Η εφημερίδα "ΠΑΤΡΙΣ" κλείνει 80 χρόνια ενημέρωσης και ιστορίας, 1946-2026

  • Η επιστήμων, ο άνθρωπος, η φίλη, οι αξίες είναι ταπεινές

Εκπληρώνοντας την επιθυμία των συμπολιτών μου, που, μετά από κάθε μου δημοσίευμα, τηλεφωνούν και με παρακαλούν να γράψω την αυτοβιογραφία μου, γιατί, κατά τη γνώμη τους, τα κείμενα μου είναι ωραία και ευανάγνωστα, ανταποκρίνομαι στην παράκλησή τους να γράφω που και που, όχι βέβαια την αυτοβιογραφία μου, διότι η ζωή μου, από τα 33 μου χρόνια και εξής, περιέχει τόσα τραγικά γεγονότα που ούτε εγώ αντέχω να τα επαναφέρω στη μνήμη μου, αλλά ούτε και κανείς θα τα αντέξει να τα διαβάσει.

Κάποια βιώματά μου, όμως, από την πλούσια σε ενδιαφέρουσες εμπειρίες της ζωής μου, και τα πιο ανώδυνα, θα τα μοιραστώ μαζί τους για να γνωρίζουν έτσι τη συμπολίτισσά τους και να εκτιμήσουν τη ζωή της, η οποία ήταν ένα συνεχής «Γολγοθάς» και μια «κόλαση» από τα 33 της χρόνια και την οποία διένυσε, ενώ παράλληλα αγωνιζόταν να κατακτήσει τη ΓΝΩΣΗ με έρευνες σε ξένη χώρα, να φανεί συνεπής στην υποχρέωση που είχε αναλάβει με την υποτροφία από το ελληνικό κράτος και δεν υπέκυψε στον φόβο του θανάτου και αγνόησε κάθε ιατρική εντολή μπροστά στο ΚΑΘΗΚΟΝ, ξεκινώντας το πρόγραμμά της κάθε πρωί, σαν να μη συνέβαινε τίποτα το δυσάρεστο, μονολογώντας “sempre si alla vita” (πάντα «ναι» στη ζωή).

Κάποτε, το έτος 1979, ενώ διένυα το δεύτερο έτος της υποτροφίας μου από την Ακαδημία Αθηνών και είχα επιστρέψει στη βάση μου, στο Ελληνικό Ινστιτούτο στη Βενετία, δύο μήνες μετά τη σοβαρότατη επέμβαση από καρκίνο και το τραυματικό διαζύγιο με τον πρώτο μου σύζυγο, γνώρισα την Καίτη Ασδραχά, η οποία είχε έλθει στο Ινστιτούτο ως φιλοξενούμενη.

Στο ελληνικό Ινστιτούτο διέμεναν μόνο οι υπότροφοι. Το πρωτόκολλο ήταν πολύ αυστηρό. Εφιλοξενούντο όμως συχνά και για σύντομο χρονικό διάστημα, συνήθως δίμηνο, καταξιωμένοι επιστήμονες από όλη την υφήλιο πάντοτε για έρευνα, επίσης γνωστοί τιτλούχοι ευγενείς και αρκετοί Έλληνες πανεπιστημιακοί.

Το ζεύγος Ασδραχά, κορυφαίοι επιστήμονες και οι δύο, βυζαντινολόγος και ειδικός στην Ιστορική Γεωγραφία, πολύγλωσση (μιλούσε άπταιστα 9 γλώσσες), η Καίτη, ιστορικός και καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης ο Σπύρος, είχαν διαπρέψει σε ανώτατες θέσεις στο Παρίσι. Και οι δύο ήταν πάντα ευπρόσδεκτοι για να φιλοξενηθούν στο ελληνικό Ινστιτούτο.

Ενθυμούμαι, όταν μας ανακοίνωσε ο διευθυντής του Ινστιτούτου, Μ. Μανούσακας, ότι επρόκειτο να έρθει η Καίτη, ότι μου τηλεφώνησε από την Ελλάδα η ακαδημαϊκός Χρύσα Μαλτέζου και μου είπε τα εξής: «Ρένα, έρχεται η Καίτη Ασδραχά, είναι σοφή, μεγάλη επιστήμων, προσπαθήστε να επωφεληθείτε από την παρουσία της όσο μπορείτε περισσότερο».

Σε λίγες ημέρες έφτασε η Καίτη από το Παρίσι. Η εμφάνισή της ήταν εντελώς αντίθετη από αυτό που είχαμε φανταστεί.

Αντί μιας συντηρητικά ντυμένης κυρίας με χοντρά γυαλιά και αυστηρό ύφος, είδαμε μια χαριτωμένη ξανθιά γοητευτική παρουσία με ένα σύνολο εμπριμέ με βολάν που, αν και 45άρα, δεν φαινόταν παραπάνω από 30 ετών και με ένα διάπλατο χαμόγελο.

Λίγες ημέρες αργότερα είχα «πεταχτεί» για διάλειμμα για να πάρω μια ανάσα σε μια κοντινή εκκλησία, η οποία είχε υπέροχες τοιχογραφίες του μεγάλου ζωγράφου Carpaccio. Εκεί συναντήθηκα με την Καίτη.

Η δεύτερή μας συνάντηση ήταν στη Βασιλική του Αγίου Μάρκου, όπου και οι δύο είχαμε πάει για άλλη μία φορά για να θαυμάσουμε τα υπέροχα ψηφιδωτά και να νιώσουμε υπερήφανες, γιατί είχαν φιλοτεχνηθεί από βυζαντινούς καλλιτέχνες.

Τότε με πλησίασε η Καίτη και μου είπε: «Βλέπω ότι σου αρέσει η Τέχνη, όπως και σε εμένα. Μόνο εσένα έχω συναντήσει από όλους τους άλλους υπότροφους. Εσύ είσαι κάτι το διαφορετικό. Θέλεις να πηγαίνουμε τις Κυριακές σε διάφορες πόλεις της Ιταλίας και να θαυμάζουμε τα μνημεία τους;»

Έτσι άρχισαν οι κυριακάτικες αποδράσεις μας. Χαράματα το πρωί της Κυριακής παίρναμε το τρένο και αργά το βράδυ επιστρέφαμε με φορτισμένες τις μπαταρίες μας από το κάλλος της Αναγεννησιακής Τέχνης. Αν η απόσταση του προορισμού μας ήταν μεγάλη, η εκκίνηση γινόταν την παραμονή, το Σάββατο το βράδυ, με ύπνο μέσα στο βαγόνι του τραίνου.

Ξεκινήσαμε για να απολαύσομε μια βραδιά όπερας στην πόλη του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας, στη Verona, απόγευμα και επιστρέψαμε την επομένη το πρωί, χωρίς να έχομε κοιμηθεί καθόλου, αλλά ευτυχισμένες από την απόλαυση που ζήσαμε. Έτσι περιηγηθήκαμε σε όλη σχεδόν την Ιταλία.

Η Καίτη, για όσους τη γνώρισαν και την έζησαν ουσιαστικά, όπως εγώ, και όχι επιφανειακά, ήταν ένας «υπεράνθρωπος». Στάθηκε δίπλα μου όταν η επιβίωσή μου ήταν πολύ αμφίβολη, είτε ως παρουσία είτε με συχνά τηλεφωνήματα και πολυσέλιδες επιστολές.

Κάποια μέρα μού ζήτησε να δει τη δουλειά μου. Την οδήγησα στο διαμέρισμά μου και άνοιξε την ντουλάπα, η οποία ήταν ολόκληρο δωμάτιο. Όταν είδε τις στοίβες των εγγράφων που είχα συλλέξει και τα ράφια γεμάτα από ντοσιέ με σημειώσεις έμεινε άναυδη και γυρνώντας προς το μέρος μου είπε: «Παιδί μου, έχεις ένα ελάττωμα, δεν προβάλλεις το έργο σου και είσαι πολύ καλή και συγχωρείς».

Για το πρώτο μέρος της παρατήρησής της δεν μπορώ να μιλήσω εγώ, αλλά ο κόσμος που με έχει ζήσει από τα διάφορα κοινωνικά περιβάλλοντα που πέρασα. Ως προς το δεύτερο, το απέδειξα από το γεγονός ότι, ενώ έχω κάνει σπουδές που ελάχιστες Ελληνίδες έχουν κάνει, δεν μίλησα ούτε έγραψα ποτέ για αυτές από το 1981 που επέστρεψα στην Ελλάδα.

Μου αρκούσε ότι έχουν κατατεθεί στα Αρχεία της Ακαδημίας Αθηνών συνοδευόμενες από τις «Άριστες» κριτικές των ειδικών που με έκριναν και ότι ως υπότροφος του ελληνικού Ινστιτούτου, που είναι «ΤΙΤΛΟΣ ΤΙΜΗΣ», έχω περάσει στην ιστορία του 20ού αιώνα.

Με παρότρυνση του συζύγου μου και η πρόκληση που μου γέννησαν συμπολίτες μας καθ’ όλα εκλεκτοί, κατέχοντες θέσεις στις Αρχές της πόλης, οι οποίοι έκριναν ως «Άριστους» και τους τίμησαν με βραβεία, ανθρώπους που μόνο με την πραγματική Επιστήμη και Έρευνα δεν είχαν σχέση, αλλά όμως ως ημιμαθείς είχαν θράσος και επροβάλλοντο ως Σπουδαίοι σε ανθρώπους που δεν είχαν τις Γνώσεις για να τους κρίνουν.

Ένιωσα πολύ θυμό για αυτή την ασέβεια προς την πραγματική Επιστήμη του μόχθου και του ιδρώτα.

Έτσι, λοιπόν, δημοσίευσα ένα συνοπτικό διάγραμμα των τίτλων μόνο των σπουδών μου. Η αντίδραση των συμπολιτών μου και όλων όσοι το είδαν από το Internet, με συγκίνησε τόσο πολύ που σκέφτηκα ότι με όλα όσα και αν έπαθα στη ζωή μου, για τα οποία με χαρακτήρισαν, μεγάλες προσωπικότητες, «ηρωίδα αρχαίας τραγωδίας», «εθνικό κεφάλαιο», τουλάχιστον κάτι κέρδισα, το σπουδαιότερο για μένα, την αγάπη και την εκτίμηση του κόσμου. Μαθητές και φοιτητές μου από τα πέρατα της υφηλίου, καταξιωμένοι ως επιστήμονες μου δήλωσαν πόσο υπερήφανοι είναι γιατί υπήρξα καθηγήτριά τους.

Μέχρι τώρα δεν έχω ακολουθήσει τη συμβουλή της σοφής φίλης μου να προβάλω το έργο μου, τις χρονοβόρες και μοναδικές σπουδές μου στο εξωτερικό.

Τώρα, όμως, θα αρχίσω να δίδω στη δημοσιότητα αυτά που πέτυχα ως υπότροφος. Γιατί κατάλαβα ότι ο κόσμος, ο αγνός κόσμος, θα χαρεί που μια Κρητικιά φίλη, μια γνωστή τους, ήταν βυθισμένη για χρόνια στα δυσπρόσιτα Βενετικά Αρχεία, προκειμένου να αντλήσει μερικές πληροφορίες για την εντελώς σχεδόν άγνωστη ιστορία της ιδιαιτέρας της πατρίδας, της Κρήτης.

Και άνοιξε για πρώτη φορά περγαμηνές του 13ου αιώνα, γραμμένες στη λατινική γλώσσα, και που ανάμεσα στα φύλλα τους συνάντησε πολλές φορές «ψόφιες σαύρες». Με μεγεθυντικό φακό και γνώσεις Παλαιογραφίας αγωνιζόταν πολλές φορές και μήνες ολόκληρους, προκειμένου να εντοπίσει μία σημαντική πληροφορία.

Και τα αποτελέσματα ήταν αποκαλυπτικά για την ιστορία της Κρήτης. Διαλύθηκαν μύθοι που επικρατούσαν για αιώνες και ήρθε στο φως η αλήθεια με βάση τα documenta. Και έγιναν ανακαλύψεις που έδωσαν απαντήσεις σε ερωτηματικά που για χρόνια βασάνιζαν τους ιστορικούς.

Η ιστορία της Κρήτης από τα Βενετικά Αρχεία έπρεπε να αποτελεί το αντικειμενικό έρευνας κάθε ευπατρίδη Κρητικού, ο οποίος είχε διάθεση για Μεταπτυχιακές Σπουδές. Και όμως αυτό δεν συνέβη.

Ελάχιστοι ακολούθησαν αυτό τον δρόμο όπως η γράφουσα. Το γιατί; Γιατί απλούστατα είναι τόσο δύσκολος που ελάχιστοι έχουν «τα κότσια» και το πείσμα να τον διανύσουν.

Σχεδόν δύο χρόνια προετοιμασίας για να πάρεις τη δυσκολότερη υποτροφία από την Ακαδημία Αθηνών και να πάρεις το εισιτήριο για τη Βενετία, 3-4 χρόνια έρευνα στα Βενετικά Αρχεία, και τρία τουλάχιστον χρόνια για την ταξινόμηση του υλικού που έχεις συλλέξει και τη σύνθεση της Διδακτορικής Διατριβής, δηλαδή σύνολο 89 χρόνια και πάντοτε έχεις το ρίσκο να μη βρεις επαρκή στοιχεία για τη σύνθεση της μελέτης σου, διότι ή κατεστράφησαν πολλά, χιλιάδες τόμοι κατά τη μεταφορά τους στη Βενετία, από γαλέρες που ναυάγησαν, ή κάηκαν στους χώρους που φυλάχτηκαν αρχικά στη Βενετία.

Πόσοι λοιπόν ερευνητές είναι διατεθειμένοι, παθιασμένοι, να «μονάσουν» τόσα χρόνια για να αποκτήσουν ένα τίτλο του διδάκτορα, τον οποίο θα αποκτούσαν κάνοντας 3 χρονάκια σπουδές και ο ίδιος τίτλος, όχι βέβαια της ίδιας αξίας και ποιότητας.

Η αγαπημένη μου φίλη, που τόσο συνέβαλε και στην ηθική μου εξέλιξη με το δικό της παράδειγμα, και η οποία έζησε τον «Γολγοθά» που πέρασα ως υπότροφος, μου έλεγε: «Για να ξεχνά τα προβλήματά σου, να ασχολείσαι με τα προβλήματα των άλλων».

Τη συμβουλή της ακολούθησα σε όλη μου τη ζωή και έτσι επέζησα. Καίτη μου, σου υπόσχομαι ότι την παρακαταθήκη που μου άφησες θα τη διατηρώ με ευλάβεια και ότι θα τη μεταλαμπαδεύω στους μαθητές μου και τους φοιτητές μου. Να είσαι ήσυχη λοιπόν ότι η πνευματική κληρονομιά από άφησες, οι αξίες σου διαιωνίζονται και ΕΣΥ ΠΑΝΤΑ ΖΕΙΣ.

Όμως, εγώ συνεχίζω να πιστεύω ότι ΟΙ ΑΞΙΕΣ ΕΙΝΑΙ ΤΑΠΕΙΝΕΣ.

Σημείωση: Η κυρία Ρένα δηλώνει ότι από τώρα και στο εξής αποποιείται του πανεπιστημιακού της τίτλου, λόγω της υποτίμησης που έχει υποστεί και διότι δεν έχει πλέον κανένα ουσιαστικό αντίκρισμα.

Διατηρεί τους τίτλους με τους οποίους υπογράφει κατωτέρω, διότι είναι τίτλοι τιμής που αποκτήθηκαν με ΜΟΧΘΟ, ΑΙΜΑ ΚΑΙ ΙΔΡΩΤΑ και από ελάχιστους.

Συνειδητά υπογράφουσα,

Ρένα Βλαχάκη – Μαρκάκη

Υπότροφος της Ακαδημίας Αθηνών

Ερευνήτρια ιστορικός στα Αρχεία της Βενετίας, με διαμονή στο ελληνικό Ινστιτούτο

Πτυχιούχος της Σχολής Αρχειονομίας, Παλαιογραφίας και Διπλωματικής στην Ιταλική Γλώσσα

Διδάκτωρ της Ιστορίας

Ηράκλειο, Σεπτέμβριος 2014