Τοποθετήθηκαν επίσημα οι πινακίδες της Ουνέσκο στα Μινωικά Ανάκτορα της Κρήτης που επιτέλους εντάχθηκαν στο καλεντάρι της. Είναι ένα βήμα προοπτικής αναβάθμισης της επισκεψιμότητάς τους, για το οποίο όλοι χαιρόμαστε, όπως και για το γεγονός καθαυτό που άξιζε να εορταστεί.
Για την ποιοτική βελτίωση, όμως, του καθεστώτος συντήρησης των μνημείων που είναι και το κύριο ζητούμενο της εξέλιξης, ακούστηκαν μόνο σκέψεις για το μέλλον, δίχως δεσμεύσεις στην υπηρεσία του στόχου.
Μ’ όλο που το κράτος εισπράττει κάθε χρόνο σημαντικά έσοδα από τους επισκέπτες των χώρων, η ανταπόδοση σε έργα προστασίας και ανάδειξής τους δεν είναι ανάλογη. Πρώτο το Ανάκτορο της Κνωσού -όπου κατά την υπουργό οι άνεμοι έχουν το ελεύθερο να το διαφεντεύουν- η παρουσία για πάνω από ένα τέταρτο αιώνα ειδικού οργάνου προστασίας του δεν είχε ποτέ πόρους που θα έφερναν ορατά αποτελέσματα.
Ενδεικτικές της προοπτικής συνέχισης της εγκατάλειψης στη φθορά του χρόνου είναι και οι εκδηλώσεις εορτασμού της ένταξης, που πρόβαλαν στο έπακρο όσους έχουν ελάχιστα συμβάλει στην εξασφάλιση αυτών των μνημείων, αλλά με τους κύριους συντελεστές στην αφάνεια. Η κεντρική εξουσία, εκτός από τη διαχείριση των εσόδων, μονοπωλεί και την τιμή για την ύπαρξη των μνημείων.
Από την ίδρυση του κράτους, η προστασία του αρχαίου μας πολιτισμού ήταν βασικό αίτημα του λαού. Η Αρχαιολογική Εταιρεία Αθηνών είναι ο πρώτος σύλλογος που ιδρύθηκε στη χώρα.
Έκτοτε, είναι θεματοφύλακας της κληρονομιάς αυτής τόσο στο ανασκαφικό έργο, όσο και στους τομείς έρευνας και μελέτης του. Συγκαταλέγεται στα σπουδαιότερα ιδρύματα ανά τον κόσμο που μεριμνούν για την ανθρώπινη πολιτιστική κληρονομιά. Ο κλάδος των αρχαιολόγων, ιδιαίτερα αυτών που ανασκάπτουν, σηκώνει πρακτικά στους ώμους του το κύριο βάρος της αποστολής.
Από τη Λευκάδα ως τη Ζώμινθο Κρήτης έχουν αφήσει πολλοί τα κόκκαλά τους στους μνημειακούς χώρους που ανέσκαψαν. Οι Έλληνες αρχαιολόγοι έχουν αναδειχθεί παγκόσμια στους κορυφαίους του τομέα.
Όχι μόνο σε σκοτεινούς χρόνους ξένης κατοχής, αλλά και σε ειρηνικές περιόδους τούς οφείλουμε καίριες παρεμβάσεις προστασίας των μνημείων από κακόβουλα πρόσωπα, ακόμη και διοικητικούς θεσμούς που κατά καιρούς δρουν αδιάφορα για τις επιπτώσεις με ιδιοτελή ή επιπόλαια κριτήρια. Είναι δυστύχημα που φορείς έρευνας και εργάτες γενικά του χώρου δεν φαίνεται να προσκλήθηκαν, για να μοιραστούν τη χαρά της κήρυξης.
Οι ξένες αρχαιολογικές σχολές, εξάλλου, έχουν διαδραματίσει στη χώρα μας σπουδαίο ρόλο για σημαντικές ανασκαφές. Ειδικά ανάμεσα στα έξη μινωικά μνημεία που μπήκαν στο καλεντάρι της Ουνέσκο, τα μισά ανασκάφηκαν με χρήματα και προσωπικό ξένων σχολών. Ενώ είναι ζήτημα αν σε μια μόνο ανασκαφή από τις έξι υπήρξε κρατική χρηματοδότηση.
Πρέπει να καταγραφεί στα χαρακτηριστικά των εκδηλώσεων για την ένταξη στην Ουνέσκο, το ότι δεν φαίνεται να προσκλήθηκαν ούτε οι κύριοι εκπρόσωποι των σχολών αυτών σε ένα τόσο σημαντικό γεγονός προβολής του έργου τους.
Το ίδιο ισχύει για ντόπια ιδρύματα που χρηματοδότησαν ανασκαφές, ακόμη και για ανασκαφείς που αφιέρωσαν τη ζωή τους στην υπηρεσία και ανάδειξη του πολιτισμού και των μνημείων του. Αν η σήμανση των μνημείων έδωσε αφορμή για καθαρά πολιτικές και μάλιστα προεκλογικού τύπου φανφάρες, αυτή η έμπνευση δεν αξίζει στη χώρα μας.
Η ένταξη των Μινωικών Ανακτόρων στην Ουνέσκο δεν καθυστέρησε από αδράνεια ή ιδιοτροπία του διεθνούς αυτού οργανισμού. Ήταν ένας στόχος που η Ουνέσκο πίεζε να υλοποιηθεί με υπέρβαση των εμποδίων που δημιουργούσε η κακή συντήρηση και ανάδειξή τους. Κατάσταση που παραμένει.
Είναι γνωστό πως η χώρα μας διαθέτει τεράστιο αριθμό μνημείων, που η ανάδειξή τους απαιτεί σημαντικούς πόρους. Αλλά μια ιεράρχηση και καλή οργάνωση των μέτρων προστασίας και ανάδειξης θα είχε αποφέρει από πολλά χρόνια την ένταξη. Η ουσιαστική αδιαφορία ή έστω η ανεπάρκεια των αρμοδίων να εξασφαλίζουν με πραγματική φροντίδα την προστασία του μνημειακού πλούτου απαντάται, δυστυχώς, στην καθημερινότητα μας.
Ζωντανό παράδειγμα τούτου είναι το μνημείο της Παπούρας και οι κραυγαλέοι χειρισμοί αναίτιας υποβάθμισής του, ενώ υπάρχουν λύσεις εναλλακτικής εγκατάστασης των ηλεκτρονικών βοηθημάτων πλοήγησης.
Άλλο παράδειγμα είναι η εκπόνηση σημαντικών κατά καιρούς μελετών, όπως τώρα του Τοπικού Πολεοδομικού Σχεδίου Ηρακλείου, που για άλλη μια φορά δεν ζητήθηκε να προτείνει μέτρα ένταξης της Κνωσού στο πολεοδομικό συγκρότημα.
Χιλιάδες τέτοια διαχρονικά παραδείγματα επιβεβαιώνουν πως, σε αντίθεση με τη λαϊκή βούληση και το χρέος προς τον πολιτισμό, οι κυβερνώντες αδιαφορούν και για αδάπανες ακόμη κινήσεις ουσιαστικού ενδιαφέροντος.
Σήμερα, πρέπει να προβληθεί η πάνδημη απαίτηση αντί να πολλαπλασιαστούν άτακτα και άλλοι χώροι, όπως μερικοί ζητούν, να γίνει κατά προτεραιότητα σοβαρή προσπάθεια αναβάθμισης και προστασίας των μνημείων που ήδη εντάχθηκαν.
Ο Νίκος Λεβεντάκης είναι μηχανικός