Τα ακραία καιρικά φαινόμενα και η περιοδικότητά τους φαίνεται να ήταν χαρακτηριστικά του μεσογειακού κλίματος σε όλη την προϊστορική και ιστορική

περίοδο και κυρίως από τη Μινωική εποχή μέχρι σήμερα. Τα τελευταία 400.000 χρόνια, η Γη βίωσε τέσσερις κλιματικούς κύκλους. Η τελευταία παγετώδης περίοδος έληξε πριν από 12.000 χρόνια, ακολουθούμενη από θερμή περίοδο μέχρι σήμερα (Ολόκαινο).

Αυτή η περίοδος χαρακτηρίστηκε από την ανάπτυξη και την εξάπλωση της γεωργίας. Το μέσο Ολόκαινο χαρακτηρίστηκε από υψηλότερες βροχοπτώσεις και χαμηλότερες θερμοκρασίες απ’ ό,τι σήμερα. Μια εξαιρετικά υγρή περίοδος σημειώθηκε πριν από 10.000 έως 7.000 έτη π.Χ.

Οι γενικές κλιματικές συνθήκες έγιναν παρόμοιες με τις σημερινές, με χαμηλότερες βροχοπτώσεις και υψηλότερες θερμοκρασίες.

Οι Tsonis et al. (2010) έδειξαν ότι οι καιρικές συνθήκες κατά τη διάρκεια του μέσου Ολόκαινου ακολουθήθηκαν από ξηρότερες συνθήκες και γύρω στο 1450 π.Χ. άρχισε μια μακρά ξηρή περίοδος, που έληξε γύρω στο 1200 π.Χ. Επίσης, παρουσιάστηκαν ιστορικά, κλιματικά και γεωλογικά δεδομένα, που υποστηρίζουν την υπόθεση ότι η κλιματική μεταβολή που προκλήθηκε από μια έντονη δραστηριότητα Ελ Νίνιο, ίσως συνέβαλε στην κατάρρευση και την τελική εξαφάνιση του Μινωικού Πολιτισμού.

Επιπλέον, αρχαιολογικά δεδομένα από τη μινωική εποχή υποδηλώνουν αποψίλωση των δασών κατά τα τελευταία στάδιά της, οδηγώντας πολλούς μελετητές να υποθέσουν ότι οι ξηρές συνθήκες και η κακή διαχείριση του περιβάλλοντος μπορεί να ήταν σημαντικό αίτιο για την κατάρρευση του Μινωικού Πολιτισμού.

Ενδεχομένως το γεγονός ότι οι Μινωίτες ως ισχυρή ναυτική δύναμη χρειάζονταν μεγάλες ποσότητες ξύλου για την κατασκευή των πλοίων τους συνετέλεσε στην αποψίλωση των δασών.

Αρκετές μελέτες σχετικά με τις κλιματικές διακυμάνσεις στην περιοχή της Μεσογείου τα τελευταία 5.000 χρόνια έχουν τεκμηριώσει ότι υπήρξαν διάφορες κλιματικές περίοδοι, π.χ. ψυχρή περίοδος, περίπου 4500-3000,· ψυχρή και υγρή περίοδος, περίπου 3.000-2.200, και θερμή περίοδος, περίπου 2.200-1.400 π.Χ. (Angelakis and Spyridakis, 1996).

Εξαιτίας των ποικίλων κλιματικών συνθηκών, μπορεί να υποτεθεί ότι η αφθονία υδατικών πόρων δεν ήταν ποτέ η ίδια στις αρχαίες πόλεις με σημαντική πολιτιστική ανάπτυξη, όπως στην Κνωσσός, στη Ζάκρος, στη Φαιστός, στην Κίσσαμος και στη Γόρτυνα.

Κατά την περίοδο του Σιδήρου (περίπου 1300-750 π.Χ.) υπήρξε ακόμη μια ψυχρή και υγρή περίοδος. Στη συνέχεια, κατά τους αρχαϊκούς, κλασικούς και ελληνιστικούς χρόνους (περίπου 750-31 π.Χ.), το κλίμα ήταν μάλλον ζεστό και ξηρό. Κατά τη ρωμαϊκή περίοδο (περίπου 31 π.Χ.-330 μ.Χ.) επικράτησε μια ψυχρότερη και περισσότερο υγρή περίοδος.

Και τέλος, ένα ζεστό και ξηρό κλίμα επικράτησε κατά την αραβική περίοδο (821-961 μ.Χ.) και έφτασε σε κορύφωση υψηλών θερμοκρασιών και ξηρασίας περίπου το 800- 1000 μ.Χ. Τα τελευταία χίλια χρόνια, οι κλιματικές διακυμάνσεις ήταν μικρές και μεταβαλλόμενες από περιοχή σε περιοχή μέχρι την αύξηση της θερμοκρασίας του περασμένου αιώνα. Στις αρχές της περασμένης χιλιετίας, υπάρχουν ενδείξεις ενός θερμού κλίματος, γνωστού ως «μεσαιωνική θερμή περίοδος».

Στην ανατολική Μεσόγειο και ιδιαίτερα στην Κρήτη, έχουν καταγραφεί εναλλασσόμενες περίοδοι υψηλών και χαμηλών βροχοπτώσεων, με χρονολογική διάρκεια από μερικές δεκαετίες έως και πάνω από αιώνες (Markonis et al., 2016). Έτσι, το κλίμα μιας περιοχής δεν είναι μεν σταθερό, ωστόσο στον περιστροφικό μέσο όρο των μακροπρόθεσμων βροχοπτώσεων δεν παρατηρούνται σημαντικές αλλαγές.

Οι μεσογειακές κλιματικές συνθήκες είναι χαρακτηριστικές του ανατολικού-νότιου μεσογειακού περιβάλλοντος, με μικρές λεκάνες απορροής, εφήμερα ρέματα και ειδικές τοπογραφικές και υδρογεωλογικές συνθήκες. Στην Κρήτη, οι βροχοπτώσεις συσχετίζονται έντονα με το υψόμετρο εξαιτίας της ορογραφικής επίδρασης (Εικ. 1).

Με βάση τα μετεωρολογικά δεδομένα άνω των 80 ετών από τους μετεωρολογικούς σταθμούς Αθήνας και Σητείας, φαίνεται μη στατιστικά σημαντική αύξηση και μείωση, αντίστοιχα, στις ετήσιες βροχοπτώσεις.

Εφαρμόζοντας τον 7ετή κινητό μέσο όρο στις ετήσιες βροχοπτώσεις, εντοπίζονται διαδοχικές υγρές και ξηρές περίοδοι και στους δύο σταθμούς.

Υπό το φως των παραπάνω δεδομένων, επισημαίνεται ότι μια επιστημονική προσέγγιση για την πρόβλεψη του μελλοντικού κλίματος είναι εφικτή μόνο με όρους πιθανολογικής περιγραφής (Koutsoyiannis et al., 2009), ενώ δεν τεκμηριώνεται επιστημονικά η περιβόητη κλιματική αλλαγή. Για την αποφυγή λαθών, η επιστήμη, και μόνο αυτή, αναζητά την αλήθεια μέσα από αυστηρές διαδικασίες ελέγχου.

Βιβλιογραφία:

Angelakis, A. N. and S. V. Spyridakis (1996). The status of water resources in Minoan times – A preliminary study. In: Diachronic Climatic Impacts on Water Resources with Emphasis on Mediterranean Region (A. Angelakis and A. Issar, Eds.). Springer-Verlag, Heidelberg, Germany, pp. 161-191.

Koutsoyiannis D., Makropoulos C., Langousis A., Baki S., Efstratiadis A., Christofides A., Karavokiros G., and Mamassis N. (2009). Climate, hydrology, and energy, water: recognizing uncertainty and seeking sustainability. Hydrology and Earth System Sciences 13: 247-257.

Markonis, Y., Angelakis, A. N., Christy, J., and Koutsoyiannis, D. (2016). Climatic Variability and the Evolution of Water Technologies in Crete, Hellas. Water History 8: 137-157.

Tsonis, A., Swanson, A., Sugihara, K. L., and Tsonis P. A. (2010). Climate change and the demise of Minoan civilization. Clim. Past Discuss., 6, 801-815.

O Ανδρέας Ν. Αγγελάκης είναι επίτιμο μέλος και διακεκριμένο fellow του Παγκόσμιου Οργανισμού Υδατικών Πόρων