Η εφημερίδα "ΠΑΤΡΙΣ" κλείνει 80 χρόνια ενημέρωσης και ιστορίας, 1946-2026

Κωστής Μουδάτσος: «Ο καλλιτέχνης είναι ένας φακός που φωτίζει τα περάσματα»

Σε μια εποχή όπου οι κοινωνίες δοκιμάζονται από πολέμους, ανισότητες, κρίσεις αξιών και βαθιά αισθήματα αποξένωσης, η φωνή των ανθρώπων του πολιτισμού δεν μπορεί να παραμείνει αδιάφορη και στρογγυλεμένη.

Ο Κωστής Μουδάτσος, ποιητής, συγγραφέας, μουσικός, αρθρογράφος και ερευνητής του κρητικού λαϊκού πολιτισμού, ανήκει σε εκείνη την κατηγορία δημιουργών που δεν «μασάει τα λόγια του» αντιμετωπίζοντάς την ως μια πράξη κοινωνικής ευθύνης και συλλογικής μνήμης.

«Με την Παιδεία, την Τέχνη και τον Πολιτισμό -τονίζει ο ίδιος μιλώντας στην «Π»- διαμορφώνομε τις συνειδήσεις μας. Το πνεύμα της λεβεντιάς, της ευγένειας, της δικαιοσύνης και της Δημοκρατίας είναι κοινωνικό μάθημα. Από μικρός αγάπησα τις αξίες του λαϊκού πολιτισμού και ήμουν ενάντια σε κάθε παρακμιακή τάση. Σε ό,τι αφορά τη μουσική, είμαι μουσικόφιλος».

Με βαθιές ρίζες στην κρητική παράδοση και βιώματα που ξεκινούν από τις αυλές, τα καφενεία, τα γλέντια και τις παρέες του Μεραμπέλλου και του Λασιθίου, ο ίδιος κατάφερε να μετατρέψει τις εμπειρίες μιας ολόκληρης γενιάς σε λόγο, μουσική και λογοτεχνία.

Η δημιουργική του πορεία είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την αναζήτηση της ταυτότητας, τη διάσωση της λαϊκής μνήμης και την ανάδειξη των ιστοριών των απλών ανθρώπων.

Σ’ αυτούς τους δρόμους κινείται το τελευταίο του βιβλίο, «Ξένος σε ξένους τόπους», ένα έργο που αντλεί υλικό από αληθινές ιστορίες προσφύγων, μεταναστών και ξεριζωμένων ανθρώπων.

Μέσα από τραγούδια, ποιήματα και διηγήματα, ο συγγραφέας φωτίζει τις πληγές της προσφυγιάς, αλλά και τη δύναμη της ανθρώπινης αξιοπρέπειας απέναντι στις δυσκολίες της ζωής. «Το συλλογικό πνεύμα -αναφέρει-και το εμείς καλλιεργείται.

Ο αλληλοσεβασμός και η αλληλεγγύη απαιτούν καλλιεργημένες συνειδήσεις. Να ζυμώνονται οι άνθρωποι με τα σπουδαία ιδανικά που καθορίζουν τη ζωή στον τόπο μας, αιώνες τώρα. Η Τέχνη δεν θέλει θόρυβο, αλλά απαιτεί να βασίζεται σε αξίες και ιδανικά. Να καλλιεργεί οράματα που βοηθούν να ανέβομε λίγο ψηλότερα».

Ο ίδιος μιλά ακόμα για τη διαδρομή του στην τέχνη και τη δημιουργία, για τις εμπειρίες που τον σημάδεψαν, για τον ρόλο της κρητικής παράδοσης στη ζωή του, αλλά και για τη θέση που οφείλει να έχει η τέχνη απέναντι στις προκλήσεις της σύγχρονης εποχής.

«Χωρίς όνειρα και όμορφες ιδέες το πονηρό το μονοπάτι μάς οδηγεί ντογρού στην κατηφόρα τη μεγάλη. Κι αυτό το βλέπομε σήμερα»

Ποιητής, συγγραφέας, μουσικός, αρθρογράφος και ερευνητής του κρητικού λαϊκού πολιτισμού. Πώς προέκυψε αυτή η πολυδιάστατη πορεία και με ποια από αυτές τις ιδιότητες εκφράζεστε περισσότερο;

Κ.Μ. Με την Παιδεία, την Τέχνη και τον Πολιτισμό διαμορφώνομε τις συνειδήσεις μας. Το πνεύμα της λεβεντιάς, της ευγένειας, της δικαιοσύνης και της Δημοκρατίας είναι κοινωνικό μάθημα. Από μικρός αγάπησα τις αξίες του λαϊκού πολιτισμού και ήμουν ενάντια σε κάθε παρακμιακή τάση. Σε ό,τι αφορά τη μουσική, είμαι μουσικόφιλος.

-Πώς γεννήθηκε η ιδέα για το τελευταίο σας βιβλίο «Ξένος σε ξένους τόπους»;

Κ.Μ. Οι αλησμόνητες πατρίδες είναι καημός και πόνος. Ο ξεριζωμός των ανθρώπων από τους πατρογονικούς τόπους αφήνει τεράστιες πληγές. Κι όσο έρχονται οι νεότερες γενιές, αναζητούν τις ρίζες τους. Το βλέπομε στους πρόσφυγες που ήρθαν στην Ελλάδα το 1923 από τη Μικρά Ασία. Το βλέπομε στους σημερινούς πρόσφυγες που λόγω των πολέμων εγκαταλείπουν τον τόπο τους, αναζητώντας κάτι καλύτερο.

Το βλέπομε στους μετανάστες που φεύγουν στο εξωτερικό. Εκατοντάδες χιλιάδες νέοι με τρομερά προσόντα έχουν φύγει τα τελευταία χρόνια από τη χώρα μας. Αλλά και οι αλλοπρόσαλλες πολιτικές που εξαθλιώνουν τους εργαζόμενους, μας κάνουν να αισθανόμαστε ξένοι και στον δικό μας τόπο, όπως και στις σύγχρονες πόλεις, μέσα σε χίλιους και νοιώθεις αποξενωμένος.

-Το βιβλίο περιλαμβάνει αληθινές ιστορίες, βιώματα ανθρώπων από την Κρήτη, τον Πόντο, τη Μικρά Ασία που μετατρέψατε σε τραγούδια, ποιήματα και διηγήματα. Υπάρχει κάποια ιστορία που σας έκανε ιδιαίτερη εντύπωση;

Κ.Μ. Υπάρχουν πολλές αληθινές ιστορίες που με συγκλόνισαν. Κάθε διήγηση είναι «μαχαιριά» και πόνος. Δεν κρύβω όμως ότι εντυπωσιάστηκα από τους πρόσφυγες, που έδωσαν με αξιοπρέπεια τον αγώνα της επιβίωσης κόντρα σε άθλιες συνθήκες και βοηθώντας ο ένας τον άλλο, στήριξαν και την ανάπτυξη της χώρας σε όλα τα επίπεδα.

-Η τέχνη μπορεί να συμβάλει στην κατανόηση και την αποδοχή του «άλλου»;

Κ.Μ. Το συλλογικό πνεύμα και το «εμείς» καλλιεργείται. Ο αλληλοσεβασμός και η αλληλεγγύη απαιτούν καλλιεργημένες συνειδήσεις. Να ζυμώνονται οι άνθρωποι με τα σπουδαία ιδανικά που καθορίζουν τη ζωή στον τόπο μας, αιώνες τώρα. Η Τέχνη δεν θέλει θόρυβο, αλλά απαιτεί να βασίζεται σε αξίες και ιδανικά. Να καλλιεργεί οράματα που βοηθούν να ανέβομε λίγο ψηλότερα.

Χωρίς όνειρα και όμορφες ιδέες, το πονηρό το μονοπάτι μάς οδηγεί ντογρού στην κατηφόρα τη μεγάλη. Κι αυτό το βλέπομε σήμερα, όπου η διαπλοκή και η διαφθορά κάνει τα λαμόγια αφεντικά! Η παραβατικότητα και ο παράνομος πλουτισμός δημιουργούν νεόπλουτους χωρίς ήθος και κοινωνικά κριτήρια. Ευνοούν εγωιστικές συμπεριφορές, ψευτοπαλληκαράδες και ανόητους φανατικούς κομματάρχες που αισθάνονται ανεξέλεχτοι, αλλά και προστατευόμενοι από τα κομματικά τζάκια.

Ο ακρωτηριασμός των ονείρων των νέων οδηγεί στην κατάθλιψη και στον αόρατο κόσμο της ανέχειας και των εξαθλιωμένων. Η διαφορετικότητα είναι πηγή ζωής για μια κοινωνία, οι αποκλεισμένοι πληγή.

-Πώς ξεκίνησε η σχέση σας με την ποίηση και τη μουσική;

Κ.Μ. Από μικρός διάβαζα και παρατηρούσα. Τα παιδιά στα χωριά συμμετείχαμε στις εργασίες κι έτσι διαμορφώναμε απόψεις και ιδέες. Οι φοιτητές της εποχής εκείνης δεν ήταν μόνο φορείς νέων ιδεών, αλλά έφερναν βιβλία μαζί τους, που τα μελετούσαμε οι μικρότεροι.

Ήταν η εποχή μετά τη χούντα που προκάλεσε πολλές αλλαγές. Από μικρός είχα την ευκαιρία να διαβάζω αρχαία ελληνική γραμματεία, σύγχρονους ποιητές και συγγραφείς, έργα κορυφαίων δημιουργών από όλο τον κόσμο. Θυμάμαι, παιδάκι ακόμη, τον πατέρα μου να αγοράζει εικονογραφημένους τους μύθους του Αισώπου. Η μάνα μου διάβαζε Καρυωτάκη, Ροΐδη, Καζαντζάκη κ.ά., αλλά και την εκκλησιαστική υμνογραφία.

Πριν τελειώσω το Γυμνάσιο, είχα διαβάσει τα περισσότερα έργα του Σαίξπηρ από την κινητή βιβλιοθήκη. Ερωτόκριτο άκουγα και διάβαζα από παιδάκι, γιατί ο προπάππους μου τον ήξερε όλο απέξω. Ο παππούς χόρευε εκπληκτικά και ειδικά στις Απόκριες με είχε να κάθομαι στον γκαφά του κι εκείνος να χορεύει στην πλάτη της καρέκλας. Τα γλέντια στο χωριό και οι παρέες ήταν απόλαυση.

Σπουδαίοι καλλιτέχνες, καλοί χορευτές κι εμείς οι μικροί προσπαθούσαμε να τους μιμηθούμε. Φτιάχναμε λύρες και λαούτα με ξύλα που «κλέβαμε» από τον ξυλουργό και μπαλότελα κι έτσι στήναμε τα δικά μας γλέντια. Μετά τη χούντα, οι γονείς μας αγόρασαν ραδιοκασετόφωνα και μάθαμε την κρητική, την ελληνική μουσική, το ρεμπέτικο, αλλά και να ακούμε μουσικές που σημάδεψαν τον κόσμο κ.τ.λ.

-Τι ρόλο έπαιξε η κρητική παράδοση στη διαμόρφωση της καλλιτεχνικής σας ταυτότητας;

Κ.Μ. Από παιδάκι άκουγα τραγούδια, νανουρίσματα, σκοπούς και μελωδίες από τις γιαγιάδες και τις θειάδες. Στο βωλόσυρο, σαν αλωνεύαμε ολημερίς, η προγιαγιά μου έλεγε παλιά αφηγηματικά τραγούδια. Στις παρέες του χωριού μάθαινα τραγούδια και ποιήματα.

Σαν βγάζαμε πηγάδια, μάθαινα ότι η σκληρή κι επικίνδυνη εργασία απαιτεί ομαδική προσπάθεια με καλό συντονισμό, αλλά και χοντρό καλαμπούρι με το οποίο δεν παρεξηγούσε κανείς. Στο τέλος, τρώγαμε όλοι μαζί και πίναμε. Από το κέφι το πολύ ξεπερνούσαν κανόνες και νόρμες. Ακόμη και οι θρησκευόμενοι βάπτιζαν το κρέας μαύρες πατάτες κι έτρωγαν, πίνοντας και τραγουδώντας.

Σιγά-σιγά, διαβάζοντας και μελετώντας, ξεκίνησα να εισχωρώ στις αλήθειες του λαϊκού πολιτισμού της Κρήτης. Πιάνοντας στα χέρια μου τα βιβλία της Μαρίας Λιουδάκη ή τις συλλογές με τα ριζίτικα τραγούδια, ανακάλυπτα τους θησαυρούς στα κρυμμένα σεντούκια.

Με τον καιρό διάβαζα βιβλία, λογοτεχνικά περιοδικά, αναλύσεις, συνεντεύξεις σπουδαίων πνευματικών ανθρώπων, αλλά είχα βαλθεί να ψάχνω και ιστορίες από τους εκπληκτικούς παλιούς θυμόσοφους των χωριών μας. Σε κάθε ξεχωριστή φυσιογνωμία, έψαχνα τις ιδιαιτερότητές που την χαρακτήριζαν.

Με τον Ψαραντώνη
«Η κοινωνία του χωριού μου δεν είχε ούτε πυροβολισμούς ούτε καπετανάτα με ψευτοπαλληκαρισμούς»

-Είστε Μεσαλασιθιώτης. Πώς θα περιγράφατε τον τόπο σας;

Κ.Μ. Η κοινωνία του χωριού μου ήταν ενδιαφέρουσα. Κάθε βράδυ στη ρέγουλα με τη ρακή στα καφενεία γινόντουσαν όμορφες παρέες. Κέρνα ο ένας και κέρνα ο άλλος. Καλαμπούρια, πειράγματα, θυμοσοφίες και στο τέλος πολλές φορές κατέληγαν σε τραγούδια και καντάδες.

Στις δουλειές, η αλληλοβοήθεια ήταν κανόνας. Στις χαρές και στη θλίψη όλοι μαζί. Η νεολαία μονιασμένη με όμορφα ενδιαφέροντα. Μια κοινωνία με προοδευτικές ιδέες. Ούτε πυροβολισμοί κι ούτε καπετανάτα με ψευτοπαλληκαρισμούς. Ας πάρουν πράξη και κάποιοι νεότεροι που λοξοκοιτάζουν σε ανόσιες συνήθειες των μοντέρνων λαμογίων.

Παλαιότερα ήταν χωριό που έκρυβε και τροφοδοτούσε επαναστάτες, χαΐνηδες, αντάρτες, Εγγλέζους και κυνηγημένους. Τώρα βέβαια οι περισσότεροι κάτοικοι είναι ηλικιωμένοι που ακόμα δουλεύουν. Στην πορεία της ζωής έμαθα να αισθάνομαι Μεσαλασιθιώτης, Κρητικός, Έλληνας, Ευρωπαίος, κοσμοπολίτης.

-Τι ρόλο έπαιξε αυτή η γη και οι άνθρωποί της στη διαμόρφωση του χαρακτήρα σας;

Κ.Μ. Ένα οροπέδιο τριγυρισμένο από ψηλά βουνά επηρεάζει τον χαρακτήρα των ανθρώπων. Το βουνό αγαπά τη σιωπή, τη δωρικότητα, την απλότητα, τη λιτή ζωή. Είναι ο τόπος που γέννησε το Δία, που μας αρμήνεψε ότι ο έρωτας δεν έχει ντροπές. Η σκληρή εργασία με σεβασμό στη Φύση βοηθά στην επιβίωση.

Οι παλιές οικογένειες ήθελαν με κάθε τρόπο να σπουδάσουν τα παιδιά τους και να ξεφύγουν από τις σκληρές συνθήκες. Από την άλλη μάθαμε τη Φύση, μάθαμε να απολαμβάνομε τα δέντρα, τα λουλούδια και τα βότανα. Μάθαμε να καλλιεργούμε τη γη και να χαιρόμαστε τις μικρές και μεγάλες μας στιγμές. Επειδή ήταν κοινωνία με ανοιχτούς ανθρώπους, αγαπήσαμε τα ελεύθερα πνεύματα και στις κορυφογραμμές αναζητούσαμε τους ορίζοντες.

-Ποιες εικόνες από τα χρόνια εκείνα «χάραξαν» την πορεία σας;

Κ.Μ. Πολλές εικόνες. Σαν παιδί, μου άρεσαν οι βεγγέρες το καλοκαίρι στις ασπρισμένες αυλές με τις αλιτάνες και τις γλάστρες γιομάτες λουλούδια. Εκεί οι γειτόνισσες με ιστορίες, πειράγματα και εξομολογήσεις μάς έδειχναν με αλληγορικούς τρόπους τις ομορφιές της ζωής.

Τα γλέντια, οι κοινωνικές εκδηλώσεις, οι αγώνες για να φτιάξουν δίχτυα ύδρευσης και αποχέτευσης, να στήσουν συνεταιρισμούς και να εκσυγχρονίσουν τις καλλιέργειες. Οι αγώνες να ξεφύγουν από τις δαγκάνες των μεσαζόντων. Οι εικόνες στα καφενεία! Τα σχολεία είχαν ιδρυματική λογική που έβαζαν σε καλούπια τα κοπέλια κι έτσι δεν βοηθούσαν στη διαμόρφωση ολοκληρωμένων χαρακτήρων.

Γι’ αυτό κι είχαμε τους δικούς μας τρόπους, ώστε να εξελιχτούμε. Πρώτα κάναμε την προσωπική μας επανάσταση κι ύστερα αναζητούσαμε τους δρόμους μας. Σαν παιδιά παρά τις σχολικές απαγορεύσεις απολαύσαμε το παιχνίδι. Ό,τι θέλεις κατεργαζόμαστε για να παίζομε και να χαλούμε τον κόσμο με τις μπαγαποντιές μας.

«Η Φύση και ο Πολιτισμός είναι σπουδαίο πεδίο δράσης και όχι το πανηγυράκι για την κονόμα και τις παρακμιακές τακτικές»

Με τον Ψαρογιώργη

-Ασχολείστε με τη γη, φυτεύετε, καλλιεργείτε. Τι σημαίνει για εσάς αυτή η επαφή με το χώμα και πόσο επηρεάζει την καλλιτεχνική σας δημιουργία;

Κ.Μ. Σημαίνει ζωή. Μαθαίνεις να σκέφτεσαι, παρατηρώντας τη φύση σε όλες τις εποχές και στα χρόνια. Μαθαίνεις να αγαπάς το όμορφο και να εκτιμάς τον κόπο που απαιτεί κάθε προσπάθεια. Καταλαβαίνεις, γνωρίζοντας τη φύση, την αξία που έχει το νερό και το χώμα και πόσο θα επηρεάσει η κλιματική αλλαγή την ανθρώπινη ζωή.

Κι επειδή στις πόλεις η ζωή είναι καθιστική, η ενασχόληση με τη Φύση είναι πηγή κίνησης και υγείας. Σαν περπατώ στα βουνά, σκέφτομαι και εμπνέομαι πολλώ λογιώ θέματα. Η Φύση και ο Πολιτισμός είναι σπουδαίο πεδίο δράσης για τους πολιτιστικούς συλλόγους και όχι το πανηγυράκι για την κονόμα και τις παρακμιακές τακτικές.

-Ποια συνεργασία σας σάς σημάδεψε περισσότερο;

Κ.Μ. Εκείνη με τον Γιάννη Ξυλούρη. Εξαιτίας του, γνώρισα ακόμη καλύτερα και το έργο του Νίκου Ξυλούρη. Σημαντική είναι και η εικοσαετής συνεργασία με τον μουσικό και φίλο Μιχάλη Ξυδάκη. Άλλωστε, έχομε δώσει τρεις μουσικές εργασίες και ακολουθεί κι άλλη.

Ας όψεται ο αγώνας της επιβίωσης, που μας στερεί χρόνο από την καλλιτεχνική δημιουργία. Σημαντική ήταν και η -για τρία χρόνια- συνεργασία και έρευνα σαράντα ανθρώπων για το βιβλίο «Ο Λαϊκός Πολιτισμός της Κρήτης»

-Έχετε πει πως «ο καλλιτέχνης είναι ένας φακός που φωτίζει τα περάσματα». Ποια θεωρείτε σήμερα τα πιο σκοτεινά «περάσματα» της κοινωνίας που η τέχνη οφείλει να φωτίσει;

Κ.Μ. Ο καλλιτέχνης πρέπει να λειτουργεί σαν φακός στα σκοτάδια για να βρούμε τη ρωγμή να βγούμε στο φως. Γι’ αυτό, τα μεγάλα ιδανικά είναι η βάση και προσπαθεί να εκφράσει την εποχή του, με την αγωνία να ζήσει ο κόσμος καλύτερα και με το μέλλον ευοίωνο. Το «εμείς» πάνω από το «εγώ». Μιλάμε για πολιτικά θέματα, την ιστορία, την εργασία, τους πολέμους, τον έρωτα και τις μεγάλες αλήθειες. Η Τέχνη αποτελεί εργαλείο συνείδησης και αντιμετώπισης της ζωής.

«Εάν δεν δώσομε ελπίδα και όραμα στον κόσμο, έρχονται κοινωνικές συγκρούσεις»

-Η τέχνη οφείλει να παίρνει θέση ή να παραμένει ανεξάρτητη από την πολιτική;

Κ.Μ. Πολιτικό ον είναι ο καλλιτέχνης. Επιβάλλεται να έχει άποψη, αλλά να μην είναι υπηρέτης αφεντάδων. Αλίμονο εάν δεν είμαστε ενάντια στους ζοφερούς πολέμους, στη γενοκτονία στη Γάζα, στα σχέδια των εθνικιστών κ.τ.λ. Αλίμονο εάν δεν είμαστε ενάντια στις γυναικοκτονίες και στην οικογενειακή βία.

Αλίμονο εάν δεν νοιαζόμαστε για ένα δίκαιο κόσμο, όπου όλοι θα έχουν τα ίδια δικαιώματα. Σε ποιον αρέσει το δόγμα οι ελάχιστοι να είναι πάμπλουτοι, να λυμαίνονται το δημόσιο χρήμα και οι πολλοί να αντιμετωπίζουν με δυσκολίες την επιβίωσή τους; Η παιδεία και η υγεία είναι κατακτήσεις που πρέπει να παρέχονται δωρεάν σε όλους.

Ένα δίκαιο κοινωνικό μοντέλο ανάπτυξης αποτελεί προϋπόθεση για αρμονία στη ζωή. Τέχνη και πολιτισμό για όλους! Κι ο πολιτισμός απαιτεί ελεύθερο χρόνο. Η μείωση του χρόνου εργασίας βοηθά στην ανάπτυξη της προσωπικότητας του ανθρώπου.

-Όταν λέτε ότι «η τέχνη πρέπει να στέκεται ενάντια στη φρίκη», τι σημαίνει αυτό πρακτικά για τον καλλιτέχνη;

Κ.Μ. Ενάντια στους πολέμους, στις γενοκτονίες, στη βία και στις ανισότητες. Ενάντια σε όσους εξαθλιώνουν τη ζωή και καταστρέφουν τον πλανήτη γη. Είναι η φωνή του αόρατου κόσμου ενάντια σε κάθε ανόσια εξουσία, μικρή και μεγάλη. Να χαρίζει οράματα που βοηθούν να ομορφαίνει η ζωή.

-Πώς σχολιάζετε τη σημερινή επικαιρότητα υπό το πρίσμα του στίχου σας «Του γέρου κόσμου η καρδιά καινούργιο αίμα θέλει»;

Κ.Μ. Ζούμε σε έναν κόσμο, με γερασμένα και ξεπερασμένα δόγματα να κυριαρχούν. Οι βάρβαροι είναι ήδη στις πύλες. Ο φασισμός και οι ακροδεξιές αντιλήψεις με τις σκληρές κι ανελέητες νεοφιλελεύθερες πολιτικές ασκημίζουν τη ζωή και απειλούν κατακτήσεις των κοινωνιών.

Στον πλανήτη Γη, πολλοί τύραννοι αναθεωρούν πολιτικές και επιβάλλουν τον νόμο του ισχυρού. Το κράτος εξελίσσεται σε λήσταρχο και μεγάλο αδερφό, ενώ τα «τσιράκια» του πνίγονται στη διαπλοκή και στη διαφθορά. Τα λόμπι αποκτούν τεράστιες εξουσίες ενάντια στη λαϊκή κυριαρχία. Η Ευρωπαϊκή Ένωση αδυνατεί να βρει βηματισμό. Θα ξυπνήσει η Ευρώπη ή θα συνεχίσει στον κατήφορο;

Οι πολυεθνικές αποκτούν ανεξέλεγκτες εξουσίες, μεγαλύτερες από αρκετά κράτη και κατακλέβουν τον πλούτο των λαών. Οι φονταμενταλιστές βρίσκουν πρόσφορο έδαφος στα λαϊκά στρώματα. Τα ΜΜΕ και τα social media παίζουν τα παιχνίδια των ισχυρών. Δύσκολες εποχές και το μέλλον δυσοίωνο! Γι’ αυτό η καρδιά του κόσμου θέλει καινούργιο αίμα!

-«Όση συννεφιά κι αν έχει ο ουρανός, θα βρει ο ήλιος τον τρόπο να φέξει», λέτε. Εντέλει, αισιοδοξείτε;

Κ.Μ. Ελπίζομε ότι οι λαοί θα βρούνε το τραγούδι τους. Θα ξαναβγούνε στο προσκήνιο, διεκδικώντας τα δίκαια και τις κοινωνικές τους κατακτήσεις σε αυτόν τον ζοφερό κόσμο. Βαρύς ο χειμώνας, αλλά θα φέρουν οι λαοί την άνοιξη. Απλά θέλει δουλειά πολλή! Εάν δεν δώσομε ελπίδα και όραμα στον κόσμο, έρχονται κοινωνικές συγκρούσεις. Άλλωστε, είναι πασιφανές ότι οι πλούσιοι και οι ισχυροί καταστρέφουν τον πλανήτη Γη! Εμείς σαν καλλιτέχνες έχομε τους πόνους όλου του ντουνιά, στη θράκα του μυαλού μας!

«Μεγάλο σχολείο ο Ψαρογιάννης και ο Ψαραντώνης»

-Πότε καταλάβατε ότι η δημιουργία θα γίνει τρόπος ζωής για εσάς;

Κ.Μ. Από μικρός έγραφα και προσπαθούσα. Δεν δημοσίευα όμως τίποτα. Μια καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο προσπάθησε να με πείσει να μετεγγραφώ στη Φιλοσοφική Σχολή στο Βουκουρέστι και εκείνη θα φρόντιζε να εκδίδονται ό,τι γράφω σε διάφορες γλώσσες. Δεν πήγα. Ο συγγραφέας Alexandru Babes προσπάθησε να με πείσει και μου δίδαξε πολλά! Ο κοσμήτορας της σχολής μου, ο Ion Camasoiu, με θεωρούσε ταλέντο στην οικονομία και είχαμε γίνει καλοί φίλοι.

Οι συζητήσεις μας για την παγκόσμια οικονομική έρευνα και τα μοντέλα οικονομικής ανάπτυξης μού άνοιξαν ορίζοντες. Κι αυτοί διάβαζαν ό,τι έγραφα στα ρουμάνικα, όχι στην ελληνική γλώσσα. Ο Κώστας Τσιάνος με δίδαξε πώς να δουλεύω στοιχεία των λαϊκών πολιτισμών σε σύγχρονα έργα, αλλά και να εντρυφώ βαθιά στα καλλιτεχνικά έργα. Αργότερα, ο Γιάννης Ξυλούρης με έπεισε να εκδώσω το πρώτο μου βιβλίο, «Οι Αλήτες στα Βαλκάνια».

Δέκα χρόνια συνεργαστήκαμε σε συναυλίες και στο θέατρο και ήταν πολύτιμος φίλος, δάσκαλος και συνεργάτης. Δισκογραφικά, δώσαμε το μουσικό έργο με τον Ερωτόκριτο. Μεγάλο σχολείο ο Ψαρογιάννης και ο Ψαραντώνης. Οι παρέες με αυτούς τους σπουδαίους και καινοτόμους Κρητικούς καλλιτέχνες ήταν «τροφή» για τις λιμασμένες μας ψυχές.