μετρά μόνο καμένα στρέμματα. Μετρά δύο άδειες θέσεις στο Πυροσβεστικό Σώμα, δύο οικογένειες που «βυθίστηκαν» στο πένθος και μια κοινωνία που αναρωτιέται αν θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί αυτή η τραγωδία.
Το πραγματικό μνημόσυνο για τους δύο πυροσβέστες δεν θα γίνει με λόγια, στεφάνια και υποσχέσεις. Θα γίνει μόνο όταν σταματήσουμε να αντιμετωπίζουμε κάθε μεγάλη πυρκαγιά ως μια έκτακτη κατάσταση και αρχίσουμε να τη διαχειριζόμαστε ως τη νέα πραγματικότητα που ήδη ζούμε.
Γιατί οι φωτιές θα ξανάρθουν. Το ερώτημα είναι αν θα συνεχίσουμε να θρηνούμε ανθρώπους ή αν, επιτέλους, θα αποφασίσουμε ότι καμία ανθρώπινη ζωή δεν μπορεί να θεωρείται αποδεκτό κόστος μιας ακόμη αντιπυρικής περιόδου.
Αθάνατοι…