Στην αρχαιότητα οι Έλληνες εξελίχθηκαν σε ανθρωποκεντρικές κοινωνίες, οργανωμένες σε πόλεις-κράτη με δημοκρατικό κυρίως πολίτευμα, αλλά με έντονα ανταγωνιστική αντίληψη. Ο ανταγωνισμός αυτός οδήγησε σε αλλεπάλληλους πολέμους, με καταστροφικότερο τον Πελοποννησιακό. Όταν όμως απειλήθηκαν από τους Πέρσες, συνεργάστηκαν ως ένα έθνος. Τους ένωσε αυτό που ο Ηρόδοτος ονομάζει «όμαιμον, ομόγλωσσον, ομότροπον και ομόθρησκον».
Με το τέλος του Πελοποννησιακού Πολέμου και κυρίως μετά τη μάχη της Χαιρώνειας το 338 π.Χ., έγινε φανερό ότι το σύστημα των πόλεων είχε φτάσει σε αδιέξοδο. Ο Φίλιππος δεν κατήργησε την αυτονομία των πόλεων για τις εσωτερικές τους υποθέσεις. Δημιούργησε κάτι νέο: το Κοινό των Ελλήνων, με έδρα την Κόρινθο.
Ήταν η πρώτη απόπειρα να περάσει η πόλη σε οικουμενική κλίμακα. Μια κοσμόπολη που διαχειρίζεται τα κοινά -εξωτερική πολιτική, πόλεμο κατά των Περσών- ενώ κάθε πόλη διατηρεί τη διοικητική της αυτοτέλεια, αναλαμβάνοντας ορισμένες οικονομικές και στρατιωτικές υποχρεώσεις.
Ο Αλέξανδρος στις κατακτήσεις του δεν επανέφερε το δεσποτικό μοντέλο των Περσών. Συνέχισε την πολιτική του Φιλίππου και διέδωσε τον ελληνικό ανθρωποκεντρικό τρόπο οργάνωσης, ιδρύοντας νέες κοσμοπόλεις όπως η Αλεξάνδρεια και η Αντιόχεια. Σε αυτές δεν επέβαλε απλώς Έλληνες διοικητές, επιδίωξε σύνθεση με τα τοπικά στοιχεία.
Μετά τον πρόωρο θάνατό του, οι επίγονοί του μοίρασαν το κράτος του. Τα ελληνιστικά βασίλεια που προέκυψαν κατακτήθηκαν στη συνέχεια από τους Ρωμαίους. Οι Ρωμαίοι όμως δεν κατήργησαν το μοντέλο της κοσμόπολης, το μετέφεραν στη Ρώμη και αργότερα στην Κωνσταντινούπολη. Έτσι συνεχίστηκε, με άλλη μορφή, μέχρι το τέλος του Βυζαντίου.
Σε αυτή τη μεγάλη διάρκεια, ο Ελληνισμός κλήθηκε να συνενώσει λαούς με διαφορετική γλώσσα, πολιτισμικό επίπεδο και κοσμοθεωρία.
Αυτή η ανάγκη γέννησε μεγάλα ιστορικά γεγονότα, με σημαντικότερο τον Χριστιανισμό. Ο Ελληνισμός, αντιλαμβανόμενος τη συνενωτική δύναμη του Χριστιανισμού, ανέλαβε στη Δύση διά της Ρώμης και στην Ανατολή διά της ελληνιστικής γλώσσας, τη φιλοσοφική, θεσμική και ιδεολογική του θεμελίωση ως οικουμενικής θρησκείας και λειτούργησε ως όχημα διάδοσής του.
Χωρίς τον Ελληνισμό, ο Χριστιανισμός θα έμενε μια ιουδαϊκή αίρεση στην Παλαιστίνη. Χωρίς τον Χριστιανισμό, ο Ελληνισμός δεν θα μπορούσε να μεταφέρει την κοσμοσυστημική του αντίληψη στον σύγχρονο κόσμο.
Είναι λάθος να υποστηρίζεται ότι ο Χριστιανισμός επιβλήθηκε διά της βίας και κατέστρεψε τον Ελληνισμό. Όσοι αποδίδουν στη χριστιανική διδασκαλία ευθύνες για ελαττώματα, παραλείψεις ή για την εκκοσμίκευση και ταύτιση μέρους του Ιερατείου με την εξουσία, εκφράζουν περισσότερο την κακή τους προαίρεση παρά ιστορική κρίση.
Η Εκκλησία του Χριστού συνίσταται από όσους τηρούν το θέλημά Του επί της γης, όπως μας δίδαξε ο ίδιος στην Κυριακή Προσευχή. Η ελληνική εκδοχή του Χριστιανισμού, η Ορθοδοξία, αναπαράγει σε μεγάλο βαθμό το ανθρωποκεντρικό κεκτημένο της δημοκρατικής πόλης, δίνοντας έμφαση στην εκκλησία ως «κοινό» και ως «τρόπο ζωής» και όχι ως σύστημα κοσμικής εξουσίας με θρησκευτικό πρόσημο.
Ο Ηλίας Σταμπολιάδης είναι μηχανικός Μεταλλείων – μεταλλουργός, τ. καθηγητής Πολυτεχνείου Κρήτης
Πηγή έμπνευσης: Γ. Κοντογιώργης, «Ιστορία του Ελληνικού Κόσμου», «Το Ιερατείο»