Οι θερινοί μήνες παραδοσιακά είναι η χρονική περίοδος κατά την οποία οι περισσότεροι κάτοικοι των αστικών κέντρων επιστρέφουν στα χωριά της καταγωγής τους, τουλάχιστον όσοι έχουν τις απαραίτητες προϋποθέσεις και ευκαιρίες. Αλλά και οι άλλοι, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, κατευθύνονται σε απόμερα μέρη, κατά προτίμηση παραθαλάσσια ή ορεινά, όπου απολαμβάνουν κάποιες μέρες ξεκούρασης και αλλαγής περιβάλλοντος.
Όπου και να πάει όμως κάποιος, εκείνο που χτυπά αμέσως στη ματιά του στα περισσότερα ελληνικά χωριά, κυρίως τα ορεινά, είναι κάποια μορφή εγκατάλειψης ή συρρίκνωσης. Αλλά και στον χώρο εδώ της Κρήτης, η κατάσταση είναι κάπως παρεμφερής, πλην ίσως των παραλιακών τοποθεσιών όπου οι περισσότεροι ασχολούνται με τα ενοικιαζόμενα δωμάτια ή εργαζόμενοι σε διάφορες ξενοδοχειακές μονάδες που δραστηριοποιούνται στην περιοχή τους.
Εντύπωση προκαλεί σε πολλές περιπτώσεις οι χιλιάδες ελαιώνες εδώ κι εκεί, πολλοί από τους οποίους έχουν αφεθεί στη μοίρα τους, αφού λείπει το απαραίτητο έμψυχο υλικό για να ασχοληθεί μαζί τους. Στις περισσότερες γωνιές τους φαίνονται και πολλαπλές πέτρινες περιφράξεις, οι οποίες οριοθετούσαν τις περιουσίες, αλλά και συγκρατούσαν μαζί με τα δέντρα το χώμα τους από την κατολίσθηση.
Σε ήπιους λόφους, κάποτε έσφυζαν από ζωή και πρόσφεραν τα απαραίτητα, τόσα όσα μπορούσαν να θρέψουν, να σπουδάσουν και να παντρέψουν παιδιά. Σε αρκετές άκρες ακόμα φαίνονται εγκαταλειμμένες συκιές και πληθώρα κακτοειδών φυτών, συνήθως στην περιφέρεια των ιδιοκτησιών.
Περιδιαβαίνοντας όλα τα μέρη, ενδιάμεσα ακόμα ασπρισμένα εκκλησάκια που κάποιοι τα θυμούνται σε συγκεκριμένες ημερομηνίες καλοκαιριάτικα. Κι όμως, τα πιο πολλά από αυτά τα μέρη βίωσαν ζηλευτή ανάπτυξη χάριν των σκληρών και μακροχρόνιων προσπαθειών των κατοίκων των περιοχών σε όλη εκείνη την άκρως απαιτητική μεταπολεμική περίοδο.
Για πολλές δεκαετίες, όλοι τους αγωνίστηκαν για ευημερία και προκοπή και ομολογουμένως τα κατάφεραν. Στην Κρήτη, η ελιά, το λάδι, η σταφίδα, τα σύκα και τόσα άλλα γνωστά, πρόσφεραν τα απαραίτητα όχι μόνο για επιβίωση αλλά και για περαιτέρω ανάπτυξη.
Στις δεκαετίες που ακολούθησαν, τα παιδιά τους σταδιακά εγκατέλειψαν τα πάτρια εδάφη, σπούδασαν και εγκαταστάθηκαν στις πόλεις, κάτι που έγινε πραγματικότητα στα περισσότερα μέρη της χώρας. Από τις τελευταίες όμως δεκαετίες του προηγούμενου αιώνα διαγραφόταν και φαινόταν καθαρά στον ορίζοντα τι περίπου θα επακολουθούσε.
Στην αρχή της δεκαετίας του ’90, διαφάνηκε κάποια μορφή ανάσχεσης του φαινομένου της όποιας εγκατάλειψης, με την αθρόα, παράνομη και νόμιμη, προσέλευση μεταναστών αλβανικής καταγωγής. Αλλά η ιστορία είναι και εδώ αμείλικτη.
Πολλές δεκαετίες αργότερα, και αυτοί, εργαζόμενοι σκληρά μακριά από τις πατρογονικές τους εστίες, εγκατέλειψαν τα χωριά μας, οι πιο πολλοί ήρθαν στις πόλεις της χώρας, εμπλεκόμενοι σε οικοδομικές ως επί το πλείστον δραστηριότητες, ενώ πολλοί κατευθύνθηκαν σε τουριστικές περιοχές όπου συνεχίζουν τον περισσότερο χρόνο να απασχολούνται.
Αρκετοί βέβαια γύρισαν πίσω στην πατρίδα τους, δίνοντας την απαραίτητη ενέργεια για τη θεαματική ανάπτυξη των πόλεών τους, όπως μπορεί εύκολα να παρατηρήσει ο επισκέπτης των εν λόγω περιοχών.
Έτσι, αναγκαστικά και πάλι τα περισσότερα χωριά της ελληνικής υπαίθρου οδεύουν μαθηματικά στην απύθμενης έκτασης πληθυσμιακή συρρίκνωση και σε κρίσιμη οικονομική μαράζωση. Οι περισσότεροι κάτοικοί τους είναι υπέργηροι, οι γεννήσεις έχουν πέσει κατακόρυφα, και αναγκαστικά κλείνουν σχολεία που κάποτε έσφυζαν από παιδικές φωνές και χαμόγελα.
Αναγκαστικά, ακολούθησε η εγκατάλειψη των ελαιώνων, αφού και οι εναπομείναντες νεότερης ηλικίας κατευθύνθηκαν προς τον τουρισμό. Το παρατηρούμενο εδώ και πολύ καιρό ρεύμα έχει ήδη παρασύρει και την παραδοσιακή αρχιτεκτονική των περιοχών που αναφερόμαστε, καθώς και της σταδιακής εξαφάνισης πολλών πολιτιστικών παραμέτρων, όπως ήθη, έθιμα, κ.λπ. Ίσως, η κατάσταση να σώζεται εν τινί μέτρω κατά τους θερινούς μήνες και ειδικά στις ημερομηνίες των πανηγυριών, αλλά κι αυτό δεν είναι αρκετό.
Βεβαίως, είναι εύκολο να αποδώσει κάποιος βαριές ευθύνες σε πολλούς για όλη αυτή την κατάσταση. Ευτυχώς, τελευταία γίνονται εδώ κι εκεί κάποιες αναπαλαιώσεις σπιτιών τα οποία αγοράστηκαν από ξένους, αλλά φυσικά αυτό δεν αποτελεί τη μόνη ενδεδειγμένη λύση.
Όμως, όλες οι μεταπολεμικές Κυβερνήσεις έχουν μεγάλο μερίδιο ευθύνης για τη συγκεκριμένη κατάσταση της ελληνικής υπαίθρου, όπως φυσικά και η σημερινή. Βρίσκεται ήδη στην εξουσία κάπου οκτώ χρόνια και δεν πείθουν οι ασυναρτησίες και επιπολαιότητες που εκστομίζουν απερίσκεπτα τα στελέχη της, ούτε και τα νομοσχέδια τα οποία έχουν ήδη κάνει νόμο του κράτους.
Κι αυτά περιλαμβάνουν ύπουλες και καλά κρυμμένες γραμμές για το πολεοδομικό σε αυτές τις περιοχές, την απίστευτης έκτασης προσέλκυση και εκπροσώπηση όλων των παράνομων λαθρομεταναστών, ένα θέμα στο οποίο η παρούσα Κυβέρνηση ανερυθρίαστα ξεπέρασε τους πάντες σε ψευδή επιχειρήματα δήθεν προστασίας του κράτους και επιστροφών, με τον έναν υπουργό χειρότερο του προηγούμενου στο ευαίσθητο ζήτημα της κοινωνικής συνοχής.
Κι ακόμα και την τεχνητή, όπως αποδείχτηκε, κατάργηση και κλείσιμο των ΕΛΤΑ, έτσι ώστε να επιτείνει την πληθυσμιακή κατάρρευση της επαρχίας για συγκεκριμένους λόγους που, βεβαίως, εκείνη γνωρίζει καλύτερα. Δεν έλειψαν εν τω μεταξύ και οι απείρου κάλλους δηλώσεις της υπεύθυνης υπουργού της αποκαλούμενης Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας, ακόμα κι αν προσπάθησε στη συνέχεια να περιμαζέψει και να περισώσει όσα πίστευε ότι θα μπορούσε.
Πώς θα μπορούσαμε κι εμείς με τη σειρά μας να χαρακτηρίσουμε όλα αυτά που στρέφονται εμφανώς εναντίον γνωστών απόψεων και εθνικών παραδόσεων;
Δεν είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε πόσο άραγε απασχολεί την κυβερνητική παράταξη το πρόβλημα της ελληνικής υπαίθρου και πόσο είναι σοβαρά διατεθειμένη να ενσκήψει πάνω σε αυτό. Αλλά μετά από οκτώ χρόνια παραμονής στην εξουσία, είμαστε πια πεπεισμένοι για τα χειρότερα. Τα απείρως χειρότερα! Για πολλούς και ποικίλους λόγους.
Ο Γεώργιος Νικ. Σχορετσανίτης είναι τέως διευθυντής Χειρουργικής και συγγραφέας