1946 — 2026
το ΧΘΕΣ
80
Συναντά το ΑΥΡΙΟ
80 ΧΡΟΝΙΑ ΠΑΤΡΙΣ · Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ
ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΠΟΥ ΑΞΙΖΕΙ ΝΑ ΔΕΙΣ →

Ένα ενδιαφέρον πράγματι βιβλίο, που δεν είναι καθόλου ξεκάθαρο ποιος στην πραγματικότητα το γράφει, με σκέψεις, βήματα και αποφάσεις προβληματισμένες, ασταθείς και διστακτικές, σαν κάποιο χέρι που σιγοτρέμει λίγο πριν αγγίξει το χαρτί, και, ω του θαύματος, ποιος είναι εκείνος που το διαβάζει τελικά, γιατί κάποιες νύχτες έχω την αίσθηση ότι οι σελίδες γυρίζουν από μόνες τους και ότι κάποιος αθέατος αναγνώστης σκύβει πάνω τους με το φως μιας λάμπας, ένα βιβλίο που αφορά την πορεία μου σε τούτο τον όμορφο και ποικιλοτρόπως προκλητικό κόσμο, τον κόσμο που με δέχτηκε χωρίς να με ρωτήσει και που τον περπατάω κι εγώ, όπως και όλοι, χωρίς να τον έχουμε καταλάβει ποτέ ολόκληρο, το περιεχόμενό του ανήκει οριστικά στο παρελθόν, σε όσα έγιναν και δεν ξαναγίνονται, και παρόλα αυτά όμως δεν παύει να κρύβει νησίδες που παραπέμπουν σε μελλοντικές ανησυχίες και διαδρομές, σαν μικρά νησιά μέσα σε μια θάλασσα από μελάνι που ακόμη δεν έχει στεγνώσει, κι όποιος τα πλησιάσει με το βλέμμα νιώθει ότι η ιστορία δεν έχει κλείσει και ότι κάπου πιο μακρυά, πέρα από το τελευταίο γραμμένο κεφάλαιο, ένας ήχος από κουπιά πλησιάζει στη σιωπή, αλλά πάντως ομολογώ πως μέσα στο κείμενο αφθονούν τα πολυποίκιλα αλλά σαφώς ηθελημένα ορθογραφικά λάθη και οι εμφανείς γραμματικές ασυνταξίες και ατέλειες της όλης διάρθρωσής του, ένα γράψιμο ανθρώπινο και ατελές, χωρίς τον συνήθη ηλεκτρονικό διορθωτή και χωρίς φόβο, κι εδώ κι εκεί, σε κάποιες σελίδες, το γράψιμο με μολύβι έχει σβηστεί εν μέρει με τη γομολάστιχα, ή ίσως από τον ίδιο τον χρόνο που πέρασε, από το σύνολο των ικανών και ανίκανων στιγμών που κύλησαν πάνω του και το φθείρανε όπως το νερό φθείρει την πέτρα, κι αλλού το στυλό είναι πιο έντονο και πιέζει το χαρτί ώσπου να φανεί το αποτύπωμά του από την άλλη πλευρά, με μουτζούρες πάνω σε αστοχίες που φάνηκε πως δεν ήταν αποδεκτές, λάθη που ναι μεν έγιναν από εμένα, για την περίπτωσή μου, αλλά σχολιάστηκαν από άλλους που τυχαία βρέθηκαν δίπλα μου, ή γιατί όχι και από άλλους μακρυά μου, όχι τόσο για αυτά καθαυτά όσο για τον απώτερο αντίκτυπό τους, για τον κύκλο που άνοιξαν στο νερό όταν έπεσαν, και σε όλες τις εποχές και τις ηλικίες, ανάμεσα στις σελίδες, να εξομολογηθώ, έστω τώρα, περνούν από μέσα εκείνα τα κορίτσια και οι νεαρές γυναίκες που λαχταρούσα και δεν κατάφερα να κερδίσω για διάφορους λόγους, εκείνες οι μέρες και οι νύχτες που με ζητούσαν κι εγώ αρνήθηκα προκλητικά και άπονα, μέρες και εποχές που έζησα μαζί τους, με ένα χαμόγελο, με μια ματιά, με ένα βράδυ που κράτησε λίγο παραπάνω, κι άλλες μέρες και στιγμές που θα μπορούσα δυνητικά να έχω ζήσει και δεν έζησα ποτέ, σαν παράλληλα κεφάλαια που κανείς δεν έγραψε αλλά που εξακολουθούν να υπάρχουν ζωντανά κάπου, σε κάποιο ράφι ενός άλλου σύμπαντος, όλες εκείνες οι λεπτομέρειες που ποτέ δεν μπόρεσα να ανασύρω από το παρελθόν και να περιγράψω στη συνέχεια, για διάφορους και προφανείς λόγους, ένα χρώμα μαλλιών, ένας τόνος φωνής, ένα άρωμα που χάθηκε μέσα σε κάποιο δωμάτιο, έμειναν σαν λευκές σελίδες ανάμεσα στις γραμμένες, σαν σιωπηλά περιθώρια που κανείς δεν τόλμησε να γεμίσει, κι ίσως σε εκείνα τα σημεία να βρίσκεται το πιο αληθινό μέρος του βιβλίου, σε όσα δεν γράφτηκαν ποτέ, οπότε έτσι το βιβλίο γεμίζει ολοένα και περισσότερο, διογκώνεται εδώ και πολλές δεκαετίες, κι όσο περνά ο αδύναμος καιρός ντύνεται κατά καιρούς με πολύχρωμα αλλά ευένδοτα εξώφυλλα, άλλοτε με αδιάβροχα και πλαστικοποιημένα, κι ύστερα, τελευταία, παρουσιάζεται με ένα σκληρότερο εξώφυλλο, σαν να έμαθε επιτέλους ότι τα χρόνια φθείρουν και ότι χρειάζεται προστασία, με σκέψεις και ιδέες που τις λικνίζει το χαλαρό αεράκι που φυσά τούτες τις φθινοπωρινές μέρες, μέρες που αποφάσισαν να παραχωρήσουν τη θέση τους σε εκείνες που περίμεναν τον ερχομό τους, αφού το γνώριζαν νομοτελειακά, όπως το γνωρίζει το φύλλο πριν πέσει και η βροχή πριν σκάσει στη γη, κι ένα φύλλο ίσως από τη βεράντα να γλιστρήσει ανάμεσα στις σελίδες και να μείνει εκεί για πάντα, σαν σελιδοδείκτης που δεν τον ζήτησε κανείς, και σε αντίθεση με τα φυσικά πράγματα, που ξέρουν πότε να γεννηθούν και πότε να φύγουν, η ζωή μας άγεται και φέρεται όχι τόσο από τις βουλές μας όσο από την παντοδύναμη τύχη, τα αναπάντεχα εκείνα μυστικά που βρίσκονται καλά κρυμμένα στις πτυχές του χρόνου που επελαύνει χωρίς διακοπή, ενός αλλοπρόσαλλου χρόνου που δεν γνωρίζουμε τι ακριβώς μας επιφυλάσσει, αυτός κι ο κόσμος μας, σε κάποια καμπή της επίγειας πορείας μας, και που μας αναγκάζει να γυρίζουμε τις σελίδες χωρίς να ξέρουμε τι θα βρούμε στην επόμενη, μια χαρά ή μια απώλεια, ένα πρόσωπο ή μια σιωπή, κι έχοντας ωστόσο κατά νου όλα εκείνα τα γνωστά, όπως τα λόγια του πατέρα προς τον γιο του στο μυθιστόρημα «Ο Δρόμος» του Κόρμακ Μακάρθι, που τα είπε με απύθμενη αισιοδοξία την ώρα που γύρω του όλα έμοιαζαν ανώφελα, ότι όποιος βλέπει στον ύπνο του έναν κόσμο που δεν υπήρξε ποτέ ή που δεν θα υπάρξει ποτέ και είναι ευτυχισμένος εκεί, αυτό σημαίνει ότι έχει παραιτηθεί, και ότι «δεν μπορείς να παραιτηθείς», μια φράση που στέκεται όρθια μέσα στην καταστροφή σαν μικρό φως σε έναν δρόμο γκρίζο και γυμνό, γιατί ο καλύτερος τρόπος για να φτιάξεις τη διάθεσή σου είναι να προσπαθήσεις να φτιάξεις τη διάθεση κάποιου άλλου, όπως συνήθιζε να λέει κάποτε, όπως λένε, ο Μαρκ Τουέιν, κι ίσως αυτό να είναι το πιο απλό και το πιο βαθύ μάθημα που μας αφήνουν οι σελίδες, ότι κανείς δεν γράφει μόνος του το βιβλίο του και ότι κάθε καλή λέξη που δίνεις σε κάποιον άλλον επιστρέφει πίσω στο χαρτί σου σαν ευλογία, και τελικά ίσως αυτό να είναι το νόημα όλου του βιβλίου, ότι κάθε σελίδα, ακόμη κι η πιο μουτζουρωμένη, μένει ανοιχτή για να γραφτεί πάνω της κάτι καλύτερο, κι ότι ο αναγνώστης που δεν ξέρουμε ποιος είναι ίσως τελικά να είμαστε εμείς οι ίδιοι, ο καθένας με τον τρόπο του, να διαβάζει και να γράφει ταυτόχρονα, με το μολύβι στο ένα χέρι και τη γομολάστιχα στο άλλο, και με τη θέληση να ξαναρχίσουμε κάθε πρωί από την πρώτη λευκή σελίδα!

*Ο Γεώργιος Νικ. Σχορετσανίτης είναι τέως διευθυντής Χειρουργικής και συγγραφέας