Ένα λογοτεχνικό βιβλίο μπορεί να περάσει από πολλά χέρια εωσού φτάσει στον αναγνώστη. Από του συγγραφέα, του εκδότη, του τυπογράφου, του βιβλιοπώλη. Κάποτε, όμως, βρίσκει μπροστά του και χέρια που δεν θέλουν να το διαβάσουν. Ζητούν να το σταματήσουν.
Η πρόσφατη υπόθεση της Ιρλανδής συγγραφέα Σάλι Ρούνεϊ στη Βρετανία ανασύρει και πάλι ένα φλέγον ζήτημα στην επιφάνεια. Η ίδια και ο εκδοτικός της οίκος πήραν την απόφαση να διακόψουν τη διάθεση των βιβλίων της στη χώρα, καθώς η νομοθεσία για την απαγορευμένη οργάνωση Palestine Action δημιουργεί νομικά εμπόδια στην καταβολή των δικαιωμάτων της. Δεν μιλούμε, όμως, για απαγόρευση που επιβλήθηκε επειδή κρίθηκε παράνομο το περιεχόμενο των έργων της. Το ορατό και λυπηρό αποτέλεσμα, ωστόσο, είναι να αποσύρονται τα βιβλία μιας συγγραφέα από την αγορά.
Η λογοκρισία, όπως έχουν δείξει πολλάκις και διδάξει η ζωή και η ιστορία, έχει πολλούς τρόπους να εμφανίζεται, όπως ο μυθικός Πρωτέας. Άλλοτε φιμώνει το βιβλίο πριν φτάσει στο ράφι. Άλλες φορές αφήνει τις σελίδες του στη θέση τους, αλλά αλλάζει και παραποιεί, για συγκεκριμένο σκοπό, το νόημά τους. Χαλκεύει το περιεχόμενο, αφαιρεί ό,τι ενοχλεί και προσθέτει ό,τι βολεύει εκείνους που έχουν συμφέρον να ελέγξουν το νόημα. Κι έτσι καταλήγει ο αναγνώστης να πιστεύει πως έχει μπροστά του τη σκέψη και τα πιστεύω του συγγραφέα, ενώ, στην πραγματικότητα, καλείται να αντιμετωπίσει μια εκδοχή «περιποιημένη» από ξένα χέρια για ιδιοτελείς σκοπούς. Γιατί δεν κινδυνεύουμε μόνο όταν μας απαγορεύουν να διαβάσουμε ένα βιβλίο, αλλά και όταν μας αφήνουν να διαβάσουμε κάτι που ο συγγραφέας δεν έγραψε ποτέ…
Κάθε βιβλίο, βέβαια, ας το ξεκαθαρίσουμε αυτό, δεν στέκεται υπεράνω κριτικής. Ούτε ο συγγραφέας αποκτά αλάθητο, διότι κρατά γραφίδα αντί για εξουσία. Η απάντηση, εντούτοις, σε μια ιδέα με την οποία διαφωνούμε ή που μας ενοχλεί ως κοινωνία δεν είναι να τη «σβήσουμε από τον χάρτη» ή να καταστρέψουμε το έργο που την εκφράζει. Είναι να την αντικρούσουμε με επιχειρήματα, να εξετάσουμε ενδελεχώς τι πραγματικά έχει να μας πει, να την αφήσουμε ελεύθερη να συναντηθεί και να συμπορευτεί ή να συγκρουστεί με άλλες ιδέες. Κι αν αντέξει στον αντίλογο, θα έχει κερδίσει τη θέση της όχι με την προστασία της εξουσίας, αλλά με τη δύναμη των επιχειρημάτων της. Αυτό θα είναι ωφέλιμο όχι μόνο για την ίδια, αλλά και για το σύνολο της κοινωνίας.
Γιατί, όταν αρχίζουμε να διορθώνουμε ή να «αλλάζουμε τα φώτα» στα βιβλία για να μην ενοχλούν, αργά ή γρήγορα θα χρειαστεί να διορθώσουμε και τους αναγνώστες. Κι εκεί τα πράγματα είναι, αλήθεια, δυσκολότερα και επικίνδυνα για το παρόν και το μέλλον των ανθρώπων και των κοινωνιών.