Σχεδόν μία δεκαετία μετά το «Alien: Covenant», ο Ρίντλεϊ Σκοτ επιστρέφει στην επιστημονική φαντασία με μια ταινία που απέχει αρκετά από όσα θα περίμενε κανείς από τον σκηνοθέτη. Ο «Αστερισμός του Σκύλου» δεν έχει διαστημόπλοια, εξωγήινους και κοσμικές απειλές.
Το διάστημα έχει αντικατασταθεί από μια κατεστραμμένη Γη και η αγωνία για το άγνωστο μεταφέρεται σε έναν κόσμο που έχει ήδη γνωρίσει την καταστροφή. Πρόκειται για μια μετα-αποκαλυπτική περιπέτεια επιβίωσης, η οποία συνδυάζει δράση, αγωνία και ανθρώπινο δράμα, έχοντας ως πρωταγωνιστές τον Τζέικομπ Ελόρντι, τη Μάργκαρετ Κουάλεϊ, τον Τζος Μπρόλιν και τον Γκάι Πιρς.
Η ιστορία μεταφέρεται στο 2035, λίγα χρόνια μετά την εμφάνιση μιας φονικής πανδημίας που έχει αποδεκατίσει τον παγκόσμιο πληθυσμό.
Ο Χιγκ, ένας νεαρός πιλότος που προσπαθεί να διαχειριστεί την απώλεια της συζύγου του, έχει αποσυρθεί σε ένα εγκαταλελειμμένο αεροδρόμιο του Κολοράντο. Εκεί ζει μαζί με τον σκύλο του, τον Τζάσπερ, και τον Μπάνγκλεϊ, έναν σκληροτράχηλο βετεράνο που έχει μάθει να αντιμετωπίζει τη νέα πραγματικότητα με καχυποψία και αυστηρούς κανόνες. Η καθημερινότητά τους είναι οργανωμένη γύρω από την επιβίωση, μέχρι τη στιγμή που ένα μυστηριώδες ραδιοφωνικό σήμα φτάνει στο καταφύγιό τους.
Για τον Χιγκ, η εκπομπή αυτή αποτελεί πιθανή απόδειξη ότι υπάρχουν ακόμη επιζώντες. Παρά τους κινδύνους, αποφασίζει να εγκαταλείψει το αεροδρόμιο και να ακολουθήσει το σήμα, αναζητώντας όχι μόνο άλλους ανθρώπους αλλά και έναν λόγο για να συνεχίσει.
Ο «Αστερισμός του Σκύλου» βασίζεται στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Πίτερ Χέλερ, το οποίο κυκλοφόρησε το 2012, πολύ πριν η πανδημία της Covid-19 κάνει την ιδέα μιας παγκόσμιας υγειονομικής καταστροφής μέρος της καθημερινής μας εμπειρίας. Ο ίδιος ο συγγραφέας είχε περισσότερο στο μυαλό του την οικολογική καταστροφή και την πιθανότητα μιας μαζικής εξαφάνισης, ωστόσο η κινηματογραφική μεταφορά αποκτά αναπόφευκτα μια διαφορετική διάσταση σήμερα. Οι άδειοι δρόμοι, η απομόνωση, η καχυποψία απέναντι στους αγνώστους και η αίσθηση ότι ο κόσμος όπως τον γνωρίζαμε έχει χαθεί είναι εικόνες που το σύγχρονο κοινό αναγνωρίζει πολύ πιο εύκολα.
Εκείνο που ενδιαφέρει περισσότερο την ιστορία, ωστόσο, δεν είναι η ίδια η καταστροφή αλλά η ζωή που ακολουθεί. Ο κόσμος έχει τελειώσει, αλλά οι άνθρωποι που απέμειναν πρέπει να αποφασίσουν τι θα κάνουν με ό,τι έχει απομείνει. Το πένθος, η μοναξιά, η ανάγκη για επικοινωνία και η αναζήτηση ανθρώπινης επαφής βρίσκονται στον πυρήνα της αφήγησης. Ο Χιγκ δεν αναζητά απλώς επιζώντες. Αναζητά την απόδειξη ότι η ανθρώπινη κοινωνία μπορεί να ξαναγεννηθεί.
Αυτό επιτρέπει στον Ρίντλεϊ Σκοτ να κινηθεί σε ένα γνώριμο για τον ίδιο κινηματογραφικό περιβάλλον, χωρίς να επαναλάβει ακριβώς τις προηγούμενες δουλειές του. Η αίσθηση απομόνωσης που χαρακτήριζε το «Alien» μεταφέρεται εδώ από το διάστημα στη Γη. Οι σκοτεινοί διάδρομοι ενός διαστημοπλοίου δίνουν τη θέση τους σε εγκαταλελειμμένα κτίρια, άδειες πόλεις και αχανείς ορεινές εκτάσεις. Η απειλή δεν είναι πλέον κάποιο άγνωστο πλάσμα που βρίσκεται κρυμμένο στο σκοτάδι, αλλά ο ίδιος ο άνθρωπος, ο οποίος, χωρίς τους κανόνες και τους θεσμούς της οργανωμένης κοινωνίας, μπορεί να γίνει ο μεγαλύτερος κίνδυνος.
Η ταινία αποκτά έτσι στοιχεία σύγχρονου γουέστερν, με τον ήρωα να διασχίζει μια άγνωστη και επικίνδυνη περιοχή, προσπαθώντας να εντοπίσει ανθρώπους που μπορεί να αποδειχθούν είτε σύμμαχοι είτε εχθροί. Ο Σκοτ αξιοποιεί την εμπειρία του στη δημιουργία μεγάλων κινηματογραφικών εικόνων και μετατρέπει το τοπίο σε βασικό κομμάτι της αφήγησης. Οι ορεινές περιοχές της Ιταλίας, το Φρίουλι, το Βένετο και το Αμπρούτσο, χρησιμοποιήθηκαν για να αναπαραστήσουν το Κολοράντο, ενώ η Ρώμη και τα ιστορικά στούντιο της Τσινετσιτά συμπληρώνουν το σκηνικό ενός κόσμου που έχει επιστρέψει σχεδόν στην πρωτόγονη μορφή του. Οι επιβλητικές βουνοκορφές της βόρειας Ιταλίας λειτουργούν ως κινηματογραφική εκδοχή των Βραχωδών Ορέων και προσδίδουν στην ταινία μια έντονη αίσθηση απομόνωσης.
Σε αυτή την ατμόσφαιρα κινείται ένα ιδιαίτερα δυνατό καστ. Ο Τζέικομπ Ελόρντι βρίσκεται στο κέντρο της ιστορίας, υποδυόμενος έναν άνθρωπο που προσπαθεί να σταθεί όρθιος παρά την απώλεια και τη μοναξιά. Η Μάργκαρετ Κουάλεϊ προσθέτει μια διαφορετική ενέργεια στην ιστορία, ενώ ο Τζος Μπρόλιν και ο Γκάι Πιρς εκπροσωπούν δύο διαφορετικές εκδοχές της επιβίωσης σε έναν κόσμο χωρίς κανόνες. Η παρουσία τους δίνει στην ταινία μεγαλύτερο δραματικό βάρος και επιτρέπει στον Σκοτ να ισορροπήσει ανάμεσα στις σκηνές δράσης και στις πιο εσωτερικές στιγμές των χαρακτήρων.
Παρά τη σκοτεινή της θεματολογία, η ταινία δεν φαίνεται να ενδιαφέρεται αποκλειστικά για τον μηδενισμό και την απόλυτη καταστροφή. Αντίθετα, η ελπίδα αποτελεί σημαντικό κομμάτι της αφήγησης. Ο ίδιος ο Σκοτ έχει επισημάνει ότι θέλησε να αποφύγει τα στερεότυπα που συνοδεύουν συνήθως τις ιστορίες μετά την Αποκάλυψη και να επικεντρωθεί περισσότερο στην αυτάρκεια, στην αυτοπροστασία και στη σύνεση. Πρόκειται για μια προσέγγιση που απομακρύνει την ταινία από την εύκολη λογική του «όλοι εναντίον όλων» και την οδηγεί σε μια πιο ανθρώπινη ιστορία για το πώς μπορεί να δημιουργηθεί ξανά μια στοιχειώδης μορφή εμπιστοσύνης.
Και φυσικά υπάρχει ο Τζάσπερ. Ο σκύλος του Χιγκ αποτελεί ίσως τον πιο συναισθηματικό χαρακτήρα της ιστορίας, καθώς μέσα σε έναν κόσμο όπου οι ανθρώπινες σχέσεις έχουν διαλυθεί, η σχέση του με τον πρωταγωνιστή παραμένει σταθερή. Η παρουσία του λειτουργεί ως υπενθύμιση της ζωής που υπήρχε πριν από την καταστροφή, αλλά και της ανάγκης για συντροφικότητα που δεν εξαφανίζεται ακόμη και όταν όλα τα υπόλοιπα έχουν χαθεί. Για τις ανάγκες της παραγωγής, μάλιστα, τον ρόλο του Τζάσπερ ανέλαβαν τρία διαφορετικά σκυλιά.
Ο «Αστερισμός του Σκύλου» μοιάζει τελικά περισσότερο με μια ιστορία για την ανθρώπινη αντοχή παρά με μια ακόμη ταινία καταστροφής. Ο Ρίντλεϊ Σκοτ χρησιμοποιεί την επιστημονική φαντασία ως αφετηρία για να μιλήσει για την απώλεια, την απομόνωση και την ανάγκη του ανθρώπου να βρει ξανά τον δρόμο προς τους άλλους. Και αν υπάρχει ένα στοιχείο που μπορεί να κάνει την ταινία να ξεχωρίσει, είναι ακριβώς αυτή η αντίθεση: ένας κόσμος που έχει καταρρεύσει ολοκληρωτικά, αλλά άνθρωποι που εξακολουθούν να ψάχνουν έναν λόγο για να τον ξαναχτίσουν.
