Η μάθηση είναι μια πολύπλοκη, δημιουργική διαδικασία. Δεν περιορίζεται στις αίθουσες διδασκαλίας ούτε στα βιβλία. Συχνά ξεκινά από ένα ταξίδι, μια συνάντηση, μια εμπειρία που μας κάνει να δούμε τον κόσμο με διαφορετική ματιά. Μια τέτοια εμπειρία ήταν η συμμετοχή μου σε πρόγραμμα μη τυπικής εκπαίδευσης Erasmus+ στη Βαϊμάρη της Γερμανίας, τον περασμένο Ιούλιο.

Πέρα από τις γνώσεις και τις γνωριμίες με ανθρώπους από διάφορα μέρη της Ευρώπης  ανακάλυψα ότι περπατούσα στην πόλη όπου έζησε και δημιούργησε ο Γιόχαν Βόλφγκανγκ φον Γκαίτε. Και αυτό ήταν η αφετηρία μιας προσωπικής αναζήτησης που συνεχίστηκε μετά την επιστροφή στο σπίτι, ανοίγοντας δρόμους που δεν είχα φανταστεί.

Ένοιωσα μεγάλη τύχη που βρέθηκα σ’ αυτό τον τόπο και  γεννήθηκε  μέσα μου η επιθυμία να γνωρίσω καλύτερα το έργο του σπουδαίου Γερμανού λογοτέχνη. Πόσα χρόνια άραγε περίμενε το βιβλίο  «Φάουστ» ξεχασμένο σε κάποιο ράφι του σπιτιού μας; Τώρα ήταν η κατάλληλη στιγμή να μου κρατήσει συντροφιά.

Ξεκίνησα την ανάγνωση και στην πορεία μικρές σκέψεις, ερωτηματικά και  προβληματισμοί έστελναν το μυαλό μου σε άλλους τόπους και άλλες εποχές. Και κάπως έτσι έφτασα σε μια σχεδόν άγνωστη αρχαία ελληνική πόλη της Σικελίας, το Έγγυον(Engyon). Μια συναρπαστική διαδρομή ξεκίνησε μέσα από τους μύθους του Μίνωα και του Δαίδαλου, τις αφηγήσεις του Διοδώρου Σικελιώτη και του Πλουτάρχου.

Πήγαινα κι ερχόμουν από Κρήτη Σικελία από Σικελία Κρήτη, από το Μινωικό πολιτισμό στη Γερμανία του 18ου αιώνα και ξανά πίσω στο βιβλίο. Εκεί στο δεύτερο μέρος του έργου «Φάουστ», ο δαίμονας Μεφιστοφελής προτρέπει τον Φάουστ να αναζητήσει τις «Μητέρες», τις μυστηριώδεις αρχέγονες δυνάμεις από τις οποίες γεννιούνται όλες οι μορφές της ύπαρξης.

Ο Γκαίτε φαίνεται να αντλεί την έμπνευσή του από τον Πλούταρχο, ο οποίος αναφέρει ότι οι Μητέρες Θεές τιμούνταν στο Έγγυον. Γιατί, όμως, επέλεξε να μνημονεύσει αυτόν τον σχεδόν λησμονημένο τόπο και όχι κάποια από τις ξακουστές πόλεις της αρχαίας Ελλάδας;

Το ένα ερώτημα έφερε το άλλο. Ποιος ήταν ο ρόλος του περίφημου ιερού των Μητέρων Θεών που έκανε το Έγγυον γνωστό σε ολόκληρο τον αρχαίο κόσμο; Ποια ήταν η σχέση της πόλης με τον Μίνωα; Γιατί ο Δαίδαλος κατέφυγε στη Σικελία; Και πώς συνδέεται ο θάνατος του Μίνωα με την ίδρυση μιας ελληνικής πόλης;

Όσο περισσότερο αναρωτιόμουν κι έψαχνα πληροφορίες, τόσο περισσότερο συνειδητοποιούσα ότι πίσω από έναν φαινομενικά απλό μύθο κρύβεται ένα συναρπαστικό πλέγμα ιστορίας, μυθολογίας, θρησκείας και πολιτισμού.

Οι αφηγήσεις του Διοδώρου Σικελιώτη, του Πλουτάρχου και άλλων αρχαίων συγγραφέων δεν διασώζουν μόνο θρύλους· διατηρούν και τη μνήμη των σχέσεων ανάμεσα στην Κρήτη και τη Σικελία, καθώς και τις παραδόσεις ενός κόσμου που έζησε πριν από περισσότερα από τρεις χιλιάδες χρόνια.

Ας γυρίσουμε όμως στον γνωστό μύθο του Δαίδαλου και του Ίκαρου. Ο Δαίδαλος ήταν ο πιο διάσημος τεχνίτης και εφευρέτης της ελληνικής μυθολογίας και υπηρετούσε στην αυλή του βασιλιά Μίνωα, στην Κρήτη. Μετά την απόδρασή του με τα φτερά που κατασκεύασε ο ίδιος, ο γιος του ο Ίκαρος χάθηκε στη θάλασσα. Τι απέγινε όμως ο Δαίδαλος;

Ο Μίνωας ορκίστηκε να τον καταδιώξει όπου κι αν είχε καταφύγει. Και μηχανεύτηκε ένα τέχνασμα….  Οι αρχαίοι αφηγούνται ότι κρατούσε μαζί του ένα σπειροειδές κοχύλι και προκαλούσε τους βασιλιάδες να περάσουν μια κλωστή από τη μία άκρη ως την άλλη. Ήξερε ότι μόνο ο Δαίδαλος θα μπορούσε να λύσει έναν τέτοιο γρίφο.

Ο γρίφος λύθηκε στη Σικελία, στο παλάτι του βασιλιά Κώκαλου. Γιατί εκεί ο Δαίδαλος έδεσε την κλωστή σ’ ένα μυρμήγκι, άλειψε με μέλι το εσωτερικό του κοχυλιού και το μυρμήγκι ακολουθώντας το μέλι, διέσχισε το κοχύλι τραβώντας μαζί του την κλωστή.

Όταν ο Κώκαλος παρουσίασε τη λύση, ο Μίνωας κατάλαβε αμέσως ότι ο Δαίδαλος βρισκόταν στην αυλή του. Έφτασε λοιπόν στη Σικελία ζητώντας του να παραδοθεί. Ο Κώκαλος  όμως δίστασε να προδώσει τον φιλοξενούμενό του. Προσποιήθηκε ότι θα συνεργαστεί και προσκάλεσε τον Μίνωα να τον φιλοξενήσει στο παλάτι του.

Σύμφωνα με τον μύθο, ενώ ο Μίνωας λουζόταν, οι κόρες του Κώκαλου —σε ορισμένες εκδοχές με τη βοήθεια του ίδιου του Δαίδαλου— έριξαν πάνω του καυτό νερό ή καυτή πίσσα και τον σκότωσαν. Έτσι ο Δαίδαλος παρέμεινε ασφαλής στη Σικελία και ο Μίνωας βρήκε το τέλος του μακριά από την Κρήτη.

Την παράδοση αυτή διασώζει ο Διόδωρος Σικελιώτης, Έλληνας ιστορικός από τη Σικελία, που έζησε τον 1ο αιώνα π.Χ. Σύμφωνα με την αφήγησή του, οι Κρήτες πολεμιστές που είχαν συνοδεύσει τον Μίνωα βρέθηκαν ξαφνικά χωρίς βασιλιά και χωρίς τρόπο να επιστρέψουν στην πατρίδα τους.

Πολλοί εγκαταστάθηκαν στο εσωτερικό της Σικελίας και ίδρυσαν νέες πόλεις. Μία από αυτές ήταν το Έγγυον,που  κατά την παράδοση, πήρε το όνομά του από μια πηγή της περιοχής. Στη συνέχεια η  πόλη έγινε ξακουστή για το ιερό των Μητέρων Θεών, θεοτήτων που συνδέονταν με τη γονιμότητα και τη μητρότητα. Οι ερευνητές δεν γνωρίζουν με βεβαιότητα αν επρόκειτο αποκλειστικά για τη Ρέα ή για μια ομάδα κρητικών μητρικών θεοτήτων.

Εκείνο που φαίνεται βέβαιο είναι ότι το Έγγυον υπήρξε τόπος όπου συναντήθηκαν η κρητική μυθολογία, η ελληνική θρησκεία και οι τοπικές παραδόσεις της Σικελίας.

Η ακριβής θέση του αρχαίου Έγγυου δεν έχει ακόμη εντοπιστεί. Η επικρατέστερη άποψη το τοποθετεί κοντά στο σημερινό Γκάντζι (Gangi) της επαρχίας του Παλέρμο, ένα από τα ομορφότερα ορεινά χωριά της Σικελίας.

Τα παραπάνω δεν φιλοδοξούν να δώσουν οριστικές απαντήσεις. Είναι η καταγραφή μιας αναζήτησης που ξεκίνησε από μια λογοτεχνική αναφορά και εξελίχθηκε σ’ ένα ταξίδι στις αρχαίες πηγές.

Αν το Έγγυον παραμένει σήμερα σχεδόν άγνωστο, ίσως αξίζει να το γνωρίσουμε ξανά, γιατί μέσα από την ιστορία του φωτίζονται ο Μίνωας, ο Δαίδαλος, οι κρητικοί μύθοι και η διαχρονική δύναμη της ελληνικής παράδοσης να εμπνέει ανθρώπους, από τους αρχαίους ιστορικούς μέχρι τον Γκαίτε.

Τζιάκη Δέσποινα –εκπαιδευτικός,   Αύγουστος 2026