Πολλά ψηφιακά αρχεία αποθηκεύονται στο «νέφος» (cloud), οι εφαρμογές λειτουργούν εξ αποστάσεως και τα συστήματα Τεχνητής Νοημοσύνης (ΤΝ) απαντούν μέσα σε ελάχιστα δευτερόλεπτα. Πίσω από αυτή την εικόνα υπάρχει μια εκτεταμένη και απολύτως υλική υποδομή: τα Κέντρα Δεδομένων.
Τι είναι τα Κέντρα Δεδομένων;
Τα Κέντρα Δεδομένων (ΚΔ) είναι μεγάλα, ειδικά κατασκευασμένα κτήρια, στο εσωτερικό των οποίων βρίσκονται χιλιάδες ισχυροί υπολογιστές, οι λεγόμενοι διακομιστές, τοποθετημένοι σε συνεχείς σειρές μεταλλικών ικριωμάτων. Οι υπολογιστές αυτοί λειτουργούν αδιάκοπα, εικοσιτέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο και όλες τις ημέρες του χρόνου.
Στις εγκαταστάσεις αυτές αποθηκεύονται και υποβάλλονται σε επεξεργασία τεράστιες ποσότητες ψηφιακών πληροφοριών. Εκεί φυλάσσονται ηλεκτρονικά αρχεία, φωτογραφίες και βίντεο, λειτουργούν ιστοσελίδες, εφαρμογές, μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ηλεκτρονικά καταστήματα και τραπεζικές υπηρεσίες.
Εκεί πραγματοποιούνται πολλές από τις συναλλαγές της δημόσιας διοίκησης, αποθηκεύονται εταιρικά, ιατρικά ή επιστημονικά δεδομένα και εκτελούνται οι πολύπλοκοι υπολογισμοί που απαιτούνται για την εκπαίδευση και τη λειτουργία των συστημάτων ΤN.
Όταν ένας πολίτης αποθηκεύει μια φωτογραφία στο «νέφος», παρακολουθεί μια ταινία μέσω διαδικτύου, πραγματοποιεί μια ηλεκτρονική πληρωμή ή απευθύνει ένα ερώτημα σε ένα σύστημα ΤN, η πληροφορία δεν εξαφανίζεται σε κάποιον αόρατο ψηφιακό χώρο.
Μεταφέρεται μέσω τηλεπικοινωνιακών δικτύων σε ένα πραγματικό Κέντρο Δεδομένων, όπου υπολογιστές την αποθηκεύουν, την επεξεργάζονται και αποστέλλουν το αποτέλεσμα πίσω στον χρήστη.
Τα ΚΔ θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν «εργοστάσια της ψηφιακής εποχής». Αντί για συμβατικές γραμμές παραγωγής, περιλαμβάνουν διακομιστές, καλώδια οπτικών ινών, υποσταθμούς ηλεκτρικής ενέργειας, μετασχηματιστές, συστοιχίες μπαταριών, εφεδρικές γεννήτριες και πολύπλοκα συστήματα ψύξης.
Χρειάζονται ισχυρή και αδιάλειπτη ηλεκτροδότηση, επειδή ακόμη και μια σύντομη διακοπή μπορεί να προκαλέσει απώλεια πληροφοριών ή αναστολή κρίσιμων ψηφιακών υπηρεσιών.
Οι διακομιστές, καθώς λειτουργούν συνεχώς, παράγουν μεγάλες ποσότητες θερμότητας. Για να μη σταματήσουν ή καταστραφούν, πρέπει να ψύχονται αδιάκοπα. Για τον σκοπό αυτόν χρησιμοποιούνται κλιματιστικά συστήματα μεγάλης ισχύος, κυκλώματα υγρής ψύξης ή εγκαταστάσεις που στηρίζονται στην εξάτμιση νερού.
Επομένως, ένα μεγάλο ΚΔ μπορεί να χρειάζεται όχι μόνο ηλεκτρική ισχύ ανάλογη με εκείνη μιας μικρής πόλης, αλλά και σημαντικές ποσότητες νερού.
Η εκρηκτική αύξηση της κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας
Η σοβαρότερη περιβαλλοντική ανησυχία αφορά στην ηλεκτρική ενέργεια. Σύμφωνα με τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας, τα ΚΔ κατανάλωσαν το 2024 περίπου 415 TWh (τεραβατώρες), ποσότητα που αντιστοιχούσε περίπου στο 1,5% της παγκόσμιας κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας. Κατά την προηγούμενη πενταετία, η κατανάλωσή τους αυξανόταν με μέσο ετήσιο ρυθμό περίπου 12%.[1]
Η άνοδος συνεχίστηκε με ταχύτερο ρυθμό. Το 2025 η παγκόσμια κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας των ΚΔ αυξήθηκε κατά περίπου 17%, ενώ η κατανάλωση εκείνων που επικεντρώνονται στην Παραγωγική ΤΝ αυξήθηκε ακόμη περισσότερο, κατά περίπου 50%.
Σύμφωνα με τις προβλέψεις του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας, έως το 2030 η συνολική κατανάλωσή τους ενδέχεται να υπερδιπλασιαστεί και να προσεγγίσει τις 945 TWh, δηλαδή, ποσότητα ελαφρώς μεγαλύτερη από τη σημερινή συνολική κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας της Ιαπωνίας.[2]
Ένα συμβατικό ΚΔ μπορεί να απαιτεί ισχύ 10 έως 25 MW (μεγαβάτ), ενώ ένα υπερμεγέθες κέντρο για εφαρμογές Παραγωγικής ΤΝ μπορεί να υπερβεί τα 100 MW. Πρόκειται για ισχύ και όχι για ετήσια κατανάλωση. Όταν, όμως, απαιτείται συνεχώς, επί 24ώρου βάσεως, αντιστοιχεί σε εξαιρετικά μεγάλη ποσότητα ηλεκτρικής ενέργειας.
Για τον λόγο αυτόν δεν αρκεί μια εταιρεία να δηλώνει ότι προμηθεύεται «πράσινη ενέργεια» μέσω ετήσιων συμβολαίων ή πιστοποιητικών. Πρέπει να εξετάζεται εάν η κατανάλωση καλύπτεται πραγματικά από καθαρές πηγές κάθε ώρα της ημέρας. Όταν δεν υπάρχει επαρκής παραγωγή από τον ήλιο ή τον άνεμο, το ηλεκτρικό σύστημα μπορεί να χρειάζεται μονάδες φυσικού αερίου, λιγνίτη ή εισαγωγές για να εξασφαλίσει την αδιάλειπτη τροφοδοσία των εγκαταστάσεων.
Το νερό ως αθέατος φυσικός πόρος
Η δεύτερη μεγάλη ανησυχία αφορά την κατανάλωση νερού. Οι διακομιστές παράγουν θερμότητα και πρέπει να ψύχονται συνεχώς. Ορισμένα συστήματα ψύξης χρησιμοποιούν μεγάλες ποσότητες νερού, μέρος του οποίου χάνεται με την εξάτμιση. Υπάρχει και έμμεσο υδατικό αποτύπωμα, επειδή νερό καταναλώνεται από ορισμένους σταθμούς παραγωγής της ηλεκτρικής ενέργειας που τροφοδοτεί τις εγκαταστάσεις.
Δεν καταναλώνουν όλα τα ΚΔ την ίδια ποσότητα νερού. Η κατανάλωση εξαρτάται από το κλίμα, το είδος του εξοπλισμού, την τεχνολογία ψύξης, τη θερμοκρασία λειτουργίας και την προέλευση του χρησιμοποιούμενου νερού. Έρευνα του Εθνικού Εργαστηρίου Lawrence Berkeley έδειξε ότι το υδατικό αποτύπωμα διαφορετικών υπολογιστικών εργασιών μπορεί να παρουσιάζει αποκλίσεις μεγαλύτερες ακόμη και κατά 10.000 φορές, λόγω διαφορών στην αποδοτικότητα των διακομιστών, στα συστήματα ψύξης και στον τρόπο παραγωγής της ηλεκτρικής ενέργειας.[3]
Επομένως, δεν είναι επιστημονικά ορθό να υποστηρίζεται ότι κάθε ΚΔ καταναλώνει υποχρεωτικά τεράστιες ποσότητες πόσιμου νερού. Εγκαταστάσεις που χρησιμοποιούν κλειστά κυκλώματα, αερόψυξη, ανακυκλωμένο ή κατάλληλα επεξεργασμένο νερό μπορούν να περιορίσουν σημαντικά την επιβάρυνση.
Αντίθετα, εγκαταστάσεις που βασίζονται στην εξατμιστική ψύξη και αντλούν πόσιμο νερό μπορεί να δημιουργήσουν σοβαρό πρόβλημα, ιδιαίτερα σε θερμές και άνυδρες περιοχές, όπως η Ελλάδα.
Η διάκριση αυτή είναι εξαιρετικά σημαντική για τη Μεσόγειο και ιδιαίτερα για την Ελλάδα. Η χώρα αντιμετωπίζει συχνότερες και μεγαλύτερες περιόδους ξηρασίας, μειωμένες βροχοπτώσεις σε ορισμένες περιοχές, πίεση στους υπόγειους υδροφορείς και αυξημένες ανάγκες ύδρευσης κατά τους θερινούς μήνες. Οι ίδιοι καύσωνες που αυξάνουν την ανάγκη ψύξης των ΚΔ επιβαρύνουν συγχρόνως τα αποθέματα νερού και το ηλεκτρικό σύστημα.
Η χρήση πόσιμου νερού για την ψύξη μιας μεγάλης εγκατάστασης δεν μπορεί, συνεπώς, να αντιμετωπίζεται ως μια συνηθισμένη επιχειρηματική επιλογή. Το νερό αποτελεί περιορισμένο δημόσιο αγαθό, αναγκαίο για τα νοικοκυριά, τη γεωργία, τον τουρισμό και τα οικοσυστήματα. Η χρήση του από μια ιδιωτική ψηφιακή εγκατάσταση πρέπει να εγκρίνεται μόνον εφόσον αποδεικνύεται ότι δεν υπονομεύει τις βασικές ανάγκες της κοινωνίας.
Εκπομπές, πρώτες ύλες και ηλεκτρονικά απόβλητα
Το περιβαλλοντικό αποτύπωμα των ΚΔ δεν περιορίζεται στην καθημερινή λειτουργία τους. Η κατασκευή των κτηρίων απαιτεί μεγάλες ποσότητες σκυροδέματος και χάλυβα. Η παραγωγή διακομιστών και προηγμένων ημιαγωγών χρειάζεται ηλεκτρική ενέργεια, καθαρό νερό, χημικές ουσίες και κρίσιμες πρώτες ύλες.
Επειδή οι επεξεργαστές της Παραγωγικής ΤΝ εξελίσσονται ταχύτατα, ο εξοπλισμός κινδυνεύει να αντικαθίσταται ολοένα συχνότερα. Έτσι αυξάνονται τα ηλεκτρονικά απόβλητα, ορισμένα από τα οποία περιέχουν πολύτιμα αλλά και επικίνδυνα υλικά.
Η περιβαλλοντική αποτίμηση πρέπει, επομένως, να καλύπτει ολόκληρο τον κύκλο ζωής, δηλαδή, την εξόρυξη των πρώτων υλών, την κατασκευή, τη μεταφορά, τη λειτουργία, την επαναχρησιμοποίηση και την τελική ανακύκλωση.
Παράλληλα, τα ΚΔ διαθέτουν εφεδρικές γεννήτριες, συχνά πετρελαίου, για την αντιμετώπιση διακοπών ηλεκτροδότησης. Μπορεί να λειτουργούν μόνο σε έκτακτες περιστάσεις ή κατά τις δοκιμές συντήρησης, προκαλούν όμως τοπικές εκπομπές ατμοσφαιρικών ρύπων και θόρυβο, τα οποία πρέπει επίσης να συνυπολογίζονται στην περιβαλλοντική αδειοδότηση.
Πόσα Κέντρα Δεδομένων χρειάζεται η Ελλάδα;
Ένα περιορισμένο και ορθολογικά σχεδιασμένο δίκτυο ΚΔ είναι χρήσιμο για την Ελλάδα. Μπορεί να αυξήσει την ταχύτητα και την ασφάλεια των ψηφιακών υπηρεσιών, να περιορίσει την εξάρτηση από εγκαταστάσεις άλλων χωρών, να εξυπηρετήσει τη δημόσια διοίκηση, τις επιχειρήσεις, τα πανεπιστήμια και τα ερευνητικά ιδρύματα και να αναβαθμίσει τη γεωπολιτική θέση της χώρας ως τηλεπικοινωνιακού κόμβου ανάμεσα στην Ευρώπη, στην Ασία και στην Αφρική.
Από αυτό, όμως, δεν προκύπτει ότι κάθε σχεδιαζόμενη επένδυση είναι αυτομάτως ωφέλιμη ούτε ότι η Ελλάδα πρέπει να επιδιώκει απεριόριστη συγκέντρωση τέτοιων εγκαταστάσεων. Άλλο είναι η δημιουργία υποδομών που καλύπτουν τις ανάγκες της ελληνικής οικονομίας και άλλο η μετατροπή της χώρας σε χώρο φιλοξενίας εξαιρετικά ενεργοβόρων εγκαταστάσεων, οι οποίες θα εξυπηρετούν κυρίως διεθνείς ψηφιακές αγορές.
Η Ελλάδα ήδη προσελκύει σημαντικές σχετικές επενδύσεις στην Αττική, στην Κρήτη και στη Δυτική Μακεδονία. Ιδιαίτερης κλίμακας είναι ο σχεδιασμός της ΔΕΗ για Κέντρο Δεδομένων ισχύος 300 MW στον χώρο του Ατμοηλεκτρικού Σταθμού Αγίου Δημητρίου στην Κοζάνη, με δυνατότητα επέκτασης έως το 1 GW (γιγαβάτ).
Σύμφωνα με τον επιχειρηματικό σχεδιασμό της εταιρείας, η πρώτη φάση επιδιώκεται να τεθεί σε λειτουργία έως το τέλος του 2028.[4]
Μια τέτοια επένδυση θα μπορούσε να συνεισφέρει στη μεταλιγνιτική ανάπτυξη της Δυτικής Μακεδονίας, να ενισχύσει τις ψηφιακές υποδομές και να δημιουργήσει θέσεις εργασίας. Η μεγάλη της κλίμακα, ωστόσο, επιβάλλει πλήρη και δημόσια εξέταση των ενεργειακών και υδατικών αναγκών της.
Πρέπει επίσης να διευκρινιστεί πόσες από τις θέσεις εργασίας θα είναι μόνιμες, καθώς τα ΚΔ δημιουργούν συνήθως μεγάλη απασχόληση κατά την κατασκευή, αλλά αναλογικά λιγότερες θέσεις μετά την έναρξη της αυτοματοποιημένης λειτουργίας τους.
Η ανεξέλεγκτη ανάπτυξη μεγάλων ΚΔ μάλλον δεν εξυπηρετεί το μακροπρόθεσμο συμφέρον της Ελλάδας, εάν συνεπάγεται κατανάλωση πόσιμου νερού, δέσμευση μεγάλου μέρους της διαθέσιμης ηλεκτρικής ισχύος, επενδύσεις του Δημοσίου σε υποδομές για την εξυπηρέτηση ιδιωτικών εταιρειών και περιορισμένες μόνιμες θέσεις εργασίας.
Το οικονομικό όφελος πρέπει να συγκρίνεται με το πραγματικό ενεργειακό, υδατικό και κοινωνικό κόστος. Το 2025, η εγχώρια ζήτηση στην Ελλάδα ανήλθε περίπου σε 56,5 TWh. Ένα Κέντρο Δεδομένων ισχύος 300 MW, εάν λειτουργούσε συνεχώς και στη μέγιστη ισχύ του, θα μπορούσε να καταναλώνει περίπου 2,63 TWh ετησίως, ποσότητα ίση με το 4,7% της συνολικής ελληνικής ζήτησης.
Εάν μελλοντικά η εγκατάσταση επεκτεινόταν στο 1 GW, η θεωρητική κατανάλωσή της θα μπορούσε να προσεγγίσει το 15,5% της σημερινής ετήσιας ζήτησης της χώρας.
Για κάθε σχεδιαζόμενη εγκατάσταση πρέπει να απαντώνται δημοσίως συγκεκριμένα ερωτήματα:
- Πόση ηλεκτρική ενέργεια θα καταναλώνει και από ποιες πηγές θα προέρχεται;
- Πόσο νερό θα χρησιμοποιεί καθημερινά και ιδιαίτερα κατά τους θερινούς μήνες;
- Θα χρησιμοποιείται πόσιμο, ανακυκλωμένο, επεξεργασμένο ή θαλασσινό νερό;
- Πώς θα επηρεάζονται η ύδρευση, η γεωργία και οι τοπικοί υδροφορείς;
- Πόσες μόνιμες και ποιοτικές θέσεις εργασίας θα δημιουργηθούν;
- Ποιος θα πληρώσει για την επέκταση των δικτύων ηλεκτροδότησης και ύδρευσης;
- Θα αξιοποιείται η απορριπτόμενη θερμότητα για τηλεθέρμανση ή άλλες χρήσεις;
- Ποιο μέρος της υπολογιστικής υποδομής θα εξυπηρετεί πραγματικές ανάγκες της Ελλάδας;
Δεν αρκεί, επίσης, κάθε επένδυση να εξετάζεται χωριστά. Χρειάζεται εκτίμηση των σωρευτικών επιπτώσεων όλων των ΚΔ μιας περιοχής.
Η ευρωπαϊκή απάντηση και τα όρια της αυτορρύθμισης
Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει αρχίσει να διαμορφώνει αυστηρότερο πλαίσιο. Η αναθεωρημένη Οδηγία για την Ενεργειακή Απόδοση και ο Κατ’ Εξουσιοδότηση Κανονισμός 2024/1364 καθιέρωσαν υποχρεώσεις παρακολούθησης και υποβολής στοιχείων για την ενεργειακή απόδοση και το υδατικό αποτύπωμα των μεγαλύτερων εγκαταστάσεων.
Ο κανονισμός προβλέπει ότι πρέπει να μετρώνται οι ποσότητες νερού που εισέρχονται στα όρια κάθε ΚΔ, ενώ δημιουργείται ευρωπαϊκή βάση καταγραφής των σχετικών στοιχείων.[5]
Η υποχρεωτική καταγραφή αποτελεί σημαντικό βήμα, αλλά δεν αρκεί. Τα στοιχεία πρέπει να είναι δημόσια, συγκρίσιμα, ανεξάρτητα επαληθεύσιμα και κατανοητά στους πολίτες. Εκτός από γενικούς δείκτες αποδοτικότητας χρειάζεται να δημοσιοποιούνται η συνολική κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας, η πραγματική προέλευσή της, η χρήση πόσιμου και ανακυκλωμένου νερού, οι εκπομπές σε ολόκληρο τον κύκλο ζωής και η διαχείριση του παλαιού εξοπλισμού.
Από την ανησυχία στην υπεύθυνη ψηφιακή ανάπτυξη
Η λύση δεν είναι η απόρριψη των ΚΔ ούτε η ανακοπή της τεχνολογικής προόδου. Είναι η επιβολή σαφών και δεσμευτικών περιβαλλοντικών όρων όπως: ορθολογική χωροθέτηση, πραγματική ωριαία κάλυψη από καθαρές πηγές ενέργειας, συστήματα κλειστού κυκλώματος ψύξης, απαγόρευση ή αυστηρός περιορισμός της χρήσης πόσιμου νερού σε περιοχές με υδατικό έλλειμμα, επιμήκυνση της ζωής του εξοπλισμού και υποχρεωτική ανακύκλωσή του.
Ιδιαίτερα στη Δυτική Μακεδονία, η πλεονάζουσα θερμότητα θα μπορούσε, εφόσον αποδειχθεί τεχνικά και οικονομικά εφικτό, να διοχετεύεται τον χειμώνα στα δίκτυα τηλεθέρμανσης. Οι επενδυτές πρέπει επίσης να συμμετέχουν στο κόστος ενίσχυσης των ηλεκτρικών και υδατικών υποδομών, ώστε αυτό να μη μετακυλίεται στους πολίτες.
Η Ελλάδα χρειάζεται σύγχρονες ψηφιακές υποδομές. Δεν χρειάζεται, όμως, να εξελιχθεί άκριτα σε αποθήκη δεδομένων της Ευρώπης, διαθέτοντας πολύτιμη ενέργεια και νερό χωρίς επαρκές κοινωνικό και οικονομικό αντάλλαγμα. Το ερώτημα δεν είναι «Κέντρα Δεδομένων ή καθόλου Κέντρα Δεδομένων». Το πραγματικό ερώτημα είναι πόσα χρειάζεται η χώρα, πού μπορούν να εγκατασταθούν και με ποιους δεσμευτικούς όρους.
Η ψηφιακή και η πράσινη μετάβαση δεν είναι από τη φύση τους ταυτόσημες. Μπορούν να λειτουργήσουν συμπληρωματικά μόνον εφόσον η ψηφιακή ανάπτυξη υπακούει σε μετρήσιμους περιβαλλοντικούς κανόνες και σε ουσιαστικό δημόσιο έλεγχο. Διαφορετικά, υπάρχει ο κίνδυνος το «άυλο νέφος» της ψηφιακής εποχής να στηριχθεί σε μια εξαιρετικά υλική πραγματικότητα: περισσότερη παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, μεγαλύτερη κατανάλωση νερού, περισσότερες πρώτες ύλες και νέα ηλεκτρονικά απόβλητα.
Η ανησυχία για τα Κέντρα Δεδομένων, επομένως, δεν αποτελεί τεχνοφοβία. Αποτελεί εύλογο και αναγκαίο αίτημα να γνωρίζουμε ποιος καταναλώνει τους φυσικούς πόρους της χώρας, σε ποια έκταση, με ποιο κοινωνικό όφελος και με ποιες εγγυήσεις για τις επόμενες γενιές.
Παραπομπές – Βιβλιογραφία
- International Energy Agency. Energy and AI: Energy Demand from AI. Paris: IEA, 2025. Η ενεργειακή ζήτηση της Τεχνητής Νοημοσύνης.
- International Energy Agency. Key Questions on Energy and AI. Paris: IEA, 2026. Σύνοψη και προβλέψεις έως το 2030.
- Lei, Nuoa, et al. “The Water Use of Data Center Workloads: A Review and Assessment of Key Determinants.” Lawrence Berkeley National Laboratory, 2025. Μελέτη για το υδατικό αποτύπωμα των υπολογιστικών εργασιών.
- Public Power Corporation. “Capital Raising through Share Capital Increase for the Funding of PPC Group’s New 2030 Strategic Plan.” Αθήνα, 23 Απριλίου 2026. Σχεδιασμός του Κέντρου Δεδομένων στην Κοζάνη.
- Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Κατ’ Εξουσιοδότηση Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1364 της 14ης Μαρτίου 2024 για την πρώτη φάση θέσπισης κοινού ενωσιακού συστήματος αξιολόγησης των Κέντρων Δεδομένων. Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, 17 Μαΐου 2024. Πλήρες κείμενο του Κανονισμού.
- International Energy Agency. “Data Centre Electricity Use Surged in 2025, Even with Tightening Bottlenecks Driving a Scramble for Solutions.” 16 Απριλίου 2026. Αύξηση της κατανάλωσης και βελτίωση της αποδοτικότητας.
- Shehabi, Arman, et al. 2024 United States Data Center Energy Usage Report. Berkeley, CA: Lawrence Berkeley National Laboratory, 2024. Έκθεση για την κατανάλωση ενέργειας των Κέντρων Δεδομένων.
- European Commission, Joint Research Centre. “The EU Code of Conduct for Data Centres: Towards More Innovative, Sustainable and Secure Facilities.” 5 Σεπτεμβρίου 2023. Ευρωπαϊκός κώδικας ενεργειακής και περιβαλλοντικής απόδοσης.
- Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας. «Σε δημόσια διαβούλευση σχέδιο νόμου για τα Κέντρα Δεδομένων: πολεοδομικές, χωροταξικές, ενεργειακές και περιβαλλοντικές ρυθμίσεις». 31 Οκτωβρίου 2023. Ελληνικό θεσμικό πλαίσιο.
Η Ιωάννα Δ. Μαλαγαρδή είναι δρ Υπολογιστικής Γλωσσολογίας και ιστορικός