Αυτό το καλοκαίρι είχα επιτέλους τη χαρά να γευτώ στην ιδιαίτερη πατρίδα μου, την Ιεράπετρα, την αξιόλογη θεατρική παράσταση «Η Στέλλα με τα κόκκινα γάντια», από τη θεατρική ομάδα του Συλλόγου Φίλων του Θεάτρου Ιεράπετρας. Συγγραφέας του έργου, ο μεγάλος θεατράνθρωπος Ιάκωβος Καμπανέλλης. Σκηνοθεσία, Πόπη Δασκαλάκη. Παραγωγή: Σύλλογος Φίλων του Θεάτρου Ιεράπετρας 2025. Η όλη προσπάθεια είχε τεθεί υπό την αιγίδα του Δήμου Ιεράπετρας.
Αυτό που με ιδιαίτερη έμφαση θέλω να τονίσω εξαρχής είναι ότι η τοπική θεατρική ομάδα του τοπικού μας, μιας μικρής δηλαδή επαρχιακής πόλης, κατάφερε να φτάσει σε ένα αποτέλεσμα υψηλού επιπέδου, με εντελώς απλά και στοιχειώδη μέσα. Κατάφερε όχι απλώς να ικανοποιήσει, αλλά να γοητεύσει τους θεατές, χωρίς πολύχρωμα λαμπιόνια και φαντασμαγορικούς φωτισμούς και χωρίς όλον αυτόν τον πλούσιο διάκοσμο που υπέρ-πλημμυρίζει συνήθως στα θέατρα του κέντρου.
Ήταν μια εκπληκτική παράσταση που δεν απείχε πολύ από μια παράσταση σπουδαγμένων επαγγελματιών του θεάτρου. Ναι, πράγματι, οι περισσότεροι τουλάχιστον από τους ερασιτέχνες ηθοποιούς, με την καθοδήγηση και την αμέριστη συμπαράσταση της Πόπης Δασκαλάκη, έφτασαν σε ένα κορυφαίο αποτέλεσμα.
Είναι αλήθεια ότι «Η Στέλλα με τα κόκκινα γάντια» και όλα τα βαθύτερα μηνύματα που εκπέμπει η θεατρική αυτή παράσταση, προκαλούσαν συγκίνηση και τέρψη στους θεατές σε όλη τη διάρκεια της παράστασης και φαντάζομαι για πολύ χρόνο μετά.
Οι ηθοποιοί, αν και ερασιτέχνες, κατάφεραν με τη βοήθεια της υπεύθυνης, Πόπης Δασκαλάκη, να διεισδύσουν στο βαθύτερο πνεύμα του θεατρικού έργου, να συλλάβουν τα μηνύματα του πρωτοπόρου για την εποχή του Ιάκωβου Καμπανέλλη και να τα αποδώσουν με την ερμηνεία τους με τέτοιον τρόπο που να γίνουν εύληπτα και κατανοητά από τους θεατές.
Ας πάρομε όμως τα πράγματα από την αρχή. Ο σπουδαίος άνθρωπος του θεάτρου, Ιάκωβος Καμπανέλλης, προσκεκλημένος από τη Μελίνα Μερκούρη, βρέθηκε να παρακολουθεί μαζί της, σε ένα ρεμπετάδικο, το κακόφημο τότε ακόμη ρεμπέτικο, με το επίσης απαξιωμένο ακόμη για την εποχή εκείνη μπουζούκι, το οποίο, χωρίς ίχνος υπερβολής, βρισκόταν τότε ακόμη υπό διωγμόν.
Η Μελίνα σαν να κατάλαβε τις πολλαπλές ικανότητες του νεοεμφανιζόμενου τότε ακόμη Ιάκωβου Καμπανέλλη και σε μια στιγμή έξαρσης και κεφιού τού λέει: «Θέλω να μου γράψεις μια θεατρική παράσταση να την ανεβάσω με τον θίασό μου». Ο Καμπανέλλης, από την άλλη πλευρά, με το έμφυτο θεατρικό του δαιμόνιο, συνέλαβε το «ανυπότακτο» και το «τολμηρό» που εμφώλευε στην ψυχή της Μελίνας. Το αξιοποίησε και στήριξε πάνω σε αυτό την όλη θεατρική του συγγραφή. Και απέδωσε άψογα το πνεύμα της εποχής, μάλιστα με τρόπο που παραμένει επίκαιρος μέχρι και σήμερα.
Ήταν η εποχή που οι αγώνες για την απελευθέρωση της γυναίκας έβαιναν προς την κορύφωσή τους. Η αποδέσμευσή της από την αιώνια κυριαρχία του αρσενικού είχε γίνει πλέον ανυποχώρητος στόχος, όχι μόνο των γυναικείων κινημάτων, αλλά είχε εγχαραχθεί και στη συνείδηση όλων σχεδόν των γυναικών και σε μεγάλο μέρος του ανδρικού πληθυσμού.
Ο Μιχ. Κακογιάννης, που έτυχε να διαβάσει το θεατρικό αυτό αριστούργημα, θαύμασε τον έντεχνο τρόπο με τον οποίο ο Καμπανέλλης περιέπλεκε τα θεατρικά επεισόδια του έργου, ώσπου να φτάσει στο τέλος που επιζητούσε· και προφανώς είχε διαβλέψει την κοινωνική δυναμική που έμελλε να έχει μια τέτοια ταινία. Το διαμόρφωσε, λοιπόν, σε κινηματογραφικό σενάριο, με τρόπο που, επί της ουσίας, η καλογραμμένη αυτή θεατρική παράσταση, κήρυσσε την επανάσταση εναντίον της κυριαρχίας του αρσενικού.
Έτσι, «γύρισε» την πασίγνωστη ταινία «Στέλλα», με τη Μελίνα Μερκούρη, τον Γιώργο Φούντα και τον Αλέκο Αλεξανδράκη· πρόκειται για τη γνωστή σε όλους μας ταινία, που έμελλε να συγκινήσει τον κόσμο ολόκληρο.
Αυτό το θεατρικό έργο επέλεξε να ανεβάσει η θεατρική ομάδα του Συλλόγου Φίλων του Θεάτρου Ιεράπετρας, με τους παρακάτω ερασιτέχνες ηθοποιούς, όπως αναφέρονται στο πρόγραμμα: Άγγελος Κουφάκης (Αλέκος), Ιωάννα Ζουριδάκη (Μαρία), Εμμανουέλα Πιπεράκη (Αννέτα), Μάνος Καροφυλάκης (Μήτσος), Κωστής Μαυρικάκης (Πίπης), Μαριάννα Λασηθιωτάκη (Στέλλα), Μάνος Χριστάκης, Σοφία Τσαντηράκη, Δέσποινα Φανουράκη (θαμώνες), Δημήτρης Μιχελάρος (αστυφύλακας, θαμώνας), Κωστής Μάλτας (Αντώνης, θαμώνας), Γιάννης Μανιαδάκης (Μίλτος), Μάχη Καλιαροπούλου (μάνα), Ινώ Τσομπάνογλου, Αρέθα (παιδί).
Η σκηνοθεσία ήταν της Πόπης Δασκαλάκη, που έχει και την όλη επίβλεψη και φροντίδα των παραστάσεων. Γιατί πρέπει να τονιστεί ότι η Πόπη Δασκαλάκη δεν λειτουργεί απλώς ως σκηνοθέτρια. Όπως έχω αντιληφθεί, πρόκειται για τον άνθρωπο που επιλέγει και οργανώνει τα πάντα. Με τη βοήθεια των συνεργατών της, κατανέμει ρόλους, καθοδηγεί τους ερασιτέχνες ηθοποιούς, συμμετέχει, παρεμβαίνει, υποδεικνύει, βοηθά και λειτουργεί ως εμψυχώτρια, ώσπου να βρουν όλοι τον δρόμο τους και να αφομοιώσουν τον ρόλο τους.
Και ήταν όλοι τους υπέροχοι. Καθένας κατανόησε τη βαθύτερη ουσία του ρόλου του και τον ερμήνευσε με μεγάλη επιτυχία και όλοι μαζί κατάφεραν να ζωντανέψουν ξανά τα βιώματα μιας ολόκληρης εποχής και να ενσαρκώσουν τα κοινωνικά της μηνύματα, όπως εκπέμπονται από τη γραφίδα του Καμπανέλλη. Πρώτη η Στέλλα (Μαριάννα Λασηθιωτάκη) κατάφερε να επιδείξει την παρρησία και την τόλμη της γυναίκας που περιφρονεί την ανδρική εξουσία και παραμένει ανυπότακτη στην επιρροή του αρσενικού.
Αγνοεί και τα πλούτη και τα επαγγέλματα υψηλού κοινωνικού κύρους ή τη «μαγκιά» και την υπεροψία του ατίθασου και αρρενωπού άντρα, ακόμη και όταν τον ερωτεύεται, εφόσον εκείνος επιμένει να την υποτάξει και να τη θέσει υπό τη δεσποτεία του. Και τότε ακόμη στυλώνει τα πόδια της απέναντί του κι ο χάρος ό,τι θέλει ας πει.
Από την άλλη πλευρά, ο Μίλτος (Γιάννης Μανιαδάκης) ενσαρκώνει τον άνδρα της εποχής που ξέρει να ερωτεύεται με πάθος, αλλά, την ίδια στιγμή, δεν είναι πρόθυμος να υπονομεύσει τον ίδιο του τον ανδρισμό, υποτάσσοντάς τον στην αγάπη μιας γυναίκας, όσο ερωτευμένος κι αν είναι μαζί της.
Και την ώρα που οι δυο τους αγκαλιάζονται, σε ένα παράφορο φίλημα, βγάζει το μαχαίρι του και ξαπλώνει τη Στέλλα νεκρή στο έδαφος. Τη Στέλλα, που δεν υποτάχθηκε. Τη Στέλλα, που αντιστάθηκε. Τη Στέλλα, που, χωρίς να αποβλέπει σ’ αυτό, ανακηρύχθηκε ηρωίδα στις ψυχές των γυναικών και της κοινωνίας ολόκληρης. Έγινε σύμβολο κάθε αγωνιζόμενου. Θα είχα να πω πολλά για όλους τους ερασιτέχνες ηθοποιούς, αλλά ο χώρος ενός τέτοιου δημοσιεύματος δεν το επιτρέπει.
Ωστόσο, πρέπει να πω ότι, με αφορμή την παράσταση αυτή, είχα την ευκαιρία να γνωρίσω τις δραστηριότητες και τη μεγάλη προσφορά του Συλλόγου Φίλων του Θεάτρου Ιεράπετρας, θέμα στο οποίο ελπίζω να επανέλθω.
Ο Ι. Ε. Πυργιωτάκης είναι ομότιμος καθηγητής, πρ. αντιπρύτανης Πανεπιστημίου Κρήτης, επίτιμο μέλος του αρχαιότερου Φιλολογικού Συλλόγου «Παρνασσός», μέλος του Δ.Σ. της Εθνικής Εταιρείας των Ελλήνων Λογοτεχνών