Η ανάδειξη του ημερολογίου του Giuseppe Olivotti, βοηθού επισκόπου της Βενετίας, ο οποίος ηγήθηκε της βενετικής εκκλησιαστικής αντιπροσωπείας που μετέφερε την Τιμία Κάρα του Αγίου Τίτου από τη Βενετία στο Ηράκλειο τον Μάιο του 1966, από τον οικονομικό μέχρι πρόσφατα διπλωμάτη Μιχάλη Βρεττάκη, αποτελεί σημαντική συμβολή στην ιστορική τεκμηρίωση ενός κορυφαίου γεγονότος της νεότερης εκκλησιαστικής ιστορίας της Κρήτης.
Ένα έως τότε άγνωστο προσωπικό τεκμήριο, που εντοπίστηκε έπειτα από έξι δεκαετίες, έρχεται να συμπληρώσει την υπάρχουσα ιστορική γνώση, προσφέροντας μια σπάνια οπτική: εκείνη των ανθρώπων που αποχωρίστηκαν το ιερό λείψανο, ύστερα από σχεδόν τρεις αιώνες φύλαξής του στη Βενετία.
Πρόκειται για την έκδοση της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κρήτης, με τίτλο «Giuseppe Olivotti-Επιστρέφοντας την Κάρα του Αγίου Τίτου στην Κρήτη. Σημειώσεις από το ταξίδι και τεκμηρίωση, 12-17 Μαΐου 1966», αποτελεί φωτοαναστατική ανατύπωση του έργου «Riportando il Capo di S. Tito a Creta», με απόδοση στα ελληνικά από τον Μιχαήλ Ι. Βρεττάκη.
Πλαισιώνεται από τον χαιρετισμό του Αρχιεπισκόπου Κρήτης, κ.κ. Ευγενίου, και τον πρόλογο του εντοπίσαντα το ημερολόγιο και μεταφραστή, δύο κείμενα που φωτίζουν την εκκλησιαστική σημασία της επανακομιδής, την αξία της ιστορικής μαρτυρίας και την ανάγκη διαφύλαξης της συλλογικής μνήμης.
Στον χαιρετισμό του, ο Αρχιεπίσκοπος Κρήτης, κ.κ. Ευγένιος, συνδέει την έκδοση με τη συμπλήρωση εξήντα χρόνων από την επιστροφή της Τιμίας Κάρας, υπογραμμίζοντας τη συμβολή του ημερολογίου στην πληρέστερη κατανόηση του γεγονότος. Ιδιαίτερη σημασία αποδίδει στη δυνατότητα να γνωρίσουμε όχι μόνο όσα έζησαν εκείνοι που παρέδωσαν το ιερό λείψανο, αλλά και πώς βίωσαν τη συγκίνηση εκείνων που το υποδέχθηκαν στον τόπο με τον οποίο συνδέεται άρρηκτα η εκκλησιαστική παράδοση του Αγίου Τίτου.
«Ο κάλαμος του εκπροσώπου της ρωμαιοκαθολικής αντιπροσωπείας -σημειώνει ο Αρχιεπίσκοπος Κρήτης- αποτυπώνει έξοχα και κληροδοτεί στις επόμενες γενιές όσα ιερά και φιλάγια τιμητικών εκδηλώσεων βίωσαν αυτοί πού κόμισαν το ιερό λείψανο, αλλά και όλοι όσοι υποδέχθηκαν τον Πάτρωνα και Ιδρυτή τής των Κρητών Εκκλησίας». Παράλληλα, εκφράζει την ευγνωμοσύνη του προς τον Μιχάλη Βρεττάκη για την επίμονη και ευλαβική έρευνα που έφερε στο φως αυτό το πολύτιμο τεκμήριο.
Στον πρόλογό του, ο Μιχάλης Βρεττάκης αναφέρει ότι, κατά τη διάρκεια της έρευνας που πραγματοποίησε στη Βιβλιοθήκη του Αγίου Μάρκου στη Βενετία για κειμήλια που αφαίρεσε ο Μοροζίνι από την Κρήτη το 1669, προς μεγάλη του έκπληξη και χαρά εντόπισε ένα έντυπο με σημειώσεις -ένα είδος ημερολογίου- το οποίο είχε συγγράψει ο βοηθός επίσκοπος της Βενετίας, Giuseppe Olivotti. Ο τελευταίος, ως επικεφαλής της Βενετσιάνικης Αντιπροσωπείας, μετέφερε την Τιμία Κάρα του Αποστόλου Τίτου από τη Βενετία στο Ηράκλειο, το 1966.
«Το ημερολόγιο μεταφράστηκε με δική μου απόδοση στα ελληνικά», σημειώνει ο Βρεττάκης, «στο οποίο συμπεριλήφθηκαν αυτούσιες και οι αναφερόμενες στο γεγονός επίσημες ομιλίες, όπως έχουν δημοσιευτεί στο αναμνηστικό τεύχος του περιοδικού “Απόστολος Τίτος”, το αφιερωμένο στην επανακομιδή της Τιμίας Κάρας στο Ηράκλειο, που εκδόθηκε το 1966».
Η συμβολή του, ωστόσο, υπερβαίνει τον εντοπισμό μιας άγνωστης πηγής. Με την έρευνα, τη μετάφραση και την επιμελημένη παρουσίασή της, καθιστά προσιτή μια μαρτυρία που εμπλουτίζει την ιστορική αφήγηση βιωματικά και με στοιχεία τα οποία δύσκολα αποτυπώνονται σε επίσημα έγγραφα: τις σκέψεις των πρωταγωνιστών, τα συναισθήματά τους και το κλίμα που επικράτησε κατά τη διάρκεια της αποστολής.
Αναδεικνύεται έτσι η συγκίνηση των Βενετών για τον αποχωρισμό ενός ιερού κειμηλίου που φυλασσόταν επί σχεδόν τριακόσια χρόνια στην πόλη τους, αλλά και η προσμονή και η ευλάβεια του κρητικού λαού, του κλήρου και των τοπικών Αρχών για την επιστροφή του Αγίου Τίτου.
Η ιδιαίτερη αξία του βιβλίου βρίσκεται κυρίως στις ίδιες τις σελίδες του ημερολογίου, όπου η ιστορική καταγραφή συνδυάζεται με την προσωπική μαρτυρία και αποκτά έντονα βιωματικό χαρακτήρα. Ο Olivotti δεν περιορίζεται στην περιγραφή της διαδρομής και των επίσημων εκδηλώσεων. Καταγράφει τις σκέψεις και τις εντυπώσεις του, αποκαλύπτοντας το βάρος της ευθύνης που αισθανόταν ως επικεφαλής της αποστολής.
Χαρακτηριστική είναι η περιγραφή της παραμονής του δίπλα στην Τίμια Κάρα, μέσα στην καμπίνα του κυβερνήτη του ελληνικού αντιτορπιλικού «Δόξα», κατά τη διάρκεια του ταξιδιού προς την Κρήτη. Το βλέμμα του παραμένει στραμμένο στη λειψανοθήκη, την οποία φωτίζουν δύο αναμμένα κεριά, ενώ οι σκέψεις του ταξιδεύουν στον Απόστολο Τίτο, στον Απόστολο Παύλο και στην ιστορική παρουσία του Χριστιανισμού στο νησί. Η σκηνή αυτή προσδίδει στην αφήγηση μια σχεδόν εξομολογητική διάσταση, καθώς το ταξίδι ενός ιερού λειψάνου μετατρέπεται σε προσωπική εμπειρία πίστης, περισυλλογής και συγκίνησης.
Παράλληλα, οι καταγραφές του αποκαλύπτουν την ευρύτερη σημασία που απέδιδε στην αποστολή για τις σχέσεις της Ορθόδοξης και της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας. Η επιστροφή της Κάρας δεν αντιμετωπίζεται απλώς ως η εκπλήρωση ενός μακρόχρονου αιτήματος της Κρήτης, αλλά και ως μια πράξη που μπορούσε να ενισχύσει την αμοιβαία κατανόηση, τον σεβασμό και την επικοινωνία μεταξύ των δύο εκκλησιαστικών παραδόσεων. Η διάσταση αυτή προσδίδει στο γεγονός του 1966 ευρύτερο ιστορικό και εκκλησιαστικό ενδιαφέρον, εντάσσοντάς το στην πορεία προσέγγισης των Εκκλησιών.
Εξαιρετικά παραστατική είναι η περιγραφή της άφιξης στο Ηράκλειο. Ο Olivotti ομολογεί ότι δεν μπορούσε να φανταστεί την έκταση της υποδοχής που είχε οργανωθεί.
Το πλήθος που είχε συγκεντρωθεί στο λιμάνι, στις βεράντες και στις στέγες, οι πιστοί που περίμεναν επί ώρες και η πάνδημη συμμετοχή αποτυπώνουν την ένταση της προσμονής και το μέγεθος της συγκίνησης ενός ολόκληρου τόπου.
Η ματιά του ξένου επισκέπτη προσδίδει ιδιαίτερη αξία στην περιγραφή, καθώς καταγράφει την υποδοχή από την πλευρά εκείνων που έφθαναν στην Κρήτη για να παραδώσουν το ιερό λείψανο. Μέσα από τις παρατηρήσεις του αναδεικνύεται η βαθιά σχέση των Κρητικών με τον Απόστολο Τίτο, τον προστάτη και ιδρυτή της Εκκλησίας της Κρήτης, καθώς και η σημασία της επιστροφής του για τη θρησκευτική και ιστορική συνείδηση του νησιού.
Ανάλογη συναισθηματική ένταση διακρίνει και την καταγραφή του αποχαιρετισμού. Ο Olivotti αναφέρεται στη συγκίνηση του Αρχιεπισκόπου Κρήτης Ευγενίου, ο οποίος δυσκολεύεται να μιλήσει κατά την τελετή. Η αδυναμία του να εκφραστεί με λόγια αποτυπώνει με τον πιο ανθρώπινο τρόπο τη φόρτιση εκείνων των ημερών.
Η μαρτυρία αυτή υπενθυμίζει ότι πίσω από τις επίσημες τελετές, τα εκκλησιαστικά πρωτόκολλα και τις ιστορικές αποφάσεις βρίσκονται άνθρωποι που βιώνουν βαθιά γεγονότα πίστης, αποχωρισμού και επανασύνδεσης.
Η μετάφραση του ημερολογίου στα ελληνικά, σε συνδυασμό με το φωτογραφικό και ιστορικό υλικό, επιτρέπει στον αναγνώστη να προσεγγίσει την επανακομιδή μέσα από διαφορετικές οπτικές και να συνδέσει την προσωπική μαρτυρία με το ευρύτερο ιστορικό πλαίσιο. Το χειρόγραφο δεν υποκαθιστά τις υπόλοιπες πηγές, αλλά τις συμπληρώνει ουσιαστικά, προσθέτοντας μια ανθρώπινη διάσταση σε ένα γεγονός που έχει καταγραφεί κυρίως μέσα από τις επίσημες εκδηλώσεις και τη θεσμική του σημασία.
Η έκδοση κατορθώνει, επομένως, να συνδυάσει την αρχειακή έρευνα με την ιστορική τεκμηρίωση και τη ζωντάνια της προσωπικής αφήγησης. Ο χαιρετισμός του Αρχιεπισκόπου Ευγενίου αναδεικνύει την εκκλησιαστική και πνευματική βαρύτητα της επανακομιδής, ο πρόλογος του Μιχάλη Βρεττάκη φωτίζει την αξία της ανακάλυψης και οι σελίδες του Olivotti μεταφέρουν στον σημερινό αναγνώστη την ατμόσφαιρα, τις συγκινήσεις και το ανθρώπινο βάρος εκείνου του ταξιδιού.
Η ουσιαστική συμβολή του Μιχάλη Βρεττάκη είναι ότι, εξήντα χρόνια μετά, έδωσε ξανά φωνή σε μια μαρτυρία που παρέμενε άγνωστη και της οποίας η σημασία ξεπερνά τα όρια μιας απλής ιστορικής καταγραφής. Με την έρευνά του, προσφέρει στην ιστορική μνήμη της Κρήτης ένα νέο, πολύτιμο τεκμήριο και επιτρέπει την πληρέστερη κατανόηση ενός γεγονότος που σημάδεψε την εκκλησιαστική ζωή του τόπου.
Η επιστροφή της Τιμίας Κάρας του Αγίου Τίτου αναδεικνύεται μέσα από αυτή την έκδοση όχι μόνο ως κορυφαίος σταθμός της νεότερης εκκλησιαστικής ιστορίας, αλλά και ως μια βαθιά ανθρώπινη εμπειρία, στην οποία συναντήθηκαν η πίστη, η ιστορική μνήμη, η συγκίνηση και η επιθυμία για ουσιαστική επικοινωνία ανάμεσα στις Εκκλησίες. Ένα πολύτιμο βιβλίο που φωτίζει εκ νέου το παρελθόν και εμπλουτίζει την ιστορική παρακαταθήκη της Κρήτης, διατηρώντας ζωντανή τη μνήμη ενός γεγονότος με ξεχωριστή θέση στη συλλογική συνείδηση του νησιού.
(Το βιβλίο, το οποίο αναμένεται να παρουσιαστεί επίσημα τον Νοέμβριο, εκδόθηκε από την Ιερά Αρχιεπισκοπή Κρήτης. Την επιμέλειά του υπογράφουν οι Δημήτριος Ε. Περοδασκαλάκης και Ιωάννης Γ. Τσερεβελάκης, ενώ η σελιδοποίηση έγινε από την Ελευθερία Μαυρογιάννη και εκτύπωση-βιβλιοδεσία από την Τυποκρέτα Α.Ε.)