Το φθινόπωρο έρχεται πάντα αθόρυβα. Δεν χτυπά την πόρτα μας, μπαίνει από τις χαραμάδες, αφήνοντας πάνω στα φύλλα το χρώμα της ωριμότητας και μέσα στις ψυχές εκείνη τη γνώριμη αίσθηση πως ένας ακόμη κύκλος της ζωής αρχίζει.

Κι όμως, το φετινό φθινόπωρο δεν μοιάζει με τα άλλα. Δεν επιστρέφουμε απλώς από τις διακοπές. Επιστρέφουμε στην πραγματικότητα.

Στις υποχρεώσεις, στους λογαριασμούς, στις τιμές που ανεβαίνουν, στους μισθούς που δυσκολεύονται να ακολουθήσουν τις ανάγκες μας, στις οικογένειες που κάνουν ξανά λογαριασμό πριν ανοίξουν το πορτοφόλι τους. Επιστρέφουμε σε μια κοινωνία που κουράστηκε να περιμένει και σε έναν πολίτη που δεν ζητά πια θαύματα, ζητά το αυτονόητο:

Αξιοπρέπεια! Ασφάλεια! Δικαιοσύνη!

Μια ζωή που να μπορεί να μεταβεί από την παθητική επιβίωση στον συνειδητό σχεδιασμό της. Οι προσδοκίες του φθινοπώρου, λοιπόν, δεν είναι μόνο προσωπικές. Είναι βαθιά κοινωνικές και πολιτικές. Ο πολίτης θέλει να αισθανθεί ότι η Πολιτεία τον βλέπει.

Όχι μόνο όταν έρχονται εκλογές. Όχι μόνο όταν χρειάζεται την ψήφο του. Όχι μόνο μέσα από αριθμούς, δείκτες ανάπτυξης και στατιστικές που συχνά παρουσιάζουν μια πραγματικότητα πολύ διαφορετική από εκείνη που βιώνει ο άνθρωπος στην καθημερινότητά του. Γιατί πίσω από κάθε αριθμό υπάρχει ένας άνθρωπος.

Πίσω από κάθε ακρίβεια υπάρχει μια οικογένεια. Πίσω από κάθε κλειστό μικρό κατάστημα υπάρχει ένας επαγγελματίας που πάλεψε χρόνια για να σταθεί όρθιος. Πίσω από κάθε νέο που αναζητά εργασία υπάρχει ένα όνειρο που περιμένει να του δοθεί χώρος. Και πίσω από κάθε ηλικιωμένο που μετρά τα ευρώ της σύνταξής του, υπάρχει μια ολόκληρη ζωή εργασίας και προσφοράς.

Το μεγάλο ζητούμενο αυτού του φθινοπώρου είναι, ίσως, να ξαναβρούμε την εμπιστοσύνη. Την εμπιστοσύνη στους θεσμούς, στην πολιτική, στο κράτος, αλλά κυρίως στην ίδια την κοινωνία!

Γιατί όταν ο πολίτης αισθάνεται ότι δεν ακούγεται, απομακρύνεται. Όταν αισθάνεται ότι οι αποφάσεις λαμβάνονται ερήμην του, αδιαφορεί. Και όταν η αδιαφορία γίνει συνήθεια, τότε η Δημοκρατία χάνει κάτι πολύ σημαντικότερο από μια ψήφο: χάνει τη συμμετοχή. Και μια κοινωνία χωρίς συμμετοχή γίνεται εύκολα κοινωνία θεατών.

Εμείς, όμως, δεν έχουμε ανάγκη από θεατές. Έχουμε ανάγκη από πολίτες. Από ανθρώπους που θα μιλούν, θα διεκδικούν, θα ελέγχουν, θα προτείνουν, θα διαφωνούν. Από μια νέα σχέση ανάμεσα στην πολιτική και την κοινωνία, όπου η πολιτική δεν θα είναι μια μακρινή σκηνή και ο πολίτης ένας απλός χειροκροτητής.

Το φθινόπωρο έχει αυτή τη δύναμη: μας καλεί να επιστρέψουμε στα ουσιώδη. Να κοιτάξουμε τι αφήσαμε πίσω και τι θέλουμε να χτίσουμε μπροστά. Και ίσως εδώ βρίσκεται η μεγαλύτερη προσδοκία μας. Να μη συνηθίσουμε την αδικία! Να μη θεωρήσουμε φυσιολογική την ακρίβεια! Να μη δεχτούμε ως αναπόφευκτη την απαξίωση της καθημερινότητας! Να μη μάθουμε να ζούμε με λιγότερη ελπίδα!

Γιατί ένας λαός που συνηθίζει στα λίγα, κάποια στιγμή μπορεί να πάψει να διεκδικεί τα πολλά.

Κι αυτό θα ήταν η μεγαλύτερη ήττα. Το φθινόπωρο, όμως, δεν είναι μόνο εποχή απολογισμού, είναι και εποχή σποράς. Και η κοινωνία μας χρειάζεται τώρα σπόρους. Σπόρους παιδείας, πολιτισμού, αλληλεγγύης, κοινωνικής δικαιοσύνης. Χρειάζεται μια πολιτική που να επενδύει στον άνθρωπο και όχι μόνο στους αριθμούς.

Που να κατανοεί πως η ανάπτυξη δεν μετριέται αποκλειστικά σε ποσοστά, αλλά και στο αν ένα παιδί μπορεί να ονειρευτεί το μέλλον του στον τόπο όπου γεννήθηκε.

Στο αν ένας νέος άνθρωπος μπορεί να εργαστεί χωρίς να χρειάζεται να εγκαταλείψει την πατρίδα του. Στο αν μια οικογένεια μπορεί να μεγαλώσει τα παιδιά της χωρίς διαρκή οικονομικό φόβο. Στο αν ο ηλικιωμένος μπορεί να γερνά με αξιοπρέπεια. Στο αν ο πολιτισμός, η παιδεία και η ποιότητα ζωής αντιμετωπίζονται ως ανάγκες και όχι ως πολυτέλειες. Αυτές είναι οι πραγματικές μετρήσεις μιας κοινωνίας.

Και καθώς τα πρώτα φύλλα πέφτουν, ίσως πρέπει να πέσουν μαζί τους και κάποιες παλιές βεβαιότητες. Η βεβαιότητα ότι «τίποτα δεν αλλάζει». Η βεβαιότητα ότι «έτσι είναι η πολιτική». Η βεβαιότητα ότι «εμείς δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα».

Μπορούμε! Όχι πάντα μόνοι μας, αλλά μαζί. Γιατί η κοινωνία αλλάζει όταν ο φόβος μετατρέπεται σε διεκδίκηση, η αγανάκτηση σε συμμετοχή και η απογοήτευση σε δημιουργική δύναμη. Ας είναι, λοιπόν, αυτό το φθινόπωρο μια εποχή αφύπνισης!

Ας μη ζητήσουμε μόνο από τους άλλους να αλλάξουν. Ας ζητήσουμε πρώτα από τον εαυτό μας να μην αδιαφορεί. Να μην προσπερνά τον διπλανό. Να μην σιωπά μπροστά στο άδικο.

Να μην εγκαταλείπει την ελπίδα. Γιατί οι εποχές αλλάζουν από μόνες τους, οι κοινωνίες, όμως, αλλάζουν μόνο όταν οι άνθρωποι αποφασίζουν να σηκωθούν από τη θέση του θεατή και να γίνουν πρωταγωνιστές. Και ίσως αυτή να είναι η μεγαλύτερη προσδοκία του φετινού φθινοπώρου:

Να ξαναγίνουμε πολίτες μιας κοινωνίας που δεν περιμένει απλώς το αύριο, αλλά έχει το θάρρος να το διεκδικήσει!

Η Εύα Καπελλάκη-Κοντού είναι εκπαιδευτικός, αρθρογράφος και ραδιοφωνική παραγωγός