Φθινόπωρο και οι μέρες δείχνουν να βαραίνουν από το φως που χαμηλώνει δραματικά, και, τελευταία, με διάφορα συμβάματα γνωστών να περνούν σαν σκιές μπροστά από το παράθυρο της σκέψης μου, θυμήθηκα μετά από πολύ καιρό την αριστουργηματική νουβέλα του Λέοντος Τολστόι «Ο θάνατος του Ιβάν Ιλίτς», που εκδόθηκε το 1886, μια έντονα φιλοσοφική και υπαρξιακή εξερεύνηση της ανθρώπινης θνητότητας, της υποκρισίας της αστικής τάξης και της αναζήτησης του πραγματικού νοήματος της επίγειας ζωής.
Δίκην ενός καθρέφτη που κρατά ο συγγραφέας μπροστά στο πρόσωπο κάθε αναγνώστη, ψιθυρίζοντάς του με μια φωνή χωρίς οίκτο και χωρίς μίσος να κοιτάξει επιτέλους καθαρά, έτσι ο ήρωάς της, ο Ιβάν Ιλίτς, επιτυχημένος και ευκατάστατος δικαστής στην τσαρική Ρωσία, άνθρωπος που έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του ακολουθώντας ευλαβικά τα υφιστάμενα κοινωνικά πρότυπα, σαν ένα καλοκουρδισμένο ρολόι που δείχνει πάντα την ακριβή ώρα, με το γυαλισμένο γραφείο, τα πρέποντα γνωρίσματα και τις σωστές φιλίες, και διαπίστωσε τελικά, αργά, πολύ αργά, ότι σε πολλά σημεία είχε αποτύχει παταγωδώς, κι ένα εντελώς τυχαίο ατύχημα στο σπίτι του, μια στιγμή τόσο ασήμαντη που κανείς δεν θα της έδινε σημασία, στάθηκε μοιραίο για την παραπέρα πορεία του.
Και καθώς η υγεία του επιδεινώνεται ραγδαία, έρχεται αντιμέτωπος με την απόλυτη μοναξιά, αφού όλοι, τα μέλη της οικογένειάς του, γνωστοί, φίλοι και συνάδελφοι, αδυνατούν ή αρνούνται να κατανοήσουν το υπαρξιακό του δράμα και στέκονται δίπλα του σαν άνθρωποι στην όχθη ενός ποταμού, που βλέπουν κάποιον να παρασύρεται από το υπάρχον ρεύμα και δεν απλώνουν το χέρι, γιατί αυτό θα τους υπενθύμιζε ότι κι αυτοί θα βρεθούν μια μέρα στο ίδιο νερό.
Τις τελευταίες εβδομάδες της ζωής του, λοιπόν, καθηλωμένος στο κρεβάτι και υποφέροντας από φρικτούς πόνους, διέρχεται μια βαθιά εσωτερική κρίση, και αναγκάζεται να απογυμνώσει τη ζωή του από όλες τις ψευδαισθήσεις, σαν να αφαιρεί από πάνω του τα ρούχα μιας θεατρικής παράστασης που διήρκεσε δεκαετίες, και συνειδητοποιεί έντρομος ότι ολόκληρη η δήθεν πετυχημένη ζωή του ήταν τελικά κενή, τεχνητή και λανθασμένη, κι έτσι ο φόβος του θανάτου εξαφανίζεται και αντικαθίσταται από ένα λυτρωτικό, πνευματικό φως, εκεί ακριβώς όπου περίμενε το πιο βαθύ σκοτάδι.
Κι εστιάζοντας εγώ τώρα στα καθ’ ημάς, εκείνον στον οποίο θα αναφερθώ ευθύς αμέσως, τον γνώριζα εδώ και πολλές δεκαετίες μέσα από τα πολυάριθμα βιβλία του, έναν γιατρό που έγινε εξαιρετικός συγγραφέας, ο οποίος καυτηρίαζε δηκτικά πολυποίκιλα κοινωνικά θέματα και έκνομες ιατρικές συμπεριφορές, τόσο συνήθεις στην άσκηση του ιατρικού επαγγέλματος, σκιαγραφώντας με τη γλαφυρή του πένα την κοινωνική διαπλοκή και τη διαφθορά της εποχής μας σε όλο τους το μεγαλείο, σαν να κρατούσε στο χέρι ένα νυστέρι από «κοφτερές» λέξεις και να άνοιγε με αυτό τα κρυφά σημεία της κοινωνίας.
Είχα όμως την ευλογημένη τύχη να τον γνωρίσω και από κοντά, μια άνοιξη πριν από πολλά χρόνια, για λίγες μέρες, όταν έγινε μια εκδήλωση προς τιμήν του σε μια αίθουσα της πόλης μου και μου είχαν αναθέσει να μιλήσω για τον ίδιο και για το συγγραφικό του έργο.
Τον θυμάμαι ευθυτενή, με εκείνο το πρόσωπο που το αναγνώριζες από μακριά, με τον σαφή και καλά τεκμηριωμένο του λόγο και με όλα τα χαρίσματα που κουβαλά ένας ηλικιωμένος άντρας που έζησε πολλά και ποικίλα και, το κυριότερο, σημάδεψε την πνευματική ζωή του τόπου του από διάφορα μετερίζια και για πολύ καιρό, όπως ένα παλιό δέντρο που δεν χρειάζεται να υψώσει τη φωνή για να την ακούσουν τα πουλιά.
Και σήμερα, όπως είδα στα παντοδύναμα πλέον μέσα κοινωνικής δικτύωσης, έκλεισε αισίως στο σπίτι του τα ενενήντα και κάτι χρόνια, με τα κεριά να τρεμοπαίζουν πάνω στην τούρτα, έχοντας δίπλα του γνωστούς και φίλους, και κυρίως μια πανεπιστημιακό που τον επισκέπτεται και του συμπαραστέκεται ποικιλοτρόπως τις Κυριακές, σαν μια μικρή λάμπα που ανάβει κάθε εβδομάδα στο ίδιο παράθυρο για να μη χάσει ο δρόμος το φως του, ωστόσο η δική μου αλληλογραφία μαζί του οριοθετείται χρονικά σε εκείνα τα πολύ μακρινά χρόνια, όταν γνωριστήκαμε πάλι μέσα από τηλεφωνικές κλήσεις και κάπως μακρές συνομιλίες, καθώς και με ανταλλαγή των βιβλίων μας που οσονούπω έρχονταν στο εκδοτικό προσκήνιο, και σε διάφορα μέιλ του αργότερα μου έγραφε πολλά και διάφορα.
Κι ένα πρωινό που τηλεφώνησα ξανά, τώρα που κλείνει έναν ακόμη χρόνο ζωής, όπως μου εκμυστηρεύτηκε, μου διηγήθηκε κι άλλες λεπτομέρειες από τη ζωή του, ότι είχε ξαναγράψει πολλές φορές τη διαθήκη του, τροποποιώντας τη συχνά για να εξασφαλίσει με τον καλύτερο τρόπο το μέλλον της συζύγου του, όσο της έμενε, αφού εκείνος ήταν μεγαλύτερός της και θεωρητικά θα έφευγε πρώτος, αλλά εκείνη έφυγε πριν από αυτόν, από μια σκληρή και κακοήθη νόσο, κι αυτή η ανατροπή, τόσο απλή και τόσο σκληρή, μου φάνηκε σαν ένας στίχος της ζωής που κανείς δεν τον περιμένει, οι ιστορίες του λοιπόν ξεχειλίζουν από τον υπερβολικά φορτωμένο «σάκο» των αναμνήσεών του, μια τρανταχτή περιουσία από πολύτιμα ιατρικά, κοινωνικά, λογοτεχνικά και εκδοτικά γεγονότα, κρυφά και φανερά, που σημάδεψαν τον ίδιο και τη λογοτεχνική σκηνή μιας ολόκληρης πόλης, κι όταν τις αφηγείται είναι το ίδιο όπως όταν ακούς να ανοίγουν μπροστά σου ένα-ένα, τα συρτάρια μιας εποχής, γεμάτα επιστολές, φωτογραφίες, βλέμματα και σιωπές.
Όμως, η ταλαιπωρία του με μια ανίατη ακόμα πάθηση των ματιών τον εμποδίζει σε σημαντικό βαθμό να διαβάζει, έστω και στοιχειωδώς, κι έτσι ο κόσμος του έχει απελπιστικά στενέψει σε ένα σπίτι, σε μια αγαπημένη σκυλίτσα που κουρνιάζει στα πόδια του και σε μια αμνησία που έρχεται και φεύγει κατά το δοκούν, σαν σύννεφο που άγεται και φέρεται από τους ανέμους που ενέσκηψαν πάνω του, και τώρα ένα νέο ιατρικό πρόβλημα φέρνει ξανά στον νου του την επιθυμία να τελειώσουν όλα κατά τη διάρκεια της χειρουργικής επέμβασης στην οποία, κατά τα λεγόμενά του, θα οδηγηθεί ξανά.
Κι εγώ ακούω αυτή τη φωνή στο τηλέφωνο και ξέρω ότι οι λέξεις μου είναι λίγες, αλλά ότι η φωνή που απαντά, το τηλεφώνημα που επιμένει, η παρουσία δίπλα σε όποιον κουράστηκε, μετρούν περισσότερο από κάθε επιχείρημα, δεν διαφέρει, σκέφτομαι, από τη σκέψη πολλών υπερήλικων, την επιθυμία ορισμένων να πεθάνουν, να περατώσουν τη ζωή τους, ένα σύνθετο φαινόμενο που πηγάζει από βαθιά ψυχολογικά, κοινωνικά και σωματικά αίτια, την κοινωνική απομόνωση και την επερχόμενη μοναξιά από την απώλεια του, ή της συντρόφου, την αποξένωση από την οικογένεια ή την αίσθηση ότι αποτελούν βάρος για τους γύρω τους, την απώλεια σκοπού, την κατάθλιψη που τους βασανίζει, τους χρόνιους πόνους, καταστάσεις που η λογοτεχνία έχει αποτυπώσει με συγκλονιστικό τρόπο, σαν να κρατά πάντα ένα κερί πάνω από το σκοτάδι που οι άνθρωποι φοβούνται να κοιτάξουν, και παλινδρομώντας, ειδικότερα στο βιβλίο «Καθένας» (“Everyman”, 2006), ο Αμερικανός Φίλιπ Ροθ επικεντρώνεται στη θνητότητα, στην αρρώστια και στην ανθρώπινη ευθραυστότητα, παρακολουθώντας τη ζωή ενός ανώνυμου πρωταγωνιστή από τα παιδικά του χρόνια ως τον θάνατό του, ανώνυμου, όπως όλοι μας στο τέλος της ημέρας, κι αυτό το μυθιστόρημα, όπως και πολλά άλλα πάνω στο ίδιο θέμα, εμμένει στην αποτυχία των προσωπικών του σχέσεων, στη σταδιακή σωματική φθορά και στη μάχη με αυτήν, στην αθεράπευτη μοναξιά των γηρατειών, στον φόβο του θανάτου και στην κοινή μοίρα κάθε ανθρώπου, ενώ σε κάποια άλλα τονίζεται η ανεπιθύμητη εισαγωγή σε οίκο ευγηρίας και, όπως πάντα, η κοινωνική περιθωριοποίηση της τρίτης ηλικίας.
Κι ίσως στην ιστορία του Ιβάν Ιλίτς, που αναφερθήκαμε στην αρχή, εκεί που μοιάζει να κρύβεται όλο το μυστικό, το φως δεν ήρθε μόνο από μέσα του αλλά και από το απλό, ανθρώπινο χέρι που στάθηκε δίπλα του στα δύσκολα, όπως ο ταπεινός υπηρέτης που δεν κατάλαβε ποτέ τη φιλοσοφία του αλλά ήξερε να μένει κοντά. Κι έτσι φαντάζομαι τις Κυριακές σε ένα σπίτι πολύ μακριά και βορειότερα από εδώ, τη φωνή στο τηλέφωνο, τη σκυλίτσα στα πόδια, τα κεριά που τρεμοπαίζουν πάνω στην τούρτα και τον χρόνο που περιμένει υπομονετικά στο κατώφλι, ένα μικρό κομμάτι φωτός που ζητά να μην σβήσει πίσω από τα κεριά…
Ο Γεώργιος Νικ. Σχορετσανίτης είναι τέως διευθυντής Χειρουργικής και συγγραφέας