Η μουσική είναι συνυφασμένη με τον άνθρωπο, που σημαίνει ότι συνυπάρχει ακόμα και με τον προϊστορικό άνθρωπο. Είναι ένα υψηλής αξίας μέσο που εκφράζει τα συναισθήματά του και εξωτερικεύει τις ανησυχίες του. Για να το πετύχει αυτό, ο άνθρωπος χρησιμοποιεί λέξεις (τραγούδι), καθώς και άλλα εκφραστικά μέσα.
Τα μουσικά του δημιουργήματα τα χρησιμοποιεί για να επικοινωνεί με τους συνανθρώπους του, να εξορκίζει τα φοβικά φαινόμενα, να εξευμενίζει και να λατρεύει τους θεούς, να επικαλείται τους προγόνους και να υμνεί τους νεκρούς του.
Ακόμα και να εκφράζει τον θαυμασμό, την αφοσίωση, την αγάπη, τον έρωτα και την εκτίμηση σε άλλο άτομο.
Η μουσική είναι δώρο των μουσών στον άνθρωπο, οι οποίες προστατεύουν κάθε πνευματική και καλλιτεχνική δημιουργία.
Η φράση «λατρεύει τις μούσες» σημαίνει πως καλλιεργεί τις Ωραίες Τέχνες, τα Γράμματα και γενικά τις Τέχνες. Οι Έλληνες θεοποιούν τη μουσική, αφού θεός της είναι ο μουσηγέτης Απόλλωνας.
Πολύ εύστοχα αποδίδοντας την πλατύτερη έννοια της μουσικής, ο L. Laweter γράφει ότι η λέξη «σημαίνει την παιδεία τού νου κι ακόμα περισσότερο αυτή καθαυτή την ουσία του πολιτισμού».
Ο έναρθρος λόγος δεν είναι επαρκής για να αποδώσει τις σκέψεις και τα ανθρώπινα συναισθήματα.
Έρχονται λοιπόν ως συμπλήρωμα τα ηχητικά μέσα, που εκδηλώνονται και εκφράζουν τον μουσικό λόγο.
Οι Έλληνες διακρίνουν τις Καλές Τέχνες σε δυο κατηγορίες. Στις Πλαστικές ή Εικαστικές και στη Μουσική. Και οι Εικαστικές Τέχνες εκφράζονται με την αρχιτεκτονική, την πλαστική και τη γραφική, η Μουσική δε με την ποίηση και την όρχηση.
Η σημασία της μουσικής αξιολογείται ως απαραίτητο σύνδρομο της ζωής του ανθρώπου και δικαιολογημένα ο Πυθαγόρας και ο Παυσανίας την ονομάζουν «οὐσίαν τοῦ παντός». Ο Πλάτωνας στους νόμους του λέει: «οὐδαμοῦ κινοῦνται μουσικῆς τρόποι, ἄνευ πολιτικῶν νόμων μεγίστων». Αλλά και ο Αρχαιοέλληνας συγγραφέας και ρήτορας Κουϊντιλιανός αξιολογώντας τη μουσική αποφαίνεται «οὐκ ἔστι πρᾶξις παρ᾽ ἀνθρώποις ἥτις ἄνευ μουσικῆς τελεῖται».
Ο Όμηρος, ο Αριστοτέλης κ.ά. τοποθετούν επίσης τη μουσική σε εξέχουσα θέση.
Α΄. Η μουσική διαδρομή της Κρήτης στην Αρχαιότητα
Είναι φυσικό ένας καλαίσθητος λαός, με ανησυχίες και ευαισθησίες, όπως οι Κρητικοί, να μην μείνει μακριά από τη μουσική, η οποία αποτελεί ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της πολιτιστικής τους φυσιογνωμίας «πάλαι τε και ἐπ ἐσχατων».
Άλλωστε οι Κρήτες πέρα από τη λατρεία του Κρηταγενή Δία και άλλων Ολυμπιακών θεοτήτων, ιδιαίτερες τιμές αποδίδουν στον Θεό της Μουσικής, τον Πύθιο Απόλλωνα.
Στη Γόρτυνα υπάρχει πανάρχαιο μεγάλο προς τιμήν του ιερό, όπου τελούνται τα Πύθια. Το ιερό θεωρείται ανάλογο με το μαντείο των Δελφών, με χρησμοδοτικές μάλιστα ιδιότητες.
Έτσι οι Κρήτες από το βαθύ σκοτάδι της προϊστορικής κιόλας εποχής, είναι άρρηκτα δεμένοι με τη μουσική, την εξέλιξή της και τα μουσικά γενικότερα ακούσματά της.
Σύμφωνα με τη μυθολογούσα φαντασία, ως πρωτομάστορες της Μουσικής θεωρούνται οι Ιδαίοι Δάκτυλοι. Είναι οι χαμηλόβαθμοι ορεινοί δαίμονες, που αναλαμβάνουν την προστασία του νήπιου Δία, με το ρυθμικό χτύπημα των ασπίδων τους. Η πρωτόγονη αυτή μουσική δημιουργεί φραγμό και απαγόρευση στον παιδοφάγο πατέρα του Κρόνου, που επίμονα αναζητά το αρτιγέννητο θύμα του, προσπαθώντας να ακούσει το κλάμα του.
Οι μαρτυρίες για το κρητικό υπόβαθρο της μουσικής είναι διάσπαρτες σε ελληνικά και ρωμαϊκά κείμενα. Αυτά φανερώνουν την παλαιότητα της μουσικής, αλλά και την παραπέρα μετάδοσή της στον ευρύτερο ελλαδικό και ευρωπαϊκό χώρο.
Η μουσική, παρά τις καταπιεστικές καταστάσεις που αντιμετωπίζει ο κρητικός λαός στην ιστορική του πορεία, εξελίσσεται δημιουργικά και εκφράζει ή σχολιάζει την πραγματικότητα της εποχής.
Μαρτυρία για την αξία και τον σκοπό της μουσικής αποσπούμε από την Ποικίλη Ιστορία του Αιμιλιανού που μας λέει: «Οἱ Κρῆτες τούς παῖδας μανθάνειν τούς νόμους, ἐκέλευον μετά τινος μελωδίας, ἵνα ἐκ τῆς μουσικῆς ψυχαγωγοῦνται και εὐκολότερα την μνήμην διαλαμβάνουσιν, ϊνα μη τι, τῶν κελευομένων πράξαντες, ἀγνοίᾳ πεποιηκέναι τήν ἀπολογίαν ἔχουσιν».
Η Μουσική (ποίηση, όρχηση, άσμα) χρησιμοποιείται από τους αρχαίους Κρήτες για την τιθάσευση των ηθών, τη διαμόρφωση του χαρακτήρα και τη διαπαιδαγώγηση των νέων. Η μουσική λοιπόν από την Αρχαιότητα μέχρι σήμερα, παίζει σημαντικό μορφωτικό, λατρευτικό και κοινωνικό ρόλο. Πιστεύουν ότι όταν η Μουσική συνοδεύεται από κατάλληλα άσματα και ρυθμικές χορευτικές κινήσεις, βοηθά στο να πλαστούν κόσμιοι και αρμονικοί χαρακτήρες.
Σύμφωνα με τις μαρτυρίες, που μας αφήνουν οι Αρχαίοι συγγραφείς και ιστοριολόγοι, ο Μυκηναϊκός Πολιτισμός ως διάδοχος του Μινωικού παίρνει και μεταδίδει όπου υπάρχει ελληνικό στοιχείο τα μουσικά δρώμενα της Κρήτης. Αυτά τροποποιούνται ή προσαρμόζονται στις συνήθειες και απαιτήσεις των τοπικών κοινωνιών. Η Κρήτη, λοιπόν, αποτελεί το φύραμα (μαγιά) που τροφοδοτεί τα ποικιλώνυμα μουσικά μοτίβα στα οποία στηρίζεται η βυζαντινή υμνολογία και εμπνέονται οι Ευρωπαίοι με τα υπέροχα μουσικά τους μετέπειτα δημιουργήματα.
Δεν υπάρχουν βέβαια άμεσα ή έμμεσα κείμενα της πρωτογενούς αυτής κατάστασης. Αλλά ενώ δεν υπάρχουν μουσικά κείμενα, το κενό αναπληρώνεται από τις τοιχογραφίες, τα ευρήματα και τις άλλες επιγραφικές μαρτυρίες. Όλα αυτά, σε συνδυασμό με τα μουσικά όργανα που ανακαλύπτονται στις ανασκαφές, πιστοποιούν όχι μόνο την ύπαρξή τους, αλλά και την απαρχή τους στο μεγάλο βάθος του χρόνου.
Στο λίθινο ρυτό της Αγίας Τριάδας με μορφή αβγού, φαίνονται ανάγλυφες παραστάσεις, που εικονίζουν με άψογη τεχνική όμιλο από εργάτες που φέρνουν στους ώμους τους στάχυα και γεωργικά εργαλεία, απ’ αυτά που χρησιμοποιούνται ακόμα και σήμερα. Προηγείται ηλικιωμένο άτομο με επίσημο βήμα.
Ακολουθούν οι θεριστές, που ένας απ’ αυτούς κρατεί και κάνει χρήση σείστρου (μικρού μουσικού οργάνου), ο οποίος συντονίζει το λατρευτικό ή κοινωνικό άσμα. Στη μια πλευρά της περίφημης σαρκοφάγου της Αγίας Τριάδας επίσης, εικονίζεται σπονδή, όπου οι γυναίκες πραγματοποιούν προσφορές σε νεκρό ή σε κάποια άλλη θεότητα με τη συνοδεία επτάχορδης λύρας.
Σε άλλες τοιχογραφίες των Μινωικών Ανακτόρων της Κνωσού, η μεγάλη Θεά των φιδιών φαίνεται να στέκεται σε κάποιον πέτρινο βωμό, με δυο γυναίκες γυμνές αριστερά και δεξιά, και να ψάλλουν ύμνους στη Θεά. Όλα αυτά καταδεικνύουν την εξαιρετική θέση που έχει η μουσική, καθώς και το λατρευτικό και κοινωνικό της ρόλο. Εκτιμάται ότι οι Κρήτες δίνουν τέτοια αξία στη μουσική, αφού πιστεύουν και στις θεραπευτικές της ιδιότητες.
Αλλά πληροφορίες και γνώσεις δεν αποκτούμε μόνο από τον επιγραφικό κύκλο.
Παράλληλα επιβεβαιωτικά στοιχεία μάς δίνουν Έλληνες και ξένοι ιστορικοί και ηθογράφοι. Ο Στράβωνας που από τη γιαγιά του έλκει κρητική καταγωγή, στις γεωγραφικές του περιηγήσεις ομιλεί για την αξεπέραστη ακμή της μουσικής και ορχηστρικής τέχνης από τους πανάρχαιους χρόνους. Αλλά και όλοι οι άλλοι που υπηρετούν τον κλάδο της μουσικής αποφαίνονται με τον ίδιο τρόπο.
Ο Όμηρος στην Ιλιάδα του μνημονεύει ότι η Αριάδνη, κόρη του Μίνωα, προτού ακολουθήσει τον Θησέα στο εκτός Κρήτης ταξίδι της, διδάσκεται με τους ήχους της μουσικής τον κρητικό χορό Γέρανο. Δάσκαλός της, μάλιστα, είναι ο σοφός πολυτεχνίτης και σύμβουλος του πατέρα της, Δαίδαλος.
Λέγεται ότι ο Οράτιος και ο Τίβουλος, Λατινορωμαίοι ποιητές, επενδύουν τα ποιήματά τους με την κρητική μουσική, που κυριαρχεί στον ελληνικό και ευρύτερο χώρο, με τις ανάλογες κατά περίπτωση προσαρμογές. Σύμφωνα, επίσης, με ομολογία του Δημητρίου Φαληρέα, οι Αιγύπτιοι με το τέλειο μουσικό τους παρελθόν, χρησιμοποιούν στη μουσική γραφή τους ελληνικά σημεία, με ασήμαντες παραφθορές, γεγονός που μας οδηγεί στην Κρήτη, βρυσομάνα του Πολιτισμού, στην οποία εντάσσεται και η Μουσική. Το πνεύμα, βέβαια, της κρητικής μουσικής εκτός από τους Αρχαίους συγγραφείς, το συναντούμε και στα σύγχρονα κρητικά δημοτικά τραγούδια, ως διάμεσο μάρτυρα στις σχέσεις που έχουν οι δυο αυτές μουσικές περίοδοι.
Διαπιστώνεται, λοιπόν, η αρχαιοπρέπεια της κρητικής μουσικής που αποτελεί τη φύτρα της εξελιγμένης και τελειοποιημένης σύγχρονης κρητικής, ελληνικής, ρωμαϊκής, ευρωπαϊκής και βυζαντινής μουσικής.
Η κρητική όμως λύρα δεν έχει μόνο τιμητικό, ψυχαγωγικό και κοινωνικό χαρακτήρα. Δεν βοηθά μόνο στην εκμάθηση των νόμων της πολιτείας. Ο Αθήναιος μάς πληροφορεί ότι βαδίζουν στη μάχη υπό τον ήχο της λύρας. «Καί Λακεδαιμόνιοι δέ μετ᾽ αὐλῶν ἐξορμῶσιν ἐπί τούς πολέμους καθάπερ Κρῆτες μετά λύρας».
Και ο Έφορος μας πληροφορεί σχετικά: «τακταῖς δέ τισιν ἡμέραις ἀγέλη προς ἀγέλην συμβάλλει μετά αὐλοῦ και λύρας εἰς μάχην ἐν ρυθμῷ, ὥσπερ καί ἐν τοῖς πολεμικοῖς εἰώθασιν». Σε απόσπασμα, επίσης, του Εφόρου διαβάζουμε: «…ἀσκεῖν δέ και τοξική καί ἐνοπλίῳ ὄρχησει, ἥν καταδεῖξαι Κουρήτας πρῶτον…».
Για τη μουσική των ελληνιστικών χρόνων και τις ευρύτερες επιδράσεις της, ο πανεπιστημιακός κ. Άγγελος Χασιώτης αποφαίνεται σχετικά: «Η γνωστή από την κλασική εποχή αγάπη για τη μουσική, τη χορική ποίηση και τον χορό, διαπιστώνεται και σ’ αυτή την περίοδο, με αμείωτο τον ρόλο της μουσικής στην παιδεία.
Πληροφορίες μας σώζονται, για μουσικούς αγώνες και για χορούς σε εορτές και δημόσιες εκδηλώσεις με συμμετοχή πολιτών από άλλες πόλεις. Μια νέα μορφή εκδηλώσεων ήταν οι ακροάσεις. Πλανόδιοι καλλιτέχνες, που εκμεταλλεύονταν τον κοσμοπολιτισμό και τη δίψα για παιδεία και καλλιτεχνικές εκδηλώσεις, περιόδευαν στις πόλεις του ελληνιστικού κόσμου και πρόσφεραν δείγματα της τέχνης τους σε δημόσιες παραστάσεις, κερδίζοντας αμοιβές, τιμές και προνόμια.
Στην Κρήτη τιμήθηκαν σε διάφορες πόλεις (Γόρτυνα, Ολούς Πρίανσος, Κνωσός) ξένοι καλλιτέχνες, κιθαριστές, κωμωδοί, μίμοι, χορευτές και ποιητές. Αλλά και οι Κρήτες περιόδευαν σε ξένα ιερά όπως ο Ελευθερναίος μουσικός (ύδραυλος) ο Αντίπατρος, που τιμήθηκε στους Δελφούς, ενώ στη Γόρτυνα γνωρίζουμε τον αυλητήρα Ευφράνορα. Η συχνότητα αυτών των εκδηλώσεων εξηγεί και την οικοδόμηση αυτή την εποχή θεάτρων και ωδείων σε πολλές πόλεις».
Ο Δημήτρης Κων. Σαρρής είναι πρώην υφυπουργός, ΓΓΑ, νομάρχης Ηρακλείου