Η βιογραφική ταινία για τον Michael Jackson δεν επιχειρεί να λύσει το αίνιγμα πίσω από τον άνθρωπο· επιχειρεί να διατηρήσει άθικτο τον μύθο. Και αυτή είναι ίσως η μεγαλύτερη αρετή αλλά και η βασική της αδυναμία. Ο σκηνοθέτης Antoine Fuqua αντιμετωπίζει τον «βασιλιά της ποπ» σαν ένα πλάσμα σχεδόν υπερφυσικό: ένα παιδί παγιδευμένο ανάμεσα στην κακοποίηση, στη λατρεία του κοινού και στην αδυσώπητη μηχανή της βιομηχανίας του θεάματος.
Η αφήγηση ξεκινά από τα στενά δωμάτια του Γκάρι της Ιντιάνα, εκεί όπου οι Jackson 5 έμαθαν να τραγουδούν υπό το βλέμμα του πατέρα τους, Joe Jackson. Η ταινία δεν κρύβει τη βία και την ψυχολογική πίεση που σημάδεψαν την παιδική ηλικία του Μάικλ, όμως αποφεύγει να βυθιστεί πραγματικά στο σκοτάδι της οικογένειας. Προτιμά να χρησιμοποιεί τον πατέρα ως δραματικό αντίπαλο, σχεδόν σαν κινηματογραφικό σύμβολο εξουσίας, αντί να εξερευνήσει τις βαθύτερες συνέπειες αυτής της σχέσης.
Εκεί που το φιλμ πραγματικά ζωντανεύει είναι στις μουσικές σκηνές. Ο Jaafar Jackson δεν μοιάζει εντυπωσιακά με τον θείο του εξωτερικά, όμως καταφέρνει κάτι δυσκολότερο: αναπαράγει τη σκηνική του ενέργεια χωρίς να καταλήγει σε φθηνή μίμηση. Από τις πρώτες εμφανίσεις στη Motown μέχρι τη θρυλική εκτέλεση του Billie Jean, η ταινία αποκτά παλμό, ένταση και κινηματογραφική αυτοπεποίθηση. Η αναπαράσταση του moonwalk είναι από τις λίγες στιγμές όπου ο θεατής ξεχνά ότι βλέπει βιογραφία και όχι τον ίδιο τον Τζάκσον.
Το σενάριο, αντίθετα, δυσκολεύεται να δώσει βάθος στον άνθρωπο πίσω από τη σκηνή. Οι διάλογοι συχνά ακούγονται επιφανειακοί, σχεδόν φοβισμένοι μπροστά στην προσωπικότητα που προσπαθούν να προσεγγίσουν. Ο Μάικλ παρουσιάζεται περισσότερο ως εύθραυστο ιδιοφυές παιδί παρά ως σύνθετη προσωπικότητα γεμάτη αντιφάσεις. Κι έτσι η ταινία αποφεύγει συστηματικά να αγγίξει τις πιο αμφιλεγόμενες πτυχές της ζωής του, σαν να φοβάται μήπως ραγίσει η εικόνα του ειδώλου.
Δεν είναι τυχαίο ότι το φιλμ λειτουργεί σχεδόν σαν μουσικό υπερθέαμα. Τα τραγούδια — από το Thriller μέχρι το Bad — χρησιμοποιούνται σαν δραματικοί σταθμοί μιας πορείας προς την αποθέωση. Όταν ακούγεται μουσική, η ταινία απογειώνεται· όταν σταματά, αποκαλύπτεται το κενό της αφήγησης.
Παρά τη μεγάλη διάρκειά της και τον τεράστιο προϋπολογισμό, η βιογραφία μοιάζει λιγότερο με κινηματογραφική αυτοψία και περισσότερο με προσεκτικά επιμελημένο φόρο τιμής. Δεν αναζητά την αλήθεια· αναζητά τη διατήρηση της κληρονομιάς. Και ίσως αυτό να είναι τελικά το πιο ειλικρινές στοιχείο της: δεν προσποιείται ποτέ ότι είναι αντικειμενική.
Για όσους μεγάλωσαν με τη μουσική του Michael Jackson, η ταινία προσφέρει στιγμές αυθεντικού δέους. Για όσους περίμεναν μια θαρραλέα εξερεύνηση της ζωής του ανθρώπου πίσω από τον μύθο, αφήνει την αίσθηση μιας χαμένης ευκαιρίας.
