Ήταν τόσο παγερές και τόσο καταθλιπτικές εκείνες οι μέρες, όταν κηρύχθηκε ο πόλεμος. Ασταμάτητος ο ήχος της σειρήνας, κλάματα, φωνές, αποχαιρετισμοί και οδηγίες, ένας παράξενος ξεσηκωμός: «Καλή αντάμωση, καλή μου! Θα σε σκέφτομαι και θα σου γράφω μόλις βρίσκω κατάλληλη ευκαιρία.
Μείνει ήσυχη! Γιωργάκη μου, να είσαι καλό παιδάκι, φρόνιμο και μόλις γυρίσω θα σου κάνω τόοοση μια μεγάλη αγκαλιά!». Κάπως έτσι ήταν τα λόγια του στρατευμένου για το μέτωπο πατέρα, ο οποίος δύσκολα συγκρατούσε τα δάκρυά του, κάνοντας τον σταυρό του! Ηράκλειο 28η Οκτωβρίου 1940. Σύνταξη και αναχώρηση των στρατευμάτων από την πλατεία Ελευθερίας… αποχαιρετισμοί… συγκίνηση και υποσχέσεις για σύντομη και καλή αντάμωση.
Δήμος Ηρακλείου. Ένα έγγραφο του τότε δημάρχου, Εμμανουήλ Ξανθάκη, απευθύνεται προς τον εξοχότατο πρόεδρο της Κυβέρνησης και προς το Υπουργείο Εξωτερικών στην Αθήνα και αναφέρει: «Σύσσωμος λαός Δήμου Ηρακλείου Κρήτης εν πατριωτική εξάρσει πειθαρχών απολύτως Βασιλέα και εξοχότητά σας προβαίνει ενθουσιώδεις και πανηγυρικάς εκδηλώσεις επί ενάρξει εχθροπραξιών.
Επιτροπαί λαού, οργανώσεις και πλήθος ατόμων προσέρχονται Δήμον δηλούντες πίστιν και αφοσίωσιν αυτών εξοχότητά σας έτοιμοι διά πάσαν θυσίαν παρά πλευρόν Κυβερνήσεως. Αποτελεί την μεγαλυτέραν παγηγορίαν ότι κατά παρούσας στιγμάς πατριωτισμός Λαού Ηρακλείου έχει φθάσει κατακόρυφον αναμένων εν πλήρη αδελφοσύνη διαταγάς σας διά προάσπισιν τιμής και ακεραιότητος πατρίδος. Δήμαρχος Ηρακλείου, Εμμανουήλ Ξανθάκης».
Δύο μέρες αργότερα, στις 30 Οκτωβρίου 1940, ο δήμαρχος Ηρακλείου ενημερώνεται ότι από το τμήμα των τεχνικών υπηρεσιών του Δήμου Ηρακλείου έχουν στρατευθεί οι παρακάτω υπάλληλοι του Δήμου μας.
Πιο συγκεκριμένα:
1) Ιωάννης Τζομπανάκης, αρχιτέκτων του Δήμου
2) Μηνάς Σηφάκης, σχεδιαστής
3) Κων/νος Σαριδάκης, αντιγραφέας σχεδίων
4) Νικόλαος Γιαμαλάκης, επιστάτης δημοτικών έργων
5) Στυλιανός Χαιρέτης, επιστάτης δημοτικών έργων
6) Αναστάσιος Φθενάκης, επιστάτης δημοτικών έργων
7) Μιχαήλ Φαλατάκης, υδρονόμος
8) Εμμανουήλ Βενιανάκης, βοηθός οδηγού αυτοκινήτου
9) Δημήτριος Σκουρέλος, βοηθός οδηγού οδοστρωτήρος
10) Δημήτριος Αμαριανιτάκης, καραγωγεύς
11) Εμμανουήλ Κοντογιάννης, βοηθός καραγωγέως
Ο Εμμανουήλ Ξανθάκης, δήμαρχος Ηρακλείου εκείνη την περίοδο, αφού διορίστηκε με υπογραφή βασιλικού διατάγματος, αντικαθιστώντας τον δήμαρχο Μηνά Γεωργιάδη, έμεινε στη θέση αυτή μέχρι τις 14 Μαΐου 1941, ημέρα που επανήλθε στα καθήκοντά του ο Μηνάς Γεωργιάδης.
Οι καταστάσεις όμως είναι περίεργες και αρχές Ιουνίου δήμαρχος διορίζεται ο Χρήστος Ζουράρης και λίγο αργότερα, στις 7 Ιουλίου 1941, και καθ’ όλη τη διάρκεια της Κατοχής, δήμαρχος είναι ο Μάνθος Πλεύρης, ένας άνθρωπος που εξυμνούσε τις αρετές της αρείας φυλής, επιδιώκοντας, όπως και έγινε, να τα ξεπληρώσει όλα αυτά με μία μεγάλη θέση από τους κατακτητές, τη θέση του δημάρχου.
Ηράκλειο, τέτοιες μέρες, μέρες του πολέμου! Αρκετές ήταν οι κοινοποιήσεις-γνωστοποιήσεις προς του Ηρακλειώτες από τους: α) Εμμανουήλ Ορφανουδάκη, ταγματάρχη Χωροφυλακής, διοικητή Παθητικής Αεραμύνης, β) από τον δήμαρχο Εμμανουήλ Ξανθάκη και γ) από τον νομομηχανικό Ηρακλείου Κ. Χρυσικόπουλο. Επρόκειτο για την αρμόδια επιτροπή για τα αεροπορικά καταφύγια που θα κατέφευγαν οι πολίτες. Το περιεχόμενο είχε ως εξής:
«Έχομεν την τιμήν να γνωρίσωμεν υμίν, ότι η αρμοδία Επιτροπή έκρινε κατάλληλον δι’ αεροπικόν καταφύγιον του κοινού το ενταύθα και επί της οδού… υπόγειόν σας. Παρακαλείσθε όθεν όπως λάβητε παν μέτρον ίνα τούτο καταστεί προσιτόν εις το κοινόν εν περιπτώσεις συναγερμού λόγω αεροπορικής επιδρομής. Εφιστώμεν την προσοχήν ημών διά την ακριβή συμμόρφωσιν προς αποφυγήν των βαρυτάτων συνεπειών του Νόμου».
Κλείνοντας το κείμενό μου, αξίζει να αναφερθούν ονόματα οικογενειών του Ηρακλείου εκείνης της εποχής. Πρόκειται για τις οικογένειες: Ιωάννη Ελευθεράκη, Σταύρου Αλεξίου, Χρήστου Ζουράρη, Κων/νου Αρχιμανδρίτη του Νομίατρου Νικολακάκη, Κων/νου Λήμνιου, Ακράτου και Βασιλάκη, Μιχαήλ Βασιλάκη, Εμμανουήλ Βασιλάκη, του φαρμακοποιού Θεοδώρου Θεοδωρίδη, Ιωάννη Κασωτάκη, Ηρακλή Σημαιάκη, Νικολάου Φαλκωνάκη, Εμμανουήλ Παπακαλιάτη, Μιχαήλ Τζομπανάκη, Γεωργίου Φλώρου, Μιχαήλ Καπαρουνάκη, Στέφανου Μηλιαρά και άλλων. Τέτοιες μέρες που οι ώρες περνούσαν και κυλούσαν δύσκολα, που δεν ήξερε κανείς τι τον περίμενε…