Παλιούς καλούς καιρούς μάς θυμίζει η φετινή εποχή του φθινοπώρου. Αρκετές οι βροχές, μόνο που σε μερικά μέρη έχουν αποβεί καταστροφικές, χάνοντας ακόμα και ανθρώπινες ζωές. Παρ’ όλα αυτά όμως είναι καλοδεχούμενες για τον διψασμένο τόπο μας και σίγουρα ευεργετικές για τον εμπλουτισμό του υδροφόρου ορίζοντα. Διανύουμε λοιπόν τον δεύτερο μήνα του φθινοπώρου, τον Οκτώβρη, έναν μήνα που σχετίζεται με το άνοιγμα των καζανιών. «Τα τσίκουδα περιμένουν τη σειρά τους», ακούμε από τους παλιότερους να λένε: «Όταν δε βρέξει «δε μυρίζει το καζάνι». Λογικά έχουν δίκιο. Διαφορετικά είναι το καζάνι όταν κρυώσει ο καιρός, και ακόμα πιο γραφική είναι η εικόνα αυτής της διαδικασίας, όταν πάνω στο πολυκαιρισμένο σκέπαστρο από τσίγκο, ακούγονται ρυθμικά της βροχής οι στάλες! Μια εικόνα νοσταλγική και επιθυμητή… όπου γύρω από το απλό στενόμακρο τραπέζι με τους αδιαμόρφωτους ξύλινους πάγκους που χωρούν «οι χίλιοι καλοί», κάτω από έναν φωτισμό όχι και τόσο έντονο, ζούνε όλοι τους μια διαφορετική ατμόσφαιρα!
Οφτές πατάτες, καμιά ρέγκα και το καλό κρασί ή η ζεστή ρακή από το λουλά, προσδίδουν ιδιαίτερο κέφι.
Και ο καζανάρης, γελαστός, αρκετά πολύπειρος, πιάνοντας το γυάλινο ποτήρι για να δοκιμάσει τη νέα του σοδειά, κάνει τα δικά του σχόλια. Ένα ιδιαίτερο χρώμα παίρνει μία τέτοια συνάντηση. Ξεχωριστές εκείνες οι βεγγέρες του παλιού καλού καιρού. Πλήθος από ιστορίες, από προσωπικές μαρτυρίες και εντυπώσεις… Βέβαια πάντοτε απαραίτητα τα διάφορα ψέματα, οι υπερβολές και τα παραμύθια. Και η ρακή, όσο ήσυχη και αθόρυβη είναι μέσα στο κατοστάρι, τόσο ανήσυχο και ευτράπελο ύφος παίρνει, όταν βγαίνει απ’ εκεί. Στα πρώτα χρόνια της λειτουργίας τους, τα καζάνια ήταν ελεύθερα και ως προς το μέγεθος και ως προς τη λειτουργία τους.
Αργότερα η χωρητικότητα ορίστηκε υποχρεωτικά στις εκατό οκάδες και η λειτουργία τους γινόταν με δήλωση διάρκειας δύο ή τριών ημερονυχτίων. Προϋπόθεση λοιπόν της άδειας λειτουργίας τους, η παρουσία αστυνομικού οργάνου, το οποίο αποσφράγιζε το καπάκι του καζανιού, που ήταν ήδη σφραγισμένο από το ίδιο. Έναρξη και λήξη λοιπόν, πάντα με παρουσία του οργάνου της Αστυνομίας. Έχουν παρέλθει από τότε περίπου σαράντα χρόνια… όταν για πρώτη φορά από κοντά γνώρισα αυτή τη ζεστή και μοναδική ατμόσφαιρα του κρητικού καζανιού. Βρέθηκα στο χωριό Μητρόπολη της επαρχίας Καινουργίου, στο καζάνι του Γκιαουρονικολή ή του προέδρου, όπως οι περισσότεροι τον αποκαλούσαν. Ένα από τα παραδοσιακά παλιά καζάνια, που ακόμα και σήμερα λειτουργεί και με περιμένει. Σήμερα όμως και αυτά έχουν εξευρωπαϊστεί και δεν μοιάζουν καθόλου με τα καζάνια του παλιού καιρού. Ο επισκέπτης νιώθει ότι βρίσκεται σε πολυτελείς χώρους, με μεγάλες αυλές, με καθίσματα αναπαυτικά, με πλούσιο φωτισμό, χώροι που δεν έχουν σχέση με την αλλοτινή απλότητα, χώροι που έχουν αυτόματους μηχανισμούς και αντί του παραδοσιακού καζανάρη, συναντάς κάποιο οικονομικό μετανάστη, ο οποίος πραγματικά αισθάνεται σαν Ευρωπαίος βιομηχανικός εργάτης. Τα εδέσματα βέβαια πλουσιοπάροχα, κρέατα συνήθως σε μεγάλες ποσότητες, που οι καλεσμένοι αδυνατούν να τα καταναλώσουν.
Πολλές φορές τυγχάνει να δέχονται και υψηλούς προσκεκλημένους, συμβάλλοντας στη σύσφιξη των σχέσεων αφενός, αφετέρου όμως μπορούν να γεφυρώσουν εσωκομματικές αντιπαραθέσεις ή και να προβούν σε σασμούς, λόγω διαταραγμένων σχέσεων των διαφόρων υποψηφίων εθνοσωτήρων, που έχουν βαλθεί ντε και καλά να μας σώσουν!
Παρ’ όλα αυτά όμως το κέφι συνεχίζεται, οι παρέες «καλά κρατούν» και οι υποσχέσεις δίνονται απλόχερα, κάτω από την αόρατη και επιβλητική παρουσία του Θεού Διόνυσου. Φέτος ειδικά που εδώ και αρκετό καιρό ήδη βρισκόμαστε σε μία παρατεταμένη προεκλογική περίοδο και οι υποψηφιότητες θα είναι αρκετές, λόγω των επικείμενων εθνικών εκλογών του 2027, οι παρουσίες τους στα καζάνια θα δώσουν και θα πάρουν.
Ξεκαζανιάσματα λοιπόν! Μια ευχάριστη συνήθεια από τα παλιά χρόνια μέχρι τις μέρες μας. Δεν μπορώ να μη σταθώ σ’ ένα απόσπασμα από το βιβλίο της βραβευθείσης, από την Ακαδημία Αθηνών, δασκάλας Ελένης Δουνδουλάκη-Ουσταμανωλάκη. Αναφέρεται σε μια φιλόξενη αρχανιώτικη καζαναροφωλιά, όπως λέει: «Στο ντουλαπάκι που σχηματίζονταν στο κούφωμα του τοίχου δίπλα στο λουλά που έτρεχε η ρακή, έβρισκες πάντα μπόλικα πράγματα, σταφίδες, αμύγδαλα, καρύδια. Και μεζές καθημερινός. Πέτρινοι καναπέδες, φτιαγμένοι από τον ίδιο, με την άφθαστη τεχνική του κορυφαίου πετροκόπου, στρωμένοι με τσούλια, καλύμματα και χαλιά της αρχανιώτικης λαϊκής υφαντικής τέχνης, φτιαγμένα από τη γυναίκα του, φιλοξενούσαν αναπαυτικά τον κάθε επισκέπτη. Και δόξα να ‘χει ο Θεός, δεν άδειαζαν μούδε μέρα, μούδε νύχτα, ίσαμε αργά, μία και δύο μετά τα μεσάνυχτα. Και αν τύχαινε κανείς καλοντυμένος με φράγκικα ρούχα, δάσκαλος, δικηγόρος, συμβολαιογράφος, ας πούμε, που δεν σηκώνανε στραπάτσα και καζανάρικες μουρνταριές οι φορεσιές τους, φώναζε από τη σκάλα της απάνω αυτής των κοπελιών του να φέρουνε καθίσματα που να ταιριάζουνε, μαθές στους καλαμαράδες επισκέπτες, που δεν έλειπαν κι αυτοί.
Κι αυτός χαιρότανε, από τα παινάδια, τη χουζουριά που απολάμβαναν οι επισκέπτες του και κερνούσε πρόθυμα, απλοχέρικα τη μοσχομυριστή ρακή, που ξάναβε τη διάθεση και τα μάγουλα».
Ωραίες συνήθειες γεμάτες χαρά, ανθρωπιά και ζεστασιά. Στιγμές που δεν πρέπει να ξεχνιούνται, όσο κι αν «ο πολιτισμός μας» προσπαθεί να συμβάλει με τον τρόπο του θετικά στα καθημερινά θνήσκοντα ήθη, έθιμα αλλά και στις παραδόσεις του λαού μας!