1946 — 2026
το ΧΘΕΣ
80
Συναντά το ΑΥΡΙΟ
80 ΧΡΟΝΙΑ ΠΑΤΡΙΣ · Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ
ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΠΟΥ ΑΞΙΖΕΙ ΝΑ ΔΕΙΣ →

Φθινόπωρο. Σάββατο απόγευμα. Ο κυρ Σπύρος μάλωνε με τη γυναίκα του την Ασπασία. Νέο σχετικώς ζευγάρι. Δουλεύουν και οι δύο. Ο Σπύρος είναι εκπαιδευτικός, η Ασπασούλα εργάζεται σε τράπεζα. Στην εποχή μας ένας μισθός δεν φτάνει.

-Σαράντα κουμπιά έχετε εσείς οι άντρες στα ρούχα σας, που όλο ξηλώνονται και πρέπει να σας τα ράβουν οι γυναίκες σας! Στα σακάκια σας, στα πουκάμισά σας, στα παντελόνια σας, στα γιλέκα σας… Μουρμούριζε η Ασπασία ράβοντας ένα κουμπί.

-Στα παντελόνια μου έχω πια φερμουάρ. Όχι κουμπιά.

-Μμμ, αηδίες… Ακόμη και στην εργασία. Ο άντρας, όταν σχολάσει, έρχεται στο σπίτι του και βλέπει τηλεόραση. Και ξεκουράζεται ξένοιαστος. Και διασκεδάζει. Ενώ η εργαζόμενη γυναίκα πρέπει να μαγειρέψει, να συγυρίσει, να ξεσκονίσει, να σκουπίσει, να σφουγγαρίσει, να πλύνει ρούχα, να τα απλώσει, να τα σιδερώσει… Και όταν έχει και μικρά παιδιά… Εσείς αναπαύεστε! Σαν άρχοντες! Και εμείς είμαστε οι δούλες σας. «Ασπασία, φέρε μου ένα ποτήρι νερό!». «Ο καφές μου είναι έτοιμος;». Εμείς κάνουμε διπλή δουλειά. Κατάλαβέ το. Και έξω και μέσα στο σπίτι, όταν σχολάσουμε. Σκλάβες αιώνιες. Μέχρι να πεθάνουμε. Ανάσα δεν προλαβαίνουμε να πάρουμε. Κανονικά εμείς πρέπει να παίρνουμε διπλό μισθό και διπλή σύνταξη.

-Να το πεις στον Μητσοτάκη…

-Βρε, άι στο διάλο!

Και επειδή η σύγκρουση άρχισε να γίνεται επικίνδυνη, ο κυρ Σπύρος άρχισε τα καλοπιάσματα, τα κοπλιμέντα.

-Έλα, αγάπη μου. Εσύ κάθισε να ξεκουραστείς. Εγώ θα μαγειρέψω σήμερα.

-Μμμ… Μαγείρεψες ποτέ σου; Μόνο νερό να βράσεις ξέρεις. Όλο εμένα θα ρωτάς. Θα βαρεθώ και θα πω «Άσ΄ τα. Εγώ θα μαγειρέψω». Έχει ξαναγίνει αυτό. Πονηρέ!

-Ασπασούλα μου, σ’ αγαπώ. Μη νευριάζεις.

Και άρχισε να τραγουδάει «Καβγαδάκι, καβγαδάκι, ο έρωτας δεν ζει…»

-Βρε, άσε τα κάλπικα… Σιχαίνομαι τις μαλαγανιές σου.

Εκείνη την στιγμή μπήκε ο γιος τους, ο Αντωνάκης, στο σπίτι. Τον έφερνε η γιαγιά του, που μένει δίπλα τους. Μπροστά τους σταμάτησε ο καβγάς. Και προσπαθούσαν και οι δυο τους να δείξουν ποιος ήταν αυτός που αγαπούσε τον Αντωνάκη περισσότερο.

-Έξω έχει μια μαυρίλα, μια συννεφιά! Είπε η γιαγιά. Και αμέσως άρχισε να βρέχει δυνατά. Και έριχνε και κάτι βροντερούς κεραυνούς, που τρίζανε τα τζάμια και έτρεμε το σπίτι ολόκληρο, σαν να γινότανε σεισμός. Η γιαγιά σταυροκοπιότανε και είπε «Παναγία μου!». Πήγανε στα παράθυρα και κοιτάζανε έξω την δυνατή βροχή. Είχε αλλάξει η διάθεση όλων μέσα στο σπίτι.

Ο Σπύρος και η Ασπασία είναι νέο ζευγάρι. Έχουν ένα μόνο παιδί. Αν τα παιδιά γίνουν περισσότερα, η Ασπασούλα θα αντέξει;